Πέμπτη 4 Αυγούστου 2016

Περί δημοψηφισμάτων…

Νέα Πολιτική


του Χαρίτου Αναστασίου*
Από τις μεγαλύτερες κατακτήσεις του ευρωπαϊκού πνεύματος, το κοινοβουλευτικό πολίτευμα κατηγορείται συχνά ως παραφθορά της δημοκρατίας καθώς και ως ολιγαρχία ή αναξιοκρατία από τους κάθε λογής, δημοκράτες και μη, επικριτές του. Συχνά μάλιστα η λογική του δημοψηφίσματος έρχεται ώστε να υποκαταστήσει τους κοινοβουλευτικούς και πολιτειακούς θεσμούς, ως άμεση έκφραση της απόλυτης ισχύος της λαϊκής πλειοψηφίας. Άποψη που ενώ ακούγεται λογική και δίκαιη, άπαξ και εξεταστεί σε βάθος οδηγεί σε επικίνδυνα συμπεράσματα.
Ο Αριστοτέλης θεώρησε τρία κυρίαρχα ιδανικά πολιτεύματα καθώς και τις παρεκβάσεις αυτών. Η μοναρχία αποτελεί την εξουσία του ενός, η οποία και μπορεί να μετατραπεί σε τυραννία υπό ενός άδικου ηγεμόνα, αντίστοιχα η ολιγαρχία αποτελεί παρέκβαση της εξουσίας των (ολίγων) αρίστων (αριστοκρατία), η δε εξουσία των πολλών καλείται από τον ίδιο συνταγματικό πολίτευμα, παρέκβαση του οποίου και θεωρείται η δημοκρατία με τη κλασσική της έννοια. Το συνταγματικό πολίτευμα που προτείνει ο Αριστοτέλης αποτελεί τη κατάλληλη σύνθεση της αριστοκρατίας (της επιλογής δηλαδή άξιων/άριστων κυβερνητών) με τη δημοκρατία (την επιλογή των κυβερνητών από τους πολλούς), η άσκηση δε των εξουσιών των κυβερνητών και του λαού ορίζεται από συνταγματικούς θεσμούς και διατάξεις, απαραβίαστους και σεβαστούς από όλους. Η ίδια η δημοκρατία για τον Αριστοτέλη είναι συνώνυμη αυτού που καλείται σήμερα οχλοκρατία, όπου και η πλειοψηφία των πολιτών ασκεί την εξουσία άκριτα και δίχως να την αφορούν οι θεσμοί, οι οποίοι και μεταβάλλονται κατά το δοκούν. Οι μειοψηφικές ομάδες και οι μειονότητες μπορούν να καταπιέζονται από τη πλειοψηφία, αφού τα δικαιώματα τους δεν είναι κατοχυρωμένα, ενώ το δίκαιο ασκείται βάσει των λαϊκών αισθημάτων και όχι ως υποκείμενο αρχών και θεσμών.

Οι στοχαστές του Διαφωτισμού παρατήρησαν ορθώς τα αρνητικά αποτελέσματα της ολοκληρωτικής λαϊκής εξουσίας και της οχλοκρατίας, στην οποία και είχε εκπέσει από τους δημαγωγούς τους η αθηναϊκή Δημοκρατία μετά την περίκλεια περίοδο. Εμπνευσμένοι τόσο από τα αριστοτέλεια γραπτά, όσο και από το παράδειγμα της ρωμαϊκής Πολιτείας (Res publica), διατύπωσαν τις πρώτες αντιλήψεις που συνθέτουν το σημερινό συνταγματικό κράτος δικαίου, όπως η άσκηση των εξουσιών βάσει ενός γραπτού συντάγματος, την πλήρη διάκριση των τριών εξουσιών (νομοθετικής, εκτελεστικής, δικαστικής) και της ανωτερότητας των θεσμών και των δικαιωμάτων, έναντι των λαϊκών αισθημάτων. Με το ξέσπασμα της Αμερικανικής Επανάστασης, οι Πατέρες των σημερινών ΗΠΑ, έθεσαν άμεσα τις αρχές για ένα πολίτευμα σύνθεση τόσο των αρχών της συνταγματικής πολιτείας (republic), όσο και αυτών της λαϊκά κυρίαρχης δημοκρατίας (democracy), μέσα από την αρχή της αντιπροσώπευσης.
Η δυνατότητα των Αθηναίων πολιτών να εκπροσωπούν οι ίδιοι τους εαυτούς τους στη λήψη αποφάσεων και στη διοίκηση της πόλης τους δεν οφείλονταν αποκλειστικά και μόνο στο μικρό τους αριθμό, αλλά κυρίως στο ότι είχαν αρκετό ελεύθερο χρόνο ώστε να συζητούν, να μελετούν και να εξετάζουν ενδελεχώς τα θέματα που καλούνταν σαράντα φορές περίπου το χρόνο να ψηφίσουν. Όντας μια δουλοκτητική δημοκρατία, η Αθήνα προσέφερε στους πολίτες της αρκετό χρόνο ώστε να φιλοσοφήσουν και να πολιτευτούν, το ίδιο δε το εμπόριο ήταν στα χέρια των ξένων μετοίκων, που αν και οικονομικοί τροφοδότες της πόλης δεν είχαν κανένα απολύτως λόγο στη διοίκησή της. Οι γυναίκες έτσι και αλλιώς αποκλείονταν, με αποτέλεσμα την τότε Αθήνα να τη διοικεί μια μειοψηφία εντός της που κατείχε το τίτλο του Πολίτη. Το ίδιο το πλήθος των Πολιτών δεν ήταν σε καμία περίπτωση ικανό να διαχειρίζεται νηφάλια την εξουσία, συχνά τα λαϊκά αισθήματα γίνονταν όπλο στα χέρια επικίνδυνων δημαγωγών και οδηγούσαν σε ολέθριες αποφάσεις καταλυτικές για τη παρακμή του αθηναϊκού μεγαλείου, όπως φάνηκε στη συνέχεια.
Στον σύγχρονο κόσμο ο μέσος πολίτης δεν έχει τον απαραίτητο χρόνο, τις ικανότητες καθώς και τη διάθεση, ώστε να εξετάσει ενδελεχώς τα πολιτειακά ζητήματα, όσο κι αν αυτά τον αφορούν άμεσα. Ελάχιστοι εργαζόμενοι πολίτες, όση μόρφωση κι αν έχουν, είναι ανίκανοι πρακτικώς να κάνουν τις απαραίτητες διαδικασίες μελέτης και καταγραφής, ώστε να συντάξουν για παράδειγμα ένα νομοσχέδιο ή τουλάχιστον να κρίνουν ενδελεχώς επ’ αυτού. Για αυτόν λοιπόν τον λόγο εκλέγει αντιπροσώπους, έμμεσα ή άμεσα, τους οποίους και με τους φόρους του συντηρεί, ώστε να έχουν τον χρόνο να συλλέξουν πληροφορίες, να συμβουλευτούν ειδικούς, καθώς και να εξετάσουν νηφάλια τα ζητήματα της κρατικής οργάνωσης και διοίκησης. Οι ίδιοι αυτοί οι αντιπρόσωποι υποτάσσονται σε θεσμούς, δεν δρουν αποκλειστικά εις το όνομα του λαού και του έθνους, αλλά βάσει του συντάγματος και των νόμων, των απαραίτητων θεσμικών οργάνων που δεν επιτρέπουν στη δημοκρατία, με τη σύγχρονή της μορφή, να μετατραπεί σε οχλοκρατία και πρακτικά σε τυραννία.
Η ίδια η έννοια του δημοψηφίσματος, ως μέσου άσκησης της εξουσίας από τον λαό, είναι σε μεγάλο βαθμό υποκριτική. Ο ευθυνόφοβος κυβερνήτης, μη θέλοντας να λάβει την ευθύνη των αποφάσεών του για τη χώρα ρίχνει την ευθύνη αυτή στο λαό, ο ίδιος πάλι ο πολίτης δρα συχνά ασυλλόγιστα και κινούμενος από συναισθηματικούς παράγοντες, σπανίως δε είναι σε θέση να ασχοληθεί ενδελεχώς με το ερώτημα που του προσφέρεται ώστε να κρίνει. Το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος αποτελεί συχνά έκφραση της λαϊκής αντίδρασης προς την τρέχουσα κατάσταση και όχι τόσο σοβαρής και νηφάλιας μελέτης, εφόσον δε θεωρείται τελεσίδικα σωστό ως άμεση έκφραση της λαϊκής θέλησης, πρέπει να εφαρμοστεί πάραυτα ανεξαρτήτως της ορθότητας του.
Οι ίδιοι οι δημοκρατικοί θεσμοί καθίστανται ανάπηροι μέσα από τη λογική αυτή: ένα δημοψήφισμα μπορεί αύριο να καταστείλει θεμελιώδεις δημοκρατικούς θεσμούς, πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα, να χτυπήσει μειονότητες και να υποτάξει ή να κυνηγήσει τη μειοψηφία. Η αρχή της πλειοψηφίας αποτελεί παράλληλα θεμέλια αρχή αλλά και αχίλλειος πτέρνα της δημοκρατίας, μέσα στο περιορισμένο αριθμητικά σώμα των αντιπροσώπων η δυνατότητα του λάθους είναι μικρότερη από ό,τι σε ένα συναισθηματικά φορτισμένο και αλλότρια διαχειριζόμενο λαϊκό πλήθος. Οι ίδιες οι κομμουνιστικές, αλλά και οι φασιστικές, τυραννίες ξεκίνησαν μέσα από την απαίτηση για μαζικότερη έκφραση του λαού, με τον ίδιο να εκφράζει τη θέλησή του καλύτερα συσπειρωμένος σε ένα κόμμα ή στο πρόσωπο ενός ηγέτη. Για τα καθεστώτα αυτά οι ίδιοι οι συνταγματικά κατοχυρωμένοι θεσμοί και δικαιώματα δεν είναι παρά άχρηστοι εφόσον αντιπαλεύονται τη «λαϊκή» θέληση, το «εθνικό» συμφέρον και τη «κοινωνική» δικαιοσύνη καθώς και τη τιμωρία των «εχθρών» του «έθνους/λαού».
Το σύνορο που χωρίζει τη συνταγματική δημοκρατία και την ανοιχτή κοινωνία από τη μαζοκρατία και την τυραννία που ασκείται εις το όνομα της πλειοψηφίας είναι πράγματι πολύ λεπτό και εύθραυστο. Η ίδια η έκφραση της πλειοψηφίας πρέπει να ελέγχεται και να υπόκειται σε συνταγματικώς κατοχυρωμένα θεσμικά όρια τα οποία και οφείλει να προστατεύει κάθε ευσυνείδητο άτομο που σέβεται τόσο την αρχή της πλειοψηφίας, όσο και τα δικαιώματα της μειοψηφίας.
*Φοιτητής ΕΜΠ, χημικών μηχανικών



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου