Τα δημόσια βάρη μπορούν να υπηρετήσουν την ουσιαστική ισότητα μόνο μέσω στοχευμένης μακροπρόθεσμης αναδιανομής. Τι πραγματικά μπορεί να καθορίζει το κράτος.
Γράφει ο Κ. Π. Παπανικολάου
Μια επεκτατική οριοθέτηση του πλούτου, η οποία καταλαμβάνει εισοδήματα της μεσαίας τάξης, έχει αποτελέσει τη βάση για σημαντικές πολιτικές αποφάσεις οιονεί αναδιανεμητικού χαρακτήρα μέσω των φόρων και του ασφαλιστικού συστήματος. Αυτή η επεκτατική οριοθέτηση πρέπει να αξιολογείται όχι μόνο με όρους οικονομικής ευστοχίας, αλλά και με όρους συμφωνίας της προς το Σύνταγμα.
Κατανοούμε συνήθως τον πλούτο κατ’ αντιδιαστολή προς την ένδεια, και αντιστρόφως. Έτσι, τα δύο μεγέθη ερμηνεύονται κατά κανόνα ως καταστάσεις απόκλισης από την ισότητα μεταξύ ατόμων που μετέχουν στην ίδια κοινωνία και μερίζονται το ίδιο συνολικό προϊόν που παράγεται στην οικονομική διαδικασία. Ποια ισότητα, όμως, είναι αυτή που ανατρέπεται; Η ισότητα των ευκαιριών, η ισότητα των ικανοτήτων ή, απλώς, η ισότητα του αποτελέσματος που έχει η οικονομική δραστηριότητα για τον καθένα μας;
Προφανώς, ο πλούτος και η ένδεια παραπέμπουν άμεσα μόνο στην τελευταία ανισότητα, αυτήν που αφορά στο αποτέλεσμα της συσσώρευσης οικονομικών δυνάμεων. Ωστόσο, η ανισότητα ως προς τη συσσώρευση μπορεί να επηρεάζει και τις υπόλοιπες ισότητες: Ένα άτομο που δεν μπορεί να καλύψει τις βασικές βιοτικές ανάγκες του προφανώς δεν έχει τις ίδιες ευκαιρίες προσωπικής ευημερίας με αυτές ενός πλουσίου, ο οποίος εκκινεί από πλεονεκτική αφετηρία χωρίς τα βάρη αλγεινών βιοτικών μεριμνών.





