Παρασκευή 16 Οκτωβρίου 2015

Ρωσσία: παράγων τάξης ή αταξίας;

Νέα Πολιτική


του Χρήστου Ζιώγα*
Η ρωσσική, αμεσότερη ή εμμεσότερη, στρατιωτική παρέμβαση στην Ουκρανία και στη Συρία, δηλοί πως η Μόσχα είναι αποφασισμένη να αντιστρέψει, στο μέτρου του δυνατού, τη διαμορφωθείσα μεταψυχροπολεμική κατάσταση και να ανακτήσει, ως ένα βαθμό, τη θέση της μεγάλης δύναμης που απώλεσε μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης. Η «επίλυση» του, εσωτερικού, τσετσενικού ζητήματος το 2000, ο πόλεμος με τη Γεωργία το 2008 και οι επεμβάσεις στην Ουκρανία το 2014 και τη Συρία το 2015 καταδεικνύουν πως η Ρωσσία χρησιμοποιεί στρατιωτικά μέσα για να επιτύχει πολιτικούς σκοπούς.
Οι σχετικά καλές σχέσεις Δύσης και Ρωσσίας και καθ’ όλη τη δεκαετία του΄90 οφείλονταν, εν πολλοίς, στη δυσμενή θέση της δεύτερης, κι όχι τόσο στην καλή διάθεση αμφοτέρων, και υπονομεύτηκαν από τη σταδιακή ενσωμάτωση κρατών, που βρίσκονταν στη σφαίρα επιρροής ή στην επικράτεια της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, στο ΝΑΤΟ και στην Ευρωπαϊκή Ένωση, εξέλιξη που δεν συνήδε με τα ρωσσικά συμφέροντα. Η περίοδος των εύρυθμων σχέσεων φαίνεται να αποτελεί παρελθόν εφ’ όσον η ενισχυμένη, σ’ όλους τους τομείς, Ρωσσία επιζητά διευρυμένο ρόλο στο διεθνές σύστημα. Η σαφώς πιο ενεργητική εξωτερική πολιτική της, μαρτυρά την επιθυμία της ν’ ανακτήσει την επιρροή της στον ευρασιατικό και μεσανατολικό χώρο, γεγονός που εγείρει ζητήματα σχετικά με τις σχέσεις της με τη Δύση.

Φυσικά τα κράτη της Δύσης μέχρι τις πρόσφατες κρίσεις δεν ιεραρχούσαν και ανέπτυσσαν ομοιοτρόπως τις σχέσεις τους με τη Μόσχα. Ο εμφύλιος στην Ουκρανία και τη Συρία και η ρωσσική εμπλοκή λειτούργησαν μάλλον συσπειρωτικά. Η υπό διαμόρφωση νέα σχέση μεταξύ Δύσης και Ρωσικής Ομοσπονδίας διέπεται από στοιχεία αντιπαράθεσης και συνεργασίας. Οι ΗΠΑ εξακολουθούν να αποτελούν τον ισχυρότερο δρώντα στο διεθνές γίγνεσθαι, κατάσταση που επιθυμούν να διαιωνίσουν ενώ η Ρωσσία ανακάμπτει, τόσο σε περιφερειακό όσο και σε διεθνές επίπεδο, διεκδικώντας ένα αναβαθμισμένο ρόλο. Οι αντιτιθέμενες, εν πολλοίς, επιδιώξεις και των δύο ενισχύουν τον μεταξύ τους ανταγωνισμό επηρεάζοντας όλο το φάσμα των σχέσεων τους.
Η πρόθεση των Ηνωμένων Πολιτειών ν’ αναπτύξουν αντιπυραυλικά συστήματα στην ανατολική Ευρώπη προκάλεσε έντονες ρωσσικές αντιδράσεις. Η συγκεκριμένη επιλογή εξελήφθη από τη Μόσχα ως προσπάθεια ανατροπής, όχι σε παρόντα αλλά σε μέλλοντα χρόνο, της πυρηνικής ισορροπίας η οποία αποτελεί  σημαντικότατο στοιχείο της μεταπολεμικής διεθνούς τάξης. Ο  ενεργειακός τομέας, ενώ αρχικά εμφανίζονταν ως πεδίο συνεργασίας μεταξύ Μόσχας και κυρίως των ευρωπαϊκών χωρών έχει εξελιχθεί σ’ ένα ακόμη πεδίο αντιπαράθεσης στο βαθμό που το Κρεμλίνο τον χρησιμοποιεί για να αλιεύσει και πολιτικά οφέλη. Η καταπολέμηση της τρομοκρατίας και η αποτροπή διάδοσης των πυρηνικών όπλων συνιστούν τομείς που οι επιδιώξεις τους συγκλίνουν δίχως όμως να δύνανται να υπερκεράσουν τις αποκλίσεις στους άλλους τομείς. Η πύκνωση των οικονομικών σχέσεων μεταψυχροπολεμικά δεν επέφερε τις αναγκαίες συνέργιες και συγκλίσεις που θα οικοδομούσαν, εξ αυτού του γεγονότος, ένα ειρηνικότερο διεθνές σύστημα. Ο Παναγιώτης Κονδύλης, με την αξεπέραστη πνευματική του ενάργεια, διατύπωσε πως οι οικονομικές σχέσεις από μόνες τους δεν έχουν ούτε εχθρικές, ούτε ειρηνικές προθέσεις, η τροπή που θα λάβουν θα καθορίσει την πρόθεση.       
Από τη σύντομη παράθεση γεγονότων και επιδιώξεων, και υπό το ιστορικό πρίσμα του τρόπου που ενεργούν διαχρονικά οι μεγάλες δυνάμεις, καταδεικνύεται πως η επιδείνωση των σχέσεων Ρωσσίας και ΗΠΑ ήταν μάλλον μια αναμενόμενη εξέλιξη. Είναι γεγονός αναμφισβήτητο ότι τόσο η Μόσχα όσο και οι δυτικές χώρες, και κυρίως οι ΗΠΑ, δεν ομονοούν για τη θέση και το ρόλο της μετασοβιετικής  Ρωσσίας στο διεθνές σύστημα. Οι  κρίσεις στην Ουκρανία και τη Συρία εμπεριέχουν περισσότερο το στοιχείο της αντιπαράθεσης παρά της συνεννόησης ανάμεσα στη Μόσχα και τη Δύση. Ταυτόχρονα ο νέος ρόλος που η Ρωσία θέλει να διαδραματίσει, επί του παρόντος, απέχει από το να σταχυολογηθεί ως άμεσα και ευθύγραμμα εχθρικός προς τη Δύση και τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Τα κράτη δρουν στο διεθνές επί τη βάσει των ιεραρχουμένων συμφερόντων τους και των περιορισμών που θέτει το διεθνές σύστημα. Η ρωσσική εξωτερική πολιτική εμφανίζει ηγεμονικά χαρακτηριστικά που δεν έχουν, επί του παρόντος, την ένταση και το βαθμό για να κινητοποιήσουν μια ομόθυμη αντιμετώπιση από τη Δύση αντίστοιχη με εκείνη της ψυχροπολεμικής περιόδου. Τα ευρωπαϊκά κράτη έχουν διαφορετικές προσλαμβάνουσες της ρωσικής απειλής, αλλιώς θεάται η Λισσαβώνα την ενεργητικότερη πολιτική της Μόσχας αλλιώς η Βαρσοβία, το Ελσίνκι ή η Ρήγα.  Η ρωσσική επέμβαση στη Συρία, εκτός από την εξυπηρέτηση των ιδίων συμφερόντων, ενδεχομένως να συνιστά, μέσω της καταστροφής του Ισλαμικού Κράτους και την επαναφορά της τάξης στην πολύπαθη χώρα, μία νύξη προς τις ευρωπαϊκές χώρες, ιδίως όσες αντιμετωπίζουν τις τεράστιες προσφυγικές ροές, έτσι ώστε να εκλάβουν τη Ρωσσία ως αναγκαίο παράγοντα σταθερότητας στην περιοχή. Η περιφερειακή τάξη δίχως την προσμέτρηση των ρωσσικών συμφερόντων αναντίρρητα θα είναι περισσότερο επισφαλής.
* Διδάκτωρ Διεθνών Σχέσεων


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου