Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Υπογεννητικότητα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Υπογεννητικότητα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 30 Ιανουαρίου 2019

Ο αποδεκατισμός των Ελλήνων

iskra


του Νίκου Ιγγλέση
Ο συνολικός πληθυσμός της Ελλάδας μειώνεται σταθερά τα τελευταία μνημονιακά χρόνια, προδιαγράφοντας ένα ζοφερό μέλλον για την οικονομική, κοινωνική και εθνική επιβίωση της πατρίδας μας. Η μείωση του πληθυσμού οφείλεται σε δύο βασικούς λόγους: Ο πρώτος είναι η φυσική κίνηση, δηλαδή, η διαφορά μεταξύ γεννήσεων και θανάτων. Ο δεύτερος είναι η καθαρή μετανάστευση, δηλαδή, η διαφορά μεταξύ εισερχομένων και εξερχομένων ανθρώπων από τη χώρα. Το σημαντικό έγκειται στο γεγονός ότι οι εισερχόμενοι είναι αλλοεθνείς και οι εξερχόμενοι είναι, κατά κανόνα, Έλληνες. 
Από το 2011 η φυσική κίνηση του πληθυσμού έγινε αρνητική, για πρώτη φορά από το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ) το 2017 καταγράφηκαν 124.501 θάνατοι (αύξηση κατά 4,8% σε σχέση με το 2016) και μόνο 88.553 γεννήσεις (μείωση κατά 4,7% σε σχέση με το 2016). Από το λόγο αυτό ο πληθυσμός μειώθηκε κατά 35.948 άτομα μέσα σ’ ένα χρόνο, όσοι περίπου είναι οι κάτοικοι μιας πόλης σαν την Καρδίτσα. Σημαντικό είναι να επισημάνουμε ότι από τις συνολικές γεννήσεις οι 12.397 ή το 14% προέρχονται από αλλοδαπές μητέρες. Έτσι τα Ελληνόπουλα που γεννήθηκαν, μέσα στη χώρα, το 2017 ήταν μόνο 76.156. Σημειώνουμε ότι το 2010 ήταν η τελευταία χρονιά που οι γεννήσεις υπερτερούσαν κατά 5.682 των θανάτων.

Κυριακή 20 Ιανουαρίου 2019

Οι ένοχοι της δημογραφικής γενοκτονίας των Ελλήνων


του Κωνσταντίνου Κόλμερ
Υπάρχουν τριών ειδών γενοκτονίες: η συστηματική εξόντωση γένους ή φυλής (πχ. οι κάτοικοι της Ναμίμπια επί γερμανικής αυτοκρατορίας), η αφομοίωση μιας φυλής από μία άλλη (πολιτισμική εξόντωση των Αβορίγινων στην Αυστραλία) και η δημογραφική, όταν ο πληθυσμός της χώρας γηράσκει, οι γεννήσεις είναι λιγότερες των θανάτων και ο συντελεστής εξαρτήσεως της γενεάς, κάτω των 16 και άνω των 65 ετών, υπερβαίνει τη μονάδα. Δηλαδή, σε κάθε εργαζόμενο αντιστοιχεί πλέον του ενός εξηρτημένο άτομο. Στην Ελλάδα σήμερα της θηριώδους ανεργίας, ο συντελεστής εξαρτήσεως είναι άνω του 2 και στη Γερμανία μόνον 0,86.
Συμφώνως προς μία μελέτη του Εθνικού Κέντρου Κοινωνικών Ερευνών (ΕΚΚΕ), «υπάρχει κίνδυνος να μείνει ο μισός ελληνικός πληθυσμός σε 50 χρόνια». Δηλαδή το 2068 (Βλ.σχ.«Καθημερινή» και το συμπέρασμα ότι «βαίνουμε προς εξαφάνιση»). Το ΕΚΚΕ αποδίδει τα αίτια της υπογεννητικότητος στην υψηλότερη προσδόκιμη ζωή των νεοελλήνων, στη μείωση του παιδικού πληθυσμού, στην αύξηση της μεταναστεύσεως του γηγενούς πληθυσμού, στην επιδοματική πολιτική του κράτους και στην καθυστέρηση της μητρότητος. Η απόκτηση του πρώτου παιδιού από τη μέση Ελληνίδα μητέρα μετατοπίσθη, από την ηλικία των 24 ετών το 1990 στα 32 έτη το 2017.
Δηλαδή, κατά το ΕΚΚΕ εάν οι Έλληνες πεθαίναν ενωρίτερα, εάν στον παιδικό πληθυσμό προστίθεντο οι 300.000 εκτρώσεις ετησίως, εάν το κράτος ενίσχυε και τις εύπορες πολύτεκνες οικογένειες και οι μητέρες αράδιαζαν τα παιδιά μετά το δεύτερο και σε νεαρότερη ηλικία, το δημογραφικό πρόβλημα της χώρας θα επιλύετο. Πολύ αμφιβάλλουμε.

Κυριακή 7 Αυγούστου 2016

ΥΠΟΓΕΝΝΗΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ

ithesis


της Φωτεινής Μαστρογιάννη
Ως υπογεννητικότητα ορίζεται η γέννηση λιγότερων των 2,1 παιδιών ανά οικογένεια. Σημειωτέον ότι ένα, τουλάχιστον, από τα παραπάνω παιδιά θα πρέπει να είναι κορίτσι έτσι ώστε να αναπληρώνει την αναπαραγωγική ικανότητα της μητέρας.
Παρά το γεγονός ότι πολλοί τονίζουν ότι η υπογεννητικότητα στην Ελλάδα είναι ιδιαίτερα έντονη την περίοδο της κρίσης, αυτό δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Ήδη από το 1950 υπήρξε πτωτική πορεία στις γεννήσεις (2,3 παιδιά ανά οικογένεια), το 1981 έφτασε ακριβώς τα όρια της αναπαραγωγής (2,1 παιδιά ανά οικογένεια) και έκτοτε βαίνει μειούμενο με μικρές περιόδους αύξησης λόγω της επιστροφής των Ελλήνων μεταναστών και της εισόδου οικονομικών μεταναστών και παλλινοστούντων.
Σημαντικός παράγοντας για την υπογεννητικότητα υπήρξε η εσωτερική μετανάστευση από τις αγροτικές στις αστικές περιοχές και της μετάβασης της κοινωνίας από αγροτική σε μεταβιομηχανική. Στις παραδοσιακές αγροτικές κοινωνίες, η χαμηλή κοινωνική κατάσταση (status) των γονέων, η έλλειψη εκπαίδευσης, το κλειστό κοινωνικό περιβάλλον, ο μεγαλύτερος οικιστικός χώρος (σπίτια με αυλή) προκαλεί υψηλά επίπεδα γεννητικότητας ενώ αντίθετα στις μεταβιομηχανικές κοινωνίες η βελτίωση της θέσης της γυναίκας και του μορφωτικού της επιπέδου, η συχνότερη συμμετοχή της στα κοινωνικά και οικονομικά δρώμενα και οι μέθοδοι αντισύλληψης, η βελτίωση του εισοδήματος,  η έμφαση στην εργασία αντί της δημιουργίας οικογένειας μειώνουν τη γεννητικότητα. Στα αστικά δε περιβάλλοντα, η έλλειψη ζωτικού χώρου (βλ. διαμερίσματα) επιδρά αρνητικά στη δημιουργία οικογένειας.