του Γιώργου Κοντογιώργη
Ο λόγος του Νίκου Πουλαντζά είναι συστηματικός, σαφής, στοχοθετημένος, με αφετηρία τη μαρξιστική μεθοδολογία και θεωρία, στην οποία δίνει έμφαση στη δική του ανάγνωση και ιδίως προστιθέμενη αξία. Υπό το πρίσμα αυτό, θα έλεγε κανείς ότι ο πυρήνας της σκέψης του Πουλαντζά είναι στρατευμένος. Μια στράτευση που επιχειρεί να εξορθολογικεύσει, εδράζοντάς την σε εμπειρικές σημάνσεις, που όμως εξαιτίας των δεσμεύσεών του δεν είναι εμφανές πάντοτε εάν τις χρησιμοποιεί για να επιβεβαιώσει την αφετηρία του ή να τη θέσει σε κριτική δοκιμασία.
Αυτό ακριβώς το εγχείρημα του Πουλαντζά να αναστοχασθεί ορισμένες από τις στερεοτυπικές παραδοχές του μαρξισμού, που τον κρατούσαν δεσμώτη στον κόσμο του 19ου αιώνα και τον εμπόδιζαν να συνεκτιμήσει το γινόμενο των εξελίξεων, συνιστά την πρωτοτυπία του. Αυτή επικεντρώνεται βασικά στο ζήτημα της ‘σχετικής αυτονομίας’ του κράτους και σε τελική ανάλυση στο γεγονός ότι έθεσε στις αφετηριακές βάσεις του μαρξισμού το πολιτικό ζήτημα.
Στην πραγματικότητα, το πολιτικό ζήτημα της διερώτησης για την αυτονομία του κράτους το υπαινίχθηκε ο Μαρξ, αποδίδοντάς του, όμως, τελικά αρνητικό πρόσημο. Ευλόγως, δεν κατάφερε να το αναδείξει στο περιοριστικό κλίμα της τιμοκρατικής αντίληψης της πολιτειότητας που δέσποζε στο περιβάλλον της ευρωπαϊκής απολυταρχίας. Ο Πουλαντζάς το επικαιροποίησε, με γνώμονα τη μεθάρμοση του ‘κράτους’ της απολυταρχίας σε αιρετή μοναρχία στη διάρκεια του 20ού αιώνα, την καθολική διάδοση της πολιτειότητας (στην οποία εμπεριέχεται και το δικαίωμα της ψήφου) και τις επιπτώσεις της στο κοινωνικό υπόστρωμα των πολιτικών δυνάμεων.












.jpg)