Νέα Πολιτική
Του Σπύρου Λυγκούρη*
Ένας ηγέτης οφείλει να κρίνεται μέσα στο πλαίσιο, που καθόρισαν την δράση του, και σύμφωνα με τις συνθήκες, που δημιούργησαν την ανάγκη ανόδου του στην εξουσία. Πολλές φορές η προσωπικότητα και το έργο ενός ηγέτη αντικατροπτίζουν την εικόνα ολόκληρης της κοινωνίας, τα ιδιαίτερα στοιχεία που τη συγκροτούν, τα όνειρά και τις παθογένειές της. Τέτοια προσωπικότητα ήταν αναμφίβολα ο Νικόλαος Πλαστήρας, που σημάδεψε ανεξίτηλα την πορεία της ελληνικής ιστορίας κατά το πρώτο μισό του 20ου αιώνα ως στρατιωτικός αλλά και πολιτικός. Ο Νικόλαος Πλαστήρας γεννήθηκε στο Βούνεσι Καρδίτσας στις 4 Νοεμβρίου 1883.
Η φιλοδοξία και η ανησυχία του χαρακτήρα του φάνηκαν από νωρίς. Λίγο καιρό αφότου τελείωσε την φοιτησή του στο Γυμνάσιο θα δώσει τα πρώτα δείγματα της γραφής του ως μαχητής στο καμίνι του Μακεδονικού Αγώνα (1904-1908). Συγκεκριμένα η δράση του θα λάβει χώρα την περίοδο 1907-1908 και θα επικεντρωθεί στην ευρύτερη περιοχή της Λίμνης των Γιαννιτσών. Αλλά η πρώτη του πραγματικά μεγάλη στιγμή θα έρθει με την συμμετοχή του στον Στρατιωτικό Σύνδεσμο, ο οποίος θα φέρει εις πέρας το Κίνημα στο Γουδί (1909). Θυμίζουμε, ότι το Κίνημα στο Γουδί απετέλεσε μία κοινή διαμαρτυρία στρατιωτικών και επαγγελματιών-συντεχνιών για τις χρόνιες κακοδαιμονίες, που μάστιζαν τη δημόσια και κοινωνική ζωή της χώρας από την εποχή της χρεοκοπίας του 1893 και μετά.
Η έκρηξη των Βαλκανικών Πολέμων (1912-1913) θα τον βρει στις πρώτες γραμμές του μετώπου. Σε αυτή την σύγκρουση θα λάβει το προσωνύμιο, που θα τον συντροφεύσει από εδώ και πέρα, αυτό του «Μαύρου Καβαλάρη». Η συμμετοχή του στον επακόλουθο «Εθνικό Διχασμό» έμελλε να καθορίσει δραματικά την μετέπειτα πορεία του, καθώς οι τομές μεταξύ των δύο στρατοπέδων ήσαν ακαριαίες. Συγκεκριμένα, ο Πλαστήρας τάσσεται υπέρ του Βενιζελικού κινήματος της «Εθνικής Αμύνης», που το 1916 θα προχωρήσει στην ανακήρυξη ξεχωριστού κράτους με έδρα την Θεσσαλονίκη. Με την κατάρρευση του Κωνσταντινισμού η Ελλάδα θα εισέλθει στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό της Εγκάρδιας Συνεννόησης (Αντάντ) και ο Πλαστήρας θα διακριθεί στην μάχη του Σκρα εναντίον των γερμανικών και βουλγαρικών στρατευμάτων.
Μετά το τέλος του «Μεγάλου Πολέμου» η αναζήτηση του Βενιζέλου για διπλωματική στήριξη στις ελληνικές διεκδικήσεις στην Μ. Ασία θα επιφέρει την ελληνική συμμετοχή στην περιβόητη «Εκστρατεία στην Ουκρανία», όπου οι Συμμαχικές δυνάμεις θα αναμετρηθούν με τις επαναστατικές δυνάμεις της νεότευκτης Σοβιετικής Ρωσσίας. Εκεί ο Νικόλαος Πλαστήρας θα συμμετάσχει ως αρχηγός του 5/42 Συντάγματος Ευζώνων, το οποίο μετά από λίγα χρόνια έμελλε να λάβει περίπου «μυθικές» διαστάσεις στο ελληνικό στράτευμα.
Κατά την Μικρασιατική Εκστρατεία ο Πλαστήρας, όπως και άλλοι Βενιζελικοί αξιωματικοί, θα πέσει θύμα των παλινωδιών, που θα ακολουθήσουν τις εκλογές του Νοεμβρίου 1920 και την επάνοδο των εκπροσώπων του αντι-βενιζελικού στρατοπέδου στην εξουσία. Παρόλα αυτά η συντεταγμένη υποχώρηση, που θα πραγματοποιήσει μετά την τουρκική αντεπίθεση του καλοκαιριού του 1922 θα περισώσει το κύρος του ηττώμενου στρατού και θα τον αναγορεύσει σε ήρωα των καταδιωκόμενων προσφύγων της μικρασιατικής ενδοχώρας.
Το χάος, που θα επιφέρει η πανωλεθρία και η καταστροφή της πρωτεύουσας της Ιωνίας, Σμύρνης, της πόλης που για καιρό είχε θρέψει τα όνειρα του ελληνικού Μεγαλοϊδεατισμού, θα οδηγήσει τον στρατό της Χίου και της Μυτιλήνης σε κινητικότητα. Ο Νικόλαος Πλαστήρας, ο Στυλιανός Γονατάς, ο Θεόδωρος Πάγκαλος και άλλοι αξιωματικοί θα δημιουργήσουν την «Επαναστατική Επιτροπή», η οποία θα απαιτήσει την παραίτηση της κυβέρνησης των Αθηνών και του Βασιλιά Κωνσταντίνου. Οι αρχηγοί της κίνησης θα αποβιβαστούν στην Αθήνα τον Σεπτέμβριο του 1922, προκειμένου να γίνουν κύριοι της καταστάσεως.
Η «Επαναστατική Επιτροπή» υπό τον Ν. Πλαστήρα θα κινηθεί προς τρεις κύριες κατευθύνσεις: θα αναδιοργανώσει την Στρατιά του Έβρου υπό την καθοδήγηση του Πάγκαλου, έτσι ώστε να αποτραπεί επέκταση των Κεμαλικών προς την Δυτική Θράκη. Θα καλέσει τον Ελευθέριο Βενιζέλο να αναλάβει την ηγεσία των διαπραγματεύσεων, που θα οδηγήσουν τελικά στην υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάννης (1923), η οποία θα καθορίσει τα σταθερά πλέον ελληνοτουρκικά σύνορα. Τέλος, με μία κίνηση, που θα της προσδώσει την κατηγορία του «ένοπλου Βενιζελισμου», θα προβεί στην δίκη των σημαινόντων στελεχών των αντιβενιζελικών κυβερνήσεων 1920-1922 και στην εκτέλεση των «6» ως υπευθύνων για την Μικρασιατική Καταστροφή. Μετά από όλα αυτά θα παραδώσει την εξουσία πίσω στον πολιτικό κόσμο.
Μετά από 10 χρόνια πλήρους βενιζελικής ηγεμονίας στην πολιτική ζωή της χώρας οι εκλογές της 6ης Μαρτίου 1933 φάνηκαν να δίνουν την πρώτη θέση στην λεγομένη «Ηνωμένη Αντιπολίτευση», της οποίας κύρια δύναμη ήταν το αναδιοργανωμένο Λαϊκό Κόμμα. Ο Νικόλαος Πλαστήρας φοβούμενος πιθανώς τυχόν αντίποινα στον στρατό και στον κρατικό μηχανισμό εκ μέρους των αντιβενιζελικών και χωρίς την τελική έγκριση του Ελευθερίου Βενιζέλου θα προχωρήσει σε ένα αποτυχημένο κίνημα προκειμένου να αποτρέψει την παράδοση της εξουσίας στην αντιπολίτευση. Μετά την αποτυχία του κινήματος θα αποτραβηχτεί από τις εσωτερικές υποθέσεις και πιο μετά θα καταφύγει στην Γαλλία, όπου και θα διαβιώσει αρκετά χρόνια. Από εκεί, μετά την έκρηξη του Ελληνοϊταλικού πολέμου, θα στείλει μια περιβόητη επιστολή, με την οποία θα καλέσει την ελληνική κυβέρνηση του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου να προβεί σε μια έντιμη συνθηκολόγηση. Αυτό αποτέλεσε και ένα μελανό σημείο για το Νικόλαο Πλαστήρα.
Θα ξαναγυρίσει στα ελληνικά πράγματα σε εποχές, που τα πάθη είχαν φτάσει σε πολύ επικίνδυνο σημείο. Εν μέσω της Μάχης των Αθηνών (Δεκέμβρης 1944) μεταξύ των κυβερνητικών δυνάμεων και των ανταρτών του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ θα κληθεί να σχηματίσει νέα κυβέρνηση στις 3 Ιανουαρίου 1945 μετά από την παραίτηση της αντίστοιχης του Γεωργίου Παπανδρέου. Επί των δικών του ημερών θα υπογραφεί η περιβόητη Συμφωνία της Βάρκιζας (12.2.1945), η οποία αποτέλεσε έναν συμβιβασμό μεταξύ των δύο αντιμάχων και μία προσπάθεια, ώστε να περάσει η χώρα στην επομένη μέρα. Τελικά βέβαια αποδείχθηκε, ότι κανένα από τα δύο μέρη δεν επιθυμούσε την τήρηση της συμφωνίας μέχρι τέλους. Όσον αφορά την κυβέρνηση του Νικολάου Πλαστήρα, ο γηραιός πολιτικός πλέον θα αναγκαστεί σε παραίτηση στις 10 Απριλίου 1945, όταν θα έρθει στην επιφάνεια η επιστολή του, που αναφέραμε παραπάνω.
Η λήξη του αδελφοκτόνου πολέμου του 1946-1949 θα φέρει την επόμενη μεγάλη ώρα του «Μαύρου Καβαλάρη». Παρότι ο ίδιος αποτελούσε ένα ζωντανό σύμβολο του Παλαιού Διχασμού, όπως και ο μετέπειτα μεγάλος του αντίπαλος ο Αλέξανδρος Παπάγος, οι ανάγκες μιας χώρας καθημαγμένης τον ώθησαν στην προώθηση των συνθημάτων της «Λήθης». Κρίνοντας, ότι το πολιτικό σκηνικό χρειαζόταν άμεσα μια ανανέωση και ότι πλέον δεν υπήρχαν οι καταστάσεις εκτάκτου ανάγκης του Εμφυλίου, θα προχωρήσει στην ίδρυση ενός νέου κόμματος. Αυτό θα πραγματοποιηθεί στις 14 Ιανουαρίου 1950, όταν και θα ανακοινώσει την συγκρότηση της Ε.Π.Ε.Κ (Εθνική Πολιτική Ένωσις Κέντρου), το οποίο θα αποτελέσει το πρώτο πολιτικό πείραμα συγκρότησης μιας κεντροαριστερής τάσης στην μεταπολεμική Ελλάδα. Στόχος του είναι να επουλώσει κάποιες από τις ανοιχτές πληγές της δεκαετίας του 1940 και να βάλει τις βάσεις για την ανόρθωση της οικονομίας. Για αυτό και θα βρει στήριξη από τις μάζες των Εαμογενών ψηφοφόρων, καθώς και των προσφύγων, οι οποίοι συνεχίζουν να βλέπουν στο πρόσωπο τον άνθρωπο, που κάποτε λάτρεψαν. Η ΕΠΕΚ και ο Πλαστήρας θα σχηματίσουν δύο κυβερνήσεις την περίοδο 1950-1952. Σε καμία από αυτές δεν θα επιτύχουν την κυβερνητική πλειοψηφία, οπότε μιλάμε για κυβερνήσεις συνεργασίας, όπως συμβαίνει σχεδόν πάντα, εκεί όπου το σύστημα δεν έχει καταφέρει να συνέλθει από μία δομική κρίση, πολιτική και οικονομική.
Η πρώτη προσπάθεια θα έρθει μετά από τις εκλογές του Μαρτίου του 1950, όταν και θα καταλάβει την τρίτη θέση του πολιτικού φάσματος με 16,4%. Μετά από αυτή την εξέλιξη θα σχηματίσει κυβέρνηση με το Κόμμα των Φιλελευθέρων του Σοφοκλή Βενιζέλου, που είχε καταλάβει την δεύτερη θέση, και με το Δημοκρατικό Κόμμα του Γεωργίου Παπανδρέου στις 15 Απριλίου 1950. Η κυβέρνηση αυτή θα έχει σύντομη διάρκεια. Συγκεκριμένα, θα οδηγηθεί σε πτώση μετά το καλοκαίρι του 1950. Στην εξέλιξη αυτή θα έχει δραστική συμμετοχή ο ισχυρός αμερικανικός παράγοντας, ο οποίος μετά την έκρηξη του Πολέμου της Κορέας θα προτιμήσει μια πιο σκληρή πολιτική γραμμή απέναντι στο σοσιαλιστικό στρατόπεδο και τους συνοδοιπόρους του. Σε αυτό θα συντελέσει και η άρνηση του Πλαστήρα να αποστείλει εκστρατευτικό σώμα στην Κορέα προς ενίσχυση των δυνάμεων του ΟΗΕ.
Η δεύτερη κυβέρνηση της ΕΠΕΚ θα σχηματιστεί μετά τις εκλογές της 9ης Σεπτεμβρίου 1952 (η ΕΠΕΚ δεύτερη με 23,5%) και θα είναι κυβέρνηση συνεργασίας με το Κόμμα των Φιλελευθέρων. Στην θητεία της συγκαταλέγονται μέτρα, όπως η καθιέρωση της ψήφου των γυναικών, που ίσχυσε από τις εκλογές του 1952, και το πακέτο οικονομικών μέτρων του Γεωργίου Καρτάλη, που έβαλαν τα θεμέλια της οικονομικής ανασυγκρότησης. Και όμως, η περίοδος αυτή θα χρωματιστεί από την υπόθεση και, τελικά, την εκτέλεση του Νίκου Μπελογιάννη, σημαίνοντος στελέχους του παράνομου Κ.Κ.Ε, και τριών ακόμη κατηγορούμενων για κατασκοπία.
Το τέλος της πολιτικής παρουσίας του Πλαστήρα θα έρθει στις εκλογές της 16ης Νοεμβρίου 1952, που θα γίνουν με το πλειοψηφικό σύστημα. Εκεί ο Ε.Σ (Ελληνικός Συναγερμός) του Στρατάρχη Αλέξανδρου Παπάγου θα καταγάγει μια συντριπτική νίκη και θα κερδίσει τις 247 από τις 300 έδρες του Κοινοβουλίου. Οι εκλογές αυτές χρωματίστηκαν από το σύνθημα, που έριξε η ΕΔΑ «Τι Πλαστήρας, τι Παπάγος», προκειμένου να απαντήσει στην προεκλογική έκκλησης της ΕΠΕΚ για συνεργασία. Ο Νικόλαος Πλαστήρας, όπως και ο Ελευθέριος Βενιζέλος στις εκλογές του 1920, δεν καταφέρνει να εκλεγεί ούτε βουλευτής. Τα υπαρκτά προβλήματα υγείας, που αντιμετώπιζε, θα επιδεινωθούν. Η κλονισμένη του υγεία μετά από σοβαρά επεισόδια θα τον αναγκάσει να υποκύψει στις 26 Ιουλίου 1953.
Εάν θέλαμε να περιγράψουμε κάπως συνοπτικά την ζωή και την πορεία του Νικολάου Πλαστήρα, θα λέγαμε πως αντικατόπτριζε την ίδια την πορεία της Ελλάδας σε ολόκληρο το α’ μισό του 20ου αιώνα. Στην αρχή συμβολίζει την ορμητικότητα με την οποία η Παλαιά Ελλάδα αποφάσισε να αναμετρηθεί με τον προβληματικό εαυτό της και να στραφεί προς την πραγμάτωση τόσο της εθνικής της ολοκλήρωσης, όσο και της διοικητικής της εξυγίανσης. Όταν το ένα σκέλος της ναυάγησε αναλώθηκε σε μια εσωτερική ανυποχώρητη διαμάχη, εκτός πραγματικότητας και ξένη προς τις ανάγκες των δύσκολων μεσοπολεμικών εποχών. Τέλος, σε εποχές, που το αίμα και η οδύνη είχε καταπλακώσει κάθε θετική προσπάθεια, αντιλήφθηκε, ότι πλέον τα πάθη οφείλουν να αμβλύνονται, γιατί αυτό απαιτεί το συμφέρον της συντεταγμένης πορείας σε ένα κλίμα ομαλότητας και ανάπτυξης. Λησμόνησε, όμως όταν τα έλεγε αυτά, ότι αποτελούσε ένα μέρος του παλαιού προβλήματος, που κληρονόμησε ένα μέρος από την νοσηρότητά του και στις επόμενες γενιές.
*Μεταπτυχιακός φοιτητής Νεώτερης και Σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας, ΕΚΠΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου