Του Διονύση Θανάσουλα
Σκηνή Νο 1: Μάρτιος του 2003, βράδυ Σαββάτου και στο νούμερο 91 της Λεωφόρου Βασιλίσσης Σοφίας στο κτήριο που στεγάζεται η Αμερικάνικη Πρεσβεία όλα δείχνουν ήρεμα. Δείχνουν, αλλά δεν είναι. Στον τελευταίο όροφο της πρεσβείας, εκεί που στεγάζεται ο σταθμός της CIA, o σταθμάρχης Μάικλ Φ. Ουόκερ είναι κάτι παραπάνω από ανήσυχος.
Η άκρως απόρρητη επιχείρηση «Δίχτυ» που έχει ξεκινήσει σε στενή συνεργασία με την ΕΥΠ με σκοπό την απομάκρυνση εκρηκτικών και οπλισμού από την πρεσβεία του Ιράκ στο Ψυχικό, τον κρατάει σε συνεχή εγρήγορση και σε ανοιχτή επικοινωνία με τα κεντρικά της υπηρεσίας του στο Λάνγκλεϊ της Βιρτζίνια.
Λίγες ώρες αργότερα, πριν ο ήλιος αρχίζει να αχνοφαίνεται στον Αττικό ουρανό, ο σταθμάρχης της CIA κλείνει το ασφαλές τηλέφωνο επικοινωνίας, έχοντας δεχτεί τα συγχαρητήρια των ανωτέρων του για το αίσιο τέλος της επιχείρησης.
Δίπλα του στέκονται χαμογελαστοί, κάποιοι από τους πράκτορες που πήραν μέρος στην παράτολμη αποστολή μέσα στην καρδιά της Αθήνας, συνεργαζόμενοι με επιχειρησιακά στελέχη της ΕΥΠ. Ο ένας από αυτούς, ένας ψηλός γοητευτικός άνδρας με γαλάζια μάτια, μιλάει με τον Ουόκερ για λίγα λεπτά, πριν αποχωρήσουν όλοι για τα σπίτια τους. Το όνομά του είναι Ουίλιαμ Γ. Μπασίλ…
Σκηνή Νο2: Το χρονικό όριο εδώ είναι σχετικά απροσδιόριστο. Εικάζεται, όμως, ότι η συγκεκριμένη σκηνή έλαβε χώρα αρκετούς μήνες μετά την λήξη των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, με ένα τηλεφώνημα που δέχτηκε στο κινητό του, ο διάδοχος του Μάικλ Φ. Ουόκερ στον σταθμό της CIA στην Αθήνα, ο Ρίτσαρντ Έρικ Πάουντ. Στην άλλη άκρη, η φωνή ανήκε σε μέλος της ελληνικής κυβέρνησης, το οποίο ρώτησε τον Πάουντ αν γνωρίζει τίποτε για τηλεφωνικές υποκλοπές συνομιλιών Ελλήνων πολιτικών αρχηγών και κρατικών λειτουργών που γίνονται από τον σταθμό της CIA στην Αθήνα.

