Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μεσοπόλεμος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μεσοπόλεμος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 1 Σεπτεμβρίου 2019

Πώς η Ελλάδα ξεπέρασε το κραχ του 1929 – Τα διδάγματα...


του Αναστάσιου Λαυρέντζου
Το 1929 είναι ένα δραματικό ορόσημο στην παγκόσμια ιστορία, γιατί στη χρονιά αυτή εκδηλώθηκε η βαθιά και γενικευμένη οικονομική κρίση που αργότερα έγινε γνωστή ως το Μεγάλο Κραχ. Λίγοι γνωρίζουν ότι η Ελλάδα ήταν από τις πρώτες χώρες που βγήκαν από τη μεγάλη κρίση, παρά το γεγονός ότι προσπαθούσε να συνέλθει από τη Μικρασιατική Καταστροφή. Πώς έγινε αυτό και ποιοί τελικά ωφελήθηκαν; Ποιές προκλήσεις δημιούργησαν αυτές οι εξελίξεις και πώς ανταποκρίθηκε σε αυτές το πολιτικό σύστημα της εποχής; Σε αυτά τα ερωτήματα θα προσπαθήσουμε να απαντήσουμε στη συνέχεια.
Στη δεκαετία του ’30 η Ελλάδα δεν ανήκε σε κάποια νομισματική ένωση όπως σήμερα, αλλά διατηρούσε το εθνικό της νόμισμα. Ήταν όμως και τότε υπερχρεωμένη, μετά από μια σειρά πολέμων. Κατά μια περίεργη σύμπτωση η Ελλάδα στην αρχή προσπάθησε να αντιμετωπίσει την κρίση με έναν τρόπο παρόμοιο με αυτόν που ακολουθήθηκε και στην πρόσφατη κρίση του 2010: μέσα από μια πολιτική «σκληρής δραχμής» - που τότε σήμαινε πρόσδεση στον κανόνα χρυσού – προσπάθησε να διατηρήσει την αξία του νομίσματός της, ώστε να παραμείνει αξιόπιστος προορισμός ξένων κεφαλαίων.
Σε αυτά τα κεφάλαια υπολόγιζε η κυβέρνηση των φιλελευθέρων υπό τον Ελευθέριο Βενιζέλο για την υλοποίηση μιας σειράς έργων υποδομών. Παράλληλα η χώρα προσπάθησε να εξασφαλίσει την αναχρηματοδότηση του χρέους της, προβάλλοντας κυρίως πολιτικά επιχειρήματα στους δανειστές της.

Τρίτη 25 Ιουλίου 2017

Τα οικονομικά και διεθνή προβλήματα της δεκαετίας 1920-1930*

Το Ποντίκι 


του Ξενοφώντος Μπρουντζάκη
Μέρος Τέταρτο
Όπως είπαμε και στα προηγούμενα τεύχη του αφιερώματος στον Μεσοπόλεμο, η Ελλάδα πριν τους Βαλκανικούς Πολέμους σε σχέση με αυτήν όπως διαμορφώθηκε μετά την λήξη του Α‘ Παγκοσμίου Πολέμου, παρουσιάζει τελείως διαφορετικό πρόσωπο. 
 
Σ το διάστημα μέχρι τους Βαλκανικούς Πολέμους, η χώρα είχε καταφέρει να πετύχει έναν υψηλό βαθμό εθνικής ομοιογενείας και είχε επίσης θωρακίσει την άσκηση της πολιτικής μέσα σε ένα θεσμικό πλαίσιο. Είχε, με δυο λόγια, καταφέρει να λύσει δυο πολύ βασικά ζητήματα προκειμένου να συγκροτηθεί ως ένα σύγχρονο κράτος. 
 
Στη διάρκεια του Μεσοπολέμου, στο πλαίσιο της νέας πραγματικότητας που διαμορφώθηκε, η χώρα κλήθηκε να αντιμετωπίσει εκ νέου τα ίδια ακριβώς προβλήματα, αυτή τη φορά μέσα σ’ ένα έντονα επιβαρυμένο πολιτικό και οικονομικό περιβάλλον, έχοντας πάντα  ανοιχτή την πληγή του Εθνικού Διχασμού που είχε προηγηθεί. Στη νέα αυτή πραγματικότητα, οι πρόσφυγες που εγκαταστάθηκαν στις Νέες Χώρες βρέθηκαν αντιμέτωποι με ένα απολύτως εχθρικό περιβάλλον που πριν από όλα τους κρατούσε έξω από τους κρατικούς μηχανισμούς αναδεικνύοντας εθνοτικές και πολιτισμικές διαφορές που έβαζαν
προσκόμματα στην πολιτική τους αφομοίωση. Όπως είναι φυσικό, αυτή η νέα κατάσταση πραγμάτων ενέτεινε τις διχαστικές αντιθέσεις από τις οποίες η χώρα πλήττονταν βαρύτατα και με τεράστιο κόστος.

Δευτέρα 24 Ιουλίου 2017

Η Ελλάδα του Μεσοπολέμου*

Το Ποντίκι


του Ξενοφώντος Μπρουντζάκη
Αφιέρωμα: Η Ελλάδα του Μεσοπολέμου
Πρόσφυγες
Μέρος Τρίτο
Το προσφυγικό πρόβλημα και η διευθέτησή του θα δεσπόσουν σε όλη τη διάρκεια του Μεσοπολέμου καθώς οι αλλαγές που συντελούνται είναι τεράστιες. Οι αριθμοί των προσφυγικών ροών προς και εκτός της Ελλάδας που προέκυψαν από την υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών, δημιουργούν συνθήκες έκτακτης ανάγκης και επιφέρουν τεράστιες και πολυεπίπεδες επιπτώσεις στη χώρα. Οι πλέον αξιόπιστες πληροφορίες σχετικά με τον αριθμό των προσφυγών αντλούνται από την απογραφή του 1928. Σύμφωνα με αυτήν, υπολογίζεται ότι ο αριθμός των προσφύγων που εισήλθαν ανερχόταν στους 1.221.849 ανθρώπους που αντιστοιχούσε στο 20% του τότε πληθυσμού της χώρας.
Αντίθετα, εκτός Ελλάδας μετακινήθηκαν περισσότεροι από 500.000 μουσουλμάνων και περίπου 92.000 Βούλγαροι. Από κάθε άποψη όλες αυτές οι μετακινήσεις ήταν εντυπωσιακές σε αριθμούς και κυρίως σε σχέση με τις δυνατότητες της χώρας. Να σημειώσουμε σε αυτό το σημείο και σύμφωνα πάντα με την απογραφή του 1928 ότι 151.892 πρόσφυγες είχαν ήδη εγκατασταθεί στην Ελλάδα πριν τη Μικρασιατική καταστροφή. Και οι υπόλοιποι 1.069.957 μετά. Από αυτούς, σύμφωνα με όλα τα διαθέσιμα στοιχεία, περίπου 200.000 υπολογίζονται ότι χρησιμοποίησαν την Ελλάδα σαν ενδιάμεσο σταθμό και κατόπιν αναζητήσαν την τύχη τους σε άλλες χώρες. Υπήρχαν βέβαια και αντίθετες καταστάσεις όπου πρώτα αναζητήσαν την τύχη τους σε ξένες χώρες κι έπειτα ήρθαν να εγκατασταθούν στην Ελλάδα.

Τρίτη 18 Ιουλίου 2017

Ελληνικές Μειονότητες

Το Ποντίκι


του Ξενοφώντος Μπρουντζάκη

Πρόκειται για μια περίοδο που χαρακτηρίζεται από έντονες πολιτικές αντιπαραθέσεις αλλά και ιδιαιτέρα σημαντικές ανακατατάξεις, που άλλαξαν ολοκληρωτικά την εικόνα της Ελλάδας. Η χώρα αλλάζει πρόσωπο σε αυτήν την περίοδο και τίποτα πλέον δεν θυμίζει την παλαιά Ελλάδα, την πριν από τους Βαλκανικούς Πολέμους.
Και πράγματι, με βάση την απογραφή του 1907, ο πληθυσμός της χώρας έφτανε τα 2.631.952 κατοίκους, η δε έκταση της ελληνικής επικράτειας κάλυπτε μόλις τα 63.211 τετραγωνικά χιλιόμετρα. Σε μια αντίστοιχη απογραφή το 1920,
δηλαδή μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους και πριν από τη μικρασιατική καταστροφή, ο πληθυσμός έχει διπλασιαστεί και ανέρχεται στα 5.531.474 κατοίκους. Ταυτόχρονα, τα σύνορα της χώρας μεγάλωσαν εντυπωσιακά φτάνοντας
τα 149.150 τετραγωνικά χιλιόμετρα. Διαφορετική εικόνα έχει πάλι η χώρα οκτώ χρόνια αργότερα, στην απογραφή του 1928, όταν ο πληθυσμός της αυξάνεται στα 6.204.684 κατοίκους, ωστόσο η έκτασή της μειώνεται στα 129.281 
τετραγωνικά χιλιόμετρα.
του Ξενοφώντος Μπρουντζάκη
Αφιέρωμα: Η Ελλάδα του Μεσοπολέμου

Η θεσμική αφομοίωση των νέων πληθυσμών 
Αυτές οι εντυπωσιακές αλλαγές δημιούργησαν, όπως είναι φυσικό, μια σειρά σοβαρών δεδομένων που έπρεπε το κράτος να αντιμετωπίσει άμεσα και με αποτελεσματικότητα. Έτσι, σε αυτήν την περίοδο προέκυψαν ζητήματα διοικητικής ενσωμάτωσης των νέων περιοχών ταυτόχρονα με τη θεσμική αφομοίωση των πληθυσμών τους. Υποθέσεις δύσκολες, που απαιτούσαν πολύπλοκους χειρισμούς. Η επίλυση ανάλογων υποθέσεων απαιτούσε ωστόσο γραφειοκρατικές δυνατότητες που στην πραγματικότητα δεν διέθετε η χώρα σ’ εκείνες συνθήκες, πράγμα που επιδείνωνε την κατάσταση λόγω της ιδιομορφίας και της σοβαρότητας των ζητημάτων που έπρεπε να αντιμετωπιστούν. Από την άλλη, οι πολεμικές συγκρούσεις της περιόδου στάθηκαν τεράστιο εμπόδιο στην αφομοίωση των πληθυσμών στο διοικητικό καθεστώς της χώρας. Βέβαια, αυτό το πρόβλημα δεν τελείωνε στη διοικητική του διευθέτηση, αλλά έπρεπε να αντιμετωπισθούν οι εχθρικές συμπεριφορές απέναντι στους νέους πληθυσμούς που θεωρούντο παρακατιανοί, αν όχι ξένο σώμα, και τύγχαναν ανάλογης γραφειοκρατικής «εξυπηρέτησης» και «αβρότητας» από τους υπαλλήλους, που στη συντριπτική τους πλειονότητα προέρχονταν από την παλαιά Ελλάδα.
Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι οι διοικητικές ανάγκες των Νέων Χωρών καλύφθηκαν από υπαλλήλους που ήταν σε δυσμένεια και τους έστελναν εκεί με τιμωρητικές διαθέσεις αλλά
και από υπαλλήλους που δεν είχαν περιθώρια σταδιοδρομίας στην παλιά τους θέση. Γενικά, στάλθηκε στις Νέες Χώρες υπαλληλικό προσωπικό που προερχόταν από τις μεσαίες και κατώτερες βαθμίδες και βασικά δεν διακρινόταν για τις αποδόσεις του…

Δευτέρα 17 Ιουλίου 2017

Πολιτικοί θεσμοί - στρατιωτικές επεμβάσεις*

Το Ποντίκι


του Ξενοφώντος Μπρουντζάκη
Αφιέρωμα: Η Ελλάδα του Μεσοπολέμου 
Ενδιαφέρον έχει να εξετάσει κανείς σε εύρος την πολιτική ιστορία της βίας στην Ελλάδα, όπως αυτή διαμορφώθηκε σε περιόδους πριν και μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Ένα από τα θεμελιώδη ζητήματα που κλήθηκε να αντιμετωπίσει το νεοσύστατο κρατίδιο με τα περιορισμένα σύνορα στη διάρκεια του 19ου αιώνα ήταν η θεσμοθέτηση της πολιτικής ζωής.
 
Ωστόσο, κι αυτή η προσπάθεια έβρισκε πραγματικές δυσκολίες, παρά τις καλές προθέσεις που υπήρχαν. Το νεοϊδρυθέν κρατίδιο δεν μπορούσε εύκολα να ενσωματώσει αλλαγές, ιδιαίτερα να δεχτεί τη μάλλον άκριτη μεταφύτευση θεσμών, που λειτουργούσαν ευεργετικά σε άλλα κράτη, τα οποία τους αφομοίωναν ως μια φυσική συνέπεια της ιδιοσυστασίας τους. Στη χώρα μας, που απελευθερώθηκε και στάθηκε στα πόδια της χάρη στις ξένες παρεμβάσεις, ήταν εξαιρετικά δύσκολο να αφομοιωθούν θεσμικές αλλαγές σε μια παράδοση που ακουμπούσε αλλού. 
 
Όλο αυτό το διάστημα χαρακτηρίζεται από την αδυναμία να συγκροτηθεί μια εθνική αστική τάξη, σύμφωνα με τα πρότυπα των χωρών της Δυτικής Ευρώπης, η οποία θα αναλάμβανε «τιμής ένεκεν» να επανδρώσει τον κρατικό μηχανισμό. Αντίθετα, κομματικοί εγκάθετοι, συνήθως «υιοί εκ πατρός γιδοβοσκού», εκφύλισαν όλους τους μηχανισμούς λειτουργίας των θεσμών και δημιούργησαν τις δομές ενός πελατειακού συστήματος, το οποίο αντέχει λυσσαλέα ακόμα και στις πολύπαθες μέρες που βιώνουμε στο παρόν μας, αδυνατώντας να ξεπεράσουμε τις χρόνιες κακοδαιμονίες μας… Αυτή η πελατειακή αντίληψη αναπτύχθηκε με ιλιγγιώδεις ρυθμούς μετά την επάνοδο των κομμάτων στην πολιτική ζωή της χώρας το 1844. Η θεσμοθέτηση της πολιτικής εξουσίας της χώρας, δίχως βίαιες επεμβάσεις - παρεμβάσεις επετεύχθη με ικανοποιητικά αποτελέσματα το 1875 και μετά. Με δυο λόγια, το κοινοβουλευτικό πολίτευμα και γενικότερα η πολιτική ζωή της χώρας βρήκε έναν ρυθμό, δίχως ωστόσο να μπορούμε να ισχυριστούμε ότι δεν υπήρχαν προσκόμματα και αδυναμίες.