του Κώστα Μελά
Η προσαρμογή του θεσμικού πλαισίου της ΕΕ στα ζητήματα που έθετε η παγκοσμιοποίηση έγινε κυρίως μέσω της Συνθήκης του Μάαστριχτ και με όσα νομοθετήματα ακολούθησαν. Ο βασικός λογικός πυρήνας των θεσμικών ρυθμίσεων ήταν σε μεγάλο βαθμό η άσκηση της οικονομικής πολιτικής με βάση προκαθορισμένα κριτήρια. Την ευθύνη για την πραγμάτωσή τους θα είχαν «ανεξάρτητες» και «γραφειοκρατικές» δομές που δεν ελέγχονται από τις κυβερνήσεις, δηλαδή από την καθολική ψηφοφορία των πολιτών.
Η αδήριτη πραγματικότητα σε πολλές περιπτώσεις έθεσε εν αμφιβόλω αυτή την οικονομική πολιτική, όπως πχ. στο θέμα της διάσωσης των κρατών. Το πρόβλημα, όμως, είναι ότι οι αναγκαστικές αλλαγές που πραγματοποιήθηκαν ενδυνάμωσαν, αντί να αμβλύνουν, την παρουσία αυτών των «αυτόνομων» τεχνοκρατικών δομών. Έφεραν, μάλιστα, στην Ευρώπη τον υπ’ αριθμόν ένα «τεχνοκρατικό» οργανισμό, το ΔΝΤ.
Η κρίση, δηλαδή, αντί να οδηγήσει τις ευρωπαϊκές ελίτ σε περισσότερη πολιτική αντίληψη των πραγμάτων, τις οδήγησε σε μεγαλύτερη «τεχνοκρατική» αντίληψη. Κατ’ αυτό τον τρόπο διεύρυνε το χάσμα μεταξύ των λαϊκών αναγκών και των δικών τους αποφάσεων. Διευρύνθηκε περισσότερο το λεγόμενο δημοκρατικό κενό, το οποίο εξ αρχής υπάρχει στην ΕΕ.
