Δευτέρα, 17 Δεκεμβρίου 2012

H αγορά μυρίζει μπαρούτι...

Το Ποντίκι


Η απλοϊκή επιχειρηματολογία που χρησιμοποιεί ο κυβερνητικός συνασπισμός για τις ανάγκες του πολιτικού ρεπορτάζ και την κάλυψη των κεντρικών δελτίων ειδήσεων των καναλιών βλέπει «φως στο βάθος του τούνελ» της οικονομίας. Η αλήθεια, όμως, είναι ότι από το εγχείρημα της επαναγοράς των ομολόγων μέχρι την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών υπάρχει μεγάλη χρονική απόσταση. Και ακόμη μεγαλύτερη απόσταση θα υπάρξει έως την ώρα που οι τράπεζες θα μπορέσουν να ρίξουν ρευστό και δάνεια στην αγορά...


Αυτό ήταν κάτι που με ιδιαίτερη ευκολία προεξόφλησε ο Σαμαράς, τη νύχτα του περασμένου Eurogroup, όταν δηλαδή υποχρεώθηκε στην επαναγορά. Το κακό όμως είναι ότι ακόμη και με τη δόση στο χέρι οι τράπεζες θα βρίσκονται σε αδυναμία χορηγήσεων και η αγορά σε ασφυξία για αρκετούς μήνες μέσα στο 2013. Και στο διάστημα αυτό είναι πολύ πιθανό η ελληνική οικονομία να υποχρεωθεί να μαζέψει τα συντρίμμια από τα «κανόνια» πολλών σημαντικών επιχειρήσεων, που βρίσκονται ήδη σε βαθύ κόκκινο και δεν θα αντέξουν έως τότε…


Με δεδομένη την επαναγορά των ομολόγων, για την ελληνική οικονομία θα ανοίξει ο δρόμος της ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών. Μια διαδικασία που προαπαιτεί ωστόσο τη δόση. Για όσους έχουν καλή μνήμη, η δόση που περιλαμβάνει τα κεφάλαια της ανακεφαλαιοποίησης (η περιβόητη δόση των 31,5 δισ.) είχε σχεδιαστεί για να φτάσει στη χώρα τον Σεπτέμβριο. Κάτι που σημαίνει ότι η διαδικασία θα ξεκινούσε τον μήνα εκείνο. Με τα νέα δεδομένα, από την περίοδο εκείνη μέχρι και να φτάσει η δόση θα μας χωρίζει ένα διάστημα τεσσάρων μηνών. Ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα, εάν το δει κανείς από λογιστική άποψη.

Εάν το πρόβλημα δεν είναι τόσο μεγάλων διαστάσεων για τις τράπεζες που έχουν πρόσβαση στα κεφάλαια του ELA, αναμφίβολα είναι κολοσσιαίων διαστάσεων για τις επιχειρήσεις και τους μεγάλους ομίλους. Που είχαν σχεδιάσει τη δραστηριότητά τους (για την ακρίβεια, είχαν κάνει έναν σχεδιασμό επιβίωσης) με ορίζοντα τις αρχές του 2013, οπότε και θα άρχιζαν να είναι χειροπιαστά τα αποτελέσματα της ανακεφαλαιοποίησης.

Η καθυστέρηση της δόσης και της ανακεφαλαιοποίησης ρίχνει τώρα τους σχεδιασμούς τους έξω όχι μόνο για το τετράμηνο αυτό, αλλά για ένα πολύ μεγαλύτερο διάστημα, που ίσως φτάσει στα τέλη του 2013. Και στο διάστημα αυτό, υπάρχουν πολλοί που δεν θα αντέξουν. Μεταξύ τους και μεγάλα ονόματα, όπως ήταν και πολλά από αυτά που προηγήθηκαν ή έχουν καταφύγει μέχρι νεωτέρας στην ασφάλεια του άρθρου 99.

Πριν δούμε τι μπορεί να συμβεί στην αγορά, ας ρίξουμε μια ματιά στο τι συμβαίνει ήδη.

Πανάκριβο χρήμα

Όπως το «Π» έχει καταγράψει εδώ και μήνες, η πρακτική (αλλά όχι λογιστική) χρεοκοπία της χώρας διαμορφώνει συνθήκες δανεισμού με υπέρογκα επιτόκια, τα οποία ενσωματώνουν το λεγόμενο «ρίσκο χώρας». Δηλαδή δανειστές που είτε χορηγούν με πολύ υψηλότερο επιτόκιο είτε δεν χορηγούν καθόλου. Αυτά, βέβαια, ισχύουν για τους μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους, που ή έχουν πρόσβαση σε τράπεζες του εξωτερικού ή διατηρούν χρηματορροές με τράπεζες του εσωτερικού, εγκατεστημένες από έτη. Για τους υπόλοιπους, έστω κι αν πρόκειται για υγιείς επιχειρήσεις, τα πράγματα είναι πολύ δυσκολότερα.

Οι τράπεζες, με την ανακεφαλαιοποίηση στο «περίμενε», όχι μόνο δεν δίνουν δάνεια, αλλά σε πολλές περιπτώσεις ζητούν από τις επιχειρήσεις να μειώσουν τις δανειακές τους ανάγκες, έστω κι αν αυτές έχουν προσυμφωνηθεί. Και ο λόγος είναι ότι απλώς δεν υπάρχει ρευστό. Το κακό είναι ότι ο δανεισμός δεν περιλαμβάνει μόνο κεφάλαια για την αποπληρωμή υποχρεώσεων, ερευνητικές δραστηριότητες ή αναπτυξιακές δραστηριότητες, αλλά και την καθημερινότητα. Δηλαδή τα κεφάλαια κίνησης.

Με δυο λόγια, όσες επιχειρήσεις (οι περισσότερες ελληνικές) χρησιμοποιούν πρώτες ύλες από το εξωτερικό αναγκάζονται να τις προκαταβάλουν σε μετρητό, ακριβώς εξ αιτίας του «ρίσκου χώρας». Αυτό με τη σειρά του σημαίνει ότι πρέπει να έχουν πολύ «δυνατό» ταμείο, ώστε να αντέξουν. Το πρόβλημα εδώ είναι ότι, όσο δυνατό ταμείο κι αν έχουν, αυτό δεν μπορεί να αντέξει με τις συνθήκες που υπάρχουν σήμερα στην ελληνική αγορά: Έτσι, ενώ αυτές προκαταβάλλουν την απόκτηση των πρώτων υλών, συνήθως πληρώνονται με καθυστέρηση έξι ή οκτώ μηνών… Ειδικά σε ό,τι αφορά το λιανεμπόριο, υπάρχουν περιπτώσεις όπου, ενώ τα προϊόντα παραδίδονται και πωλούνται σε διάστημα εβδομάδας, η παραγωγός επιχείρηση εισπράττει με μεγάλη χρονική διαφορά. Έτσι, ακόμη κι αν έχει υγιές ταμείο, κινδυνεύει να το… χάσει.

Το τρίτο μεγάλο πρόβλημα είναι ο ΦΠΑ. Ο φόρος που, ενώ (θεωρητικά) καταβάλλεται προς το κράτος τη στιγμή μιας αγοραπωλησίας, έχει καταντήσει να καταβάλλεται προς την επιχείρηση που τον δικαιούται μετά έξι ή οκτώ μήνες. Η παραγωγός επιχείρηση, όμως, με βάση τα τιμολόγια, πάλι θα πρέπει να τον έχει καταβάλει στον μήνα της αγοραπωλησίας. Και κάπως έτσι δημιουργούνται συνθήκες ασφυξίας που απειλούν άμεσα τη βιωσιμότητα ακόμη και επιχειρήσεων με χαμηλό δανεισμό και υγιή χρηματοοικονομική διάρθρωση.

Μέλλον αβέβαιο
Η επόμενη ημέρα δείχνει ζοφερή για την αγορά, ακόμη και με το θετικό σενάριο: Η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών θα χρειαστεί αρκετούς μήνες για να ολοκληρωθεί στην πράξη. Υπολογίζεται για άλλους τέσσερις έως έξι, παρατείνοντας την αγωνία από τον αρχικό προγραμματισμό των επιχειρήσεων κατά έναν ολόκληρο χρόνο. Ακόμη περισσότερος χρόνος θα απαιτηθεί, μέχρις ότου οι τράπεζες ανακτήσουν την εμπιστοσύνη της διατραπεζικής αγοράς, προκειμένου να διεκδικήσουν ρευστότητα την οποία θα ρίξουν και πάλι στην πραγματική οικονομία.
Στον κρίσιμο αυτόν χρόνο πολλά μπορούν να συμβούν.

 Η ιστορία μιας διετίας σε βαθιά ύφεση και κρίση έχει δείξει ότι μπορεί να συμβούν ακόμη και τα πιο απίστευτα. Από το ναυάγιο και τη σύλληψη του Γιώργου Πετζετάκι της ομώνυμης βιομηχανία πλαστικών μέχρι τις αντίστοιχες διαδικασίες για την οικογένεια της κατασκευαστικής Βωβός. Από τις ιστορίες καταστροφής του ελληνικού επιχειρείν, πολλοί όμιλοι έχουν κατορθώσει να γλιτώσουν προς το παρόν, εφαρμόζοντας προγράμματα περιστολής δαπανών, ώστε να μειώσουν τις ζημιές. Όμως ο χρόνος που δείχνει ότι θα απαιτηθεί μέχρι να αποδώσει η ανακεφαλαιοποίηση, μάλλον θα ξεπεράσει τις τεχνικές δυνατότητες των λογιστηρίων και των προγραμμάτων περικοπών. Και όσο πιο ασφυκτικά είναι τα περιθώρια κέρδους ανά κλάδο τόσο αυξάνονται οι πιθανότητες ενός «ατυχήματος».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου