του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη
Υπάρχουν θέματα όπου το μέτωπο των θεμελιωδών δικαιωμάτων – των αληθινών, των γνησίων, όχι της τζάμπα επίκλησης ευαισθησιών – έρχεται και τέμνεται με το γεωπολιτικό – και πάλι το βαρύ, όχι το προσχηματικό. Σε τέτοια θέματα, φρονούμε, χρειάζεται όποιος προσεγγίζει με αναλυτική διάθεση τα πράγματα να έχει ξεκαθαρίσει προκαταβολικά τον πυρήνα της προσωπικής του τοποθέτησης. Και, μ’ αυτήν την βάση, να ξετυλίγει εν συνεχεία την όποια επιχειρηματολογία έχει να εισφέρει.
Λοιπόν: στο θέμα της μη-έκδοσης των 8 Τούρκων αξιωματικών, και τώρα εν συνεχεία της χορήγησης ή μη σ’ αυτούς ασύλου, έχω εξαρχής μια χωρίς αμφιταλάντευση θέση. Δεν γίνεται να εκδοθεί άνθρωπος εκζητούμενος από την σημερινή Τουρκία εκεί – τελεία και παύλα! Και, με κάποιας μορφής διαδικασία, πρέπει να παραμείνει – ή να πάει παραπέρα – προστατευμένος.
Με αυτό κατατεθειμένο και διαφανοποιημένο, μια σειρά διευκρινήσεων. Η αρχική διαχείριση όταν, ώρες μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 2016, έφθασε το ελικόπτερο Black Hawk στην Αλεξανδρούπολη μπορεί να υπήρξε στραβή (αν πιστέψει δηλαδή κανείς τον Τούρκο Πρόεδρο ότι δέχθηκε διαβεβαίωση Τσίπρα ότι «θα τους στείλει» τους φυγάδες – ΑΝ τον πιστέψει, επαναλαμβάνουμε). Όμως από κει και πέρα η διαχείριση του Τουρκικού αιτήματος για έκδοση ενώπιον της Δικαιοσύνης προχώρησε με όσο πιο «Δυτικό» τρόπο θάθελε κανείς: από Διοικητικό Πρωτοδικείο και Συμβούλιο Εφετών μέχρι και σε επίπεδο Αρείου Πάγου/Ποινικών Τμημάτων εμφανίστηκε εως και διχογνωμία, που όμως κατέληξε σε αρνητική για το αίτημα έκδοσης απόφαση. Η ανεξάρτητη Δικαιοσύνη είχε αποφανθεί –η Τουρκία μπορεί να διαφωνεί, όμως η Ελληνική απάντηση υπήρξε απλή και ευθύγραμμη. Και η αιτιολογία – η «μη-εξασφάλιση δίκαιας δίκης» στην Τουρκία, μετά την κάλυψη των διεθνών μήντια ως προς τα όσα αδιανόητα συμβαίνουν στην γείτονα, ήταν υπερεπαρκής.




