του Κώστα Μελά
Στο κείμενο πολιτικής του Ινστιτούτου Εργασίας (ΙΝΕ) της ΓΣΕΕ με τίτλο «Κόστος εργασίας και περιθώρια κέρδους στα χρόνια των Μνημονίων», εξετάζονται : η σχέση κόστους εργασίας και τιμών, συνολικού κόστους και τιμών (δηλαδή η διαμόρφωση των περιθωρίων κέρδους), και η σχέση των περιθωρίων κέρδους και άλλων δεικτών κερδοφορίας με τις επενδύσεις στη μεταποίηση. Η περίοδος που εξετάζεται είναι τα έτη 2010-2016, επειδή , σύμφωνα με τα δεδομένα, η διαδικασία της εσωτερικής υποτίμησης ολοκληρώθηκε το 2016, εφόσον το έτος αυτό σταμάτησαν οι μειώσεις των τιμών.
Είναι γνωστό ότι ο διακηρυγμένος στόχος, της πολιτικής «εσωτερικής υποτίμησης» ήταν η γενική μείωση των τιμών των εγχωρίων αγαθών και υπηρεσιών έναντι των αντίστοιχων τιμών των ανταγωνιστριών χωρών, προκειμένου να μειωθεί το τεράστιο έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών και να βρεθεί σε θέση σχετικής ισορροπίας.
Σύμφωνα με τη θεωρητική αντίληψη, με βάση την οποία ασκείται η συγκεκριμένη οικονομική πολιτική, η έλλειψη ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας, ως προς τις τιμές, οφείλεται κυρίως, αν όχι αποκλειστικά, στο υψηλό κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος. Επομένως χρειαζόταν η δραστική μείωση του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος. Τα μέσα που επιλέχθηκαν για τη μείωση του κόστους εργασίας και της συνεπαγόμενης μείωσης των τιμών , από τις ελληνικές κυβερνήσεις και τους διεθνείς δανειστές ήταν η πρωτοφανής μείωση των ονομαστικών και των πραγματικών μισθών, είτε απευθείας με διοικητικά μέσα , είτε μέσω της παρατεταμένης ύφεσης , είτε με τις διαρθρωτικές αλλαγές στην αγορά εργασίας.

