του Γιώργου Μαργαρίτη
Η εγκατάσταση του τουρκικού γεωτρύπανου στη θάλασσα της Πάφου και η επίμονη ερευνητική παρουσία τουρκικών πλοίων στις θάλασσες νότια της Κύπρου δημιούργησαν τετελεσμένα και ανέτρεψαν ντε φάκτο δικαιώματα και κυριαρχία της Κυπριακής Δημοκρατίας στη ζώνη αυτή. Όπως πολύ σωστά υπολόγισαν οι Τούρκοι ιθύνοντες οι αντιδράσεις από την πλευρά των ΗΠΑ, της ΕΕ, του συμμάχου –ως προς την Κύπρο και την Ελλάδα– κράτους του Ισραήλ, αλλά και οι αντιδράσεις των «απέναντι», Ρωσίας και Κίνας, περιορίστηκαν σε φραστικές καταδίκες, ενίοτε διφορούμενες.
Επιπλέον, αυτό ίσως ούτε οι τουρκικοί σχεδιασμοί δεν το πρόβλεψαν, η κίνηση αυτή προκάλεσε μια πολύ σοβαρή διπλωματική κατοχύρωση των τουρκικών θέσεων διαμέσου της δήλωσης του Βρετανού υπουργού για θέματα Ευρώπης, κου Ντάνκαν, περί ζωνών «αμφισβητούμενης κυριαρχίας». Σε πιο προσεκτικό μήκος κύματος, στην ίδια όμως κατεύθυνση ήταν και οι δηλώσεις του Αμερικανού Πρέσβη, κου Πάϊατ για ανάγκη συμφωνιών win-win ανάμεσα σε Ελλάδα και Τουρκία. Συνοπτικά, δεν θα ήταν υπερβολή να παρατηρήσουμε ότι η τουρκική κίνηση πέτυχε τους στόχους που είχε θέσει, ίσως και κάτι περισσότερο.
Τα όσα συνέβησαν μόνο «κεραυνός εν αιθρία» δεν θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν. Οι τουρκικές θέσεις είχαν διατυπωθεί εδώ και πολλά χρόνια και είχαν –κατά καιρούς- κατατεθεί επίσημα με χάρτες, σχέδια, παραχωρήσεις και διπλωματικές κινήσεις. Οι τουρκικές κινήσεις είχαν επίσης επίμονα προαναγγελθεί.
Η συνέπεια μεταξύ λόγων και πράξεων ήταν μάλιστα στα τελευταία χρόνια αξιοσημείωτη σταθερά της πολιτικής της Άγκυρας, γεγονός που, πέρα από τα όσα συμβαίνουν στην κυπριακή ΑΟΖ θα έπρεπε να προβληματίσει τους ιθύνοντες της Αθήνας ως προς τα όσα έχουν αναγγελθεί ότι θα συμβούν στην ελληνική ΑΟΖ. Υπήρξε δηλαδή ικανός χρόνος για να διαμορφωθούν πολιτικές αντιμετώπισης των απειλών και να εξασφαλιστούν τα μέσα για την αντιμετώπισή τους.

