Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2015

Η λησμονημένη Απελευθέρωση, που δεν ολοκληρώθηκε (Οκτώβριος 1944)

Νέα Πολιτική


του Λυγκούρη Σπύρου
Η αναμονή της αποχώρησης των γερμανικών στρατευμάτων έβρισκε την Αθήνα στην απόληξη μιας συγκλονιστικής αλληλουχίας γεγονότων. Μέσα στα τρία χρόνια της Κατοχής, προπολεμικές σταθερές ή ταυτότητες σμπαραλιάστηκαν αλύπητα μπροστά στο μέγεθος της πρόκλησης, ενώ άλλες τώρα αρχίζουν να σχηματοποιούνται μέσα στο λεγόμενο «Καμίνι της Κατοχής». Η εξέταση της περίπτωσης της πρωτεύουσας είναι αρκετή, για να αντιληφθούμε τον «πυκνό ιστορικό χρόνο» της περιόδου 1941-1944:

 α) Η παράδοση των κλειδιών της πόλης στις 27 Απριλίου από τις αρχές της πόλης και η βαναυσότητα των κατοχικών δομών των περιώνυμων «Ζωνών Κατοχής» θα συνοδευτούν από ένα αρχικό «πάγωμα» των Αθηναίων, οι οποίοι τον ίδιο χρόνο θα πληγούν θανάσιμα από την επέλαση του Λιμού του χειμώνα 1941-1942, ο οποίος μόνο στις συνοικίες της Αθήνας και του Πειραιά θα αφήσει πίσω του 45.000 θύματα από Πείνα, εικόνα και αίσθηση που θα ακολουθεί τους Αθηναίους για γενιές μετά.


 Β) Η λήξη της περιόδου δράσης του Λιμού θα συμπέσει με την έκρηξη της αντιστασιακής δραστηριότητας. Οργανώσεις, όπως το Ε.Α.Μ, η Π.Ε.Α.Ν , η Ιερή Ταξιαρχία (ΙΤ) και άλλες (ο Ε.Δ.Ε.Σ Αθήνας δεν αναφέρεται λόγω της προβληματικής πτυχής της συνεργασίας με τις κατοχικές αρχές) που είχαν αρχίσει να κάνουν την εμφάνισή τους ήδη από το 1941, θα δώσουν τώρα τα μεγάλα τους διαπιστευτήρια. Μερικές από τις πιο χρυσές σελίδες της Εθνικής Αντίστασης γράφονται την διετία 1942-1943. 

Τέτοιες είναι οι παλλαϊκές διαδηλώσεις της 5ηςΜαρτίου 1943 κατά της «πολιτικής επιστράτευσης» και της 22ης Ιουλίου του ίδιου έτους κατά της επέκτασης της βουλγαρικής κατοχής στην Κεντρική Μακεδονία. Σε αυτές  σημαντικό ρόλο θα διαδραματίσουν οι νεολαίοι της Ε.Π.Ο.Ν, της νεολαίας του Ε.Α.Μ, η οποία έδωσε πολλά από τα καλύτερά της στελέχη στον αντικατοχικό αγώνα. 

Ποιος επίσης μπορεί να ξεχάσει την ανατίναξη των γραφείων της προδοτικής- εθνικοσοσιαλιστικής οργάνωσης ΕΣΠΟ στο κέντρο της Αθήνας από τον Ουλαμό Καταστροφών της Π.Ε.Α.Ν του Κώστα Περρίκου (εκτελέστηκε στις αρχές του 1943 στο Σκοπευτήριο Καισαριανής) τον Σεπτέμβρη του 1942, την δράση της Λέλας Καραγιάννη και του «Δικτύου Υβόννη» ( η ίδια και πολλοί από τους συντρόφους της «Αόρατης Στρατιάς» εκτελέστηκαν την 8η Σεπτεμβρίου 1944 στο Χαϊδάρι) ή την ανατίναξη των αποθεμάτων καυσίμων των Γερμανών στο Τατόι από τον ελληνο-πολωνό σαμποτέρ Ιβάνωφ (εκτελεσθείς στο Σκοπευτήριο Καισαριανής);

 Γ) το πέρασμα σε ένα καθημερινό, αλύπητο πόλεμο μεταξύ της κυριότερης αντιστασιακής οργάνωσης, του Ε.Α.Μ, και των μηχανισμών της κατοχικής κυβέρνησης του Ι. Ράλλη, η οποία ήλεγχε την Χωροφυλακή, την Αστυνομία Πόλεων, την εξοπλισμένη με περαιτέρω αρμοδιότητες μεταξική Ειδική Ασφάλεια Αντικομμουνιστικού Αγώνα, καθώς και τα προσφάτως ιδρυθέντα «Τάγματα Ευζώνων» ή «Τάγματα Ασφαλείας», τα οποία πολλές φορές δρούσαν επιτελικά στο πλευρό των γερμανικών στρατευμάτων στις κατά τόπους αντι-ανταρτικές επιχειρήσεις. Είναι η περίοδος, που τα «μπλόκα» στις συνοικίες-προπύργια της Αντίστασης, όπως το Δουργούτι, η Καλλιθέα, η Κοκκινιά, το Αιγάλεω και αλλού θα προσπαθήσουν να πνίξουν στο αίμα το κίνημα του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα, ο οποίος σε αυτό το στάδιο της γενικότερης ριζοσπαστικοποίησης θα λάβει τον χαρακτήρα μιας κανονικής κοινωνικής εξέγερσης τόσο ενάντια στην δυσμενή καθημερινότητα της Κατοχής, όσο και ενάντια στις παλαιωμένες δομές της προπολεμικής Ελλάδας.

Το ζήτημα της μεταπολεμικής μοίρα της χώρας, το κυριότερο θέμα τριβής του ελληνικού κόσμου, θα λάβει εκρηκτικές διαστάσεις όσο θα πλησιάζει η μέρα της απελευθέρωσης. Η άνοδος της επιρροής του Ε.Α.Μ – Ε.Λ.Α.Σ, που θα εκφραστεί μέσα από την κατίσχυση του έναντι των άλλων αντιστασιακών οργανώσεων και μέσα από την ανακήρυξη της κυβέρνησης της Π.Ε.Ε.Α, της κυβέρνησης της «Ελεύθερης Ελλάδας» των Βουνών (Μάρτιος-Απρίλιος 1944), θα τρομάξει τον κόσμο των παλαιών αστικών κομμάτων και της εξόριστης κυβέρνησης της Μέσης Ανατολής, η οποία λόγω απόστασης ήταν για καιρό μακριά από τον πυρήνα των εξελίξεων και με μειωμένη την όποια επιρροή της. 

Η επικράτηση της τελευταίας έναντι της στάσης στον Στρατό της Μέσης Ανατολής (Απρίλιος 1944) και ο συμβιβασμός που επιτεύχθηκε στο Συμβούλιο του Λιβάνου (Μάιος 1944), ο οποίος συμπληρώθηκε από την Συμφωνία της Γκαζέρτας (Σεπτέμβρης 1944), δεν θα προσδώσουν σαφή χαρακτήρα στο ερώτημα ποιος μέλλει να επικρατήσει μεταπολεμικά, εφόσον το καλοκαίρι του 1944 ο Ε.Λ.Α.Σ του Άρη Βελουχιώτη παρέμενε στρατιωτικά ισχυρός και κυρίαρχος στην ελληνική ύπαιθρο. Αυτό το μίγμα της χρονικής σύμπτωσης της πολιτικής υποχώρησης του Ε.Α.Μ (λόγω Λιβάνου) και της στρατιωτικής επιθετικότητας του Ε.Λ.Α.Σ (Σεπτέμβρης 1944) όξυναν τον φόνο της πολιτικής ελίτ για ένα «ατύχημα», την στιγμή της γερμανικής αποχώρησης.

Η μεγάλη στιγμή θα έρθει το φθινόπωρο του 1944. Η διατήρηση της κατάστασης δεν ήταν πια στα χέρια των Γερμανών. Η σοβιετική επέλαση είχε φέρει τον Κόκκινο Στρατό στις πύλες της Σόφιας, χιλιόμετρα μακριά από τα ελληνικά σύνορα. Στην Γιουγκοσλαβία το κίνημα των Παρτιζάνων του Τίτο προχωρούσε βήμα-βήμα στην απελευθέρωση του συνόλου της χώρας με αυτοτελείς δυνάμεις. 

Παράλληλα, η προέλαση των Συμμάχων στο Ιταλικό μέτωπο δημιούργησε τον φόβο στους γερμανούς στρατιωτικούς αξιωματούχους της στρατηγικής περικύκλωσης. Οπότε η μόνη λύση, που απέμενε, ήταν η απαγκίστρωση από την Ελλάδα και η μεταφορά των δυνάμεων στο κύριο μέτωπο του πολέμου γύρω από την Γερμανία. Οι διαδικασίες αποχώρησης των γερμανικών στρατευμάτων θα ξεκινήσει από τα μέσα Σεπτεμβρίου 1944, την στιγμή δηλαδή που θα ξεσπάσουν τα γεγονότα της Πελοποννήσου μεταξύ Ε.Λ.Α.Σ και Ταγμάτων Ασφαλείας πάνω στο κενό της κατοχικής διοίκησης.
Ημέρα Πέμπτη, 12 Οκτωβρίου 1944…. Η είδηση είχε μαθευτεί από το προηγούμενο βράδυ από συνοικία σε συνοικία. Εκείνο το πρωινό η γερμανική σημαία θα κατέβει από την Ακρόπολη, για να ακολουθήσει τελετουργικός χαιρετισμός στο μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη. 

Η γερμανική διοίκηση θα παραδώσει την πόλη στον Έλληνα στρατιωτικό διοικητή και θα προχωρήσει στην τμηματική της αποχώρηση. Βιάζονται να προλάβουν τυχόν επιθέσεις από μεριάς των ανταρτών. Στις 12 το μεσημέρι όλα έχουν ολοκληρωθεί μέσα σε απόλυτη τάξη και το πλήθος που παραληρεί μπορεί να προσέλθει στο προσκήνιο των πανηγυριών. Το κλίμα αντικατοπτρίζει την προσμονή τριών και πλέον χρόνων. «Δεν έχω δει ποτέ μου κόσμο να έχει τέτοια χαρά  και ενθουσιασμό», θα αναφέρει ένας Γερμανός αξιωματούχος. Αναμενόμενες οι χαρές του κόσμου, που μάτωσε τρία ολόκληρα χρόνια και επιζητούσε την δικαίωση. 

Αλλά λογικές και οι δεύτερες σκέψεις για το τι μέλλει γενέσθαι. «Τι θα κάνει ο Ε.Λ.Α.Σ»; Η κατάσταση της 12ης Οκτωβρίου ανέφερε, ότι στην Αθήνα τα πράγματα ήταν τελείως ρευστά. Το κενό της εξουσίας  και η ορμή της ριζοσπαστικοποιημένης γενιάς της Κατοχής προσέφερε όλα τα εχέγγυα στον Ε.Λ.Α.Σ να προβεί σε κατάληψη της εξουσίας προτού η κυβέρνηση της Εθνικής Ενότητας του Γ. Παπανδρέου προλάβει να γυρίσει στην πόλη. Το παράδειγμα του Τίτο άλλωστε και της εισόδου του στο Βελιγράδι άνευ της σοβιετικής υποστήριξης τροφοδοτεί τις βαθύτερες επιθυμίες των συμμετεχόντων.

Ο φόβος των αστικών ελίτ έχει φτάσει στο κατακόρυφο. Εάν επικρατήσει η «σκληρή γραμμή» του Άρη Βελουχιώτη στο Ε.Α.Μ υπάρχει ο κίνδυνος ο Ε.Λ.Α.Σ να μην τηρήσει την Συμφωνία της Γκαζέρτας και να εισέλθει στην Αθήνα, στην οποία η αντίσταση των δυνάμεων, που πρόσκεινται στην κυβέρνηση, θα ήταν προβληματική. Αυτοί οι φόβοι θα διαψευστούν από το ίδιο το Κ.Κ.Ε, το οποίο την εποχή αυτή προσπαθεί ακόμη να πατήσει σε δύο βάρκες μη έχοντας ξεκαθαρίσει την στρατηγική του απέναντι στο ελληνικό πολιτικό πρόβλημα. Το σύνθημα για σεβασμό των συμφωνιών θα πέσει με επακόλουθο την διαταγή της Στρατιωτικής Διοίκησης του Ε.Λ.Α.Σ περί μη εισόδου του αντάρτικου στρατού στην πόλη.

Έτσι, στις 18 Οκτωβρίου η κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας υπό τον Γεώργιο Παπανδρέου και τους υπουργούς του Ε.Α.Μ θα φτάσουν στην Αθήνα από την Ιταλία, για να αναλάβουν τα ηνία της κατάστασης και να βάλουν τις δομές του νέου κράτους. Αυτό, όμως, δεν σήμαινε και το τέρμα της σύγκρουσης. Η κατοχή άλλωστε είχε διαρρήξει κάθε έννοια σταθερότητας, ενώ ο κύκλος του αίματος και η ριζοσπαστικοποίηση μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού καθιστούσαν ανέφικτο κάποιον συμβιβασμό. Ιδίως εφόσον το μεγάλο ερώτημα δεν είχε ακόμη απαντηθεί: Τι μορφή θα είχε η μεταπολεμική ανασυγκρότηση; Και ποια θα είναι η θέση της στον Νέο Κόσμο, που μόλις αναδυόταν; Ουσιαστικά ο Παπανδρέου έφτανε σε μία πόλη, όπου τα σπάργανα της τελικής αναμέτρησης είχαν ήδη τεθεί. Για να επιβεβαιωθεί αυτό, που έγραψε στο προσωπικό του ημερολόγιο ο Γ. Θεοτοκάς : «Έφτανε ένα σπίρτο για να πάρει η Αθήνα φωτιά σαν ένα δοχείο μπενζίνα»..
*Μεταπτυχιακός φοιτητής Νεώτερης και Σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας, ΕΚΠΑ



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου