Νέα Πολιτική
του Μάριου Νοβακόπουλου*
Η κήρυξη της ανεξαρτησίας της Ελλάδος το 1830 βρήκε δύο ιδεολογίες να
αντιπαλεύουν με τρόπαιο την ταυτότητα του Γένους. Η πρώτη, ζώσα στην
αντίληψη εκατομμυρίων από τη Χιμάρα ως την Τραπεζούντα, στηριζόταν σε αυτό που
λέμε Ρωμιοσύνη: τη συνείδηση της συνέχειας και διαδοχής του λαού και των
αρχών της Ανατολικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Η συσπείρωση γύρω από την
Ορθόδοξη Εκκλησία ήταν ο υπ’ αριθμόν ένα δεσμός, που ένωνε πληθυσμούς
ελληνικούς, ελληνογενείς ή και αλλοφύλους, οι οποίοι όμως αναγνώριζαν τη Ρωμανία
ως κοινή πολιτεία.
Η δεύτερη ήταν τέκνο του Διαφωτισμού. Επηρεασμένη από την αποστροφή
για το μεσαιωνικό παρελθόν, με πιο κριτική στάση έναντι στην Εκκλησία, έβλεπε
την Παλιγγενεσία ως αρχαιοελληνική αναβίωση. Διότι ακριβώς ήταν η
εσωτερίκευση της εικόνας την οποία είχαν πλάσει για τη νεώτερη Ελλάδα οι
δυτικοί μέσα στο μυαλό τους, την αναβίωση του Χρυσού Αιώνος. Έρχονταν οι
ρομαντικοί Φιλέλληνες στην Ελλάδα κι απορούσαν βλέποντας Ανατολίτες ανάμεσα στα
ιερά μάρμαρα.
Με την άφιξη του Όθωνος το 1832 και την εγκαθίδρυση της Βαυαροκρατίας, οι
νέοι κυβερνήτες θέλησαν να κάνουν τη φαντασίωση τους πράξη. Ξεκίνησε μία
διαδικασία εισαγωγής δυτικοτρόπων ιδεών και αντιλήψεων. Πολλές ήταν
απαραίτητες για να συγκροτηθεί το νεότευκτο κράτος, αλλά έγιναν και κάποιες που
ανέτρεψαν την πολιτιστική τάξη. Τέτοια ήταν η κρατικοποίηση της
Εκκλησίας, η κατάργηση των κοινοτήτων και (στο θέμα μας) η αποβολή της ως τότε
ταυτότητας χάριν ενός πνεύματος «αρχαιοπρεπούς». Σχεδόν διακόσια έτη
τώρα, αυτός ο κρατικός Κοραϊσμός έχει παραμείνει ιερός και απαραβίαστος.
Το ρωμαίικο πνεύμα έμεινε λανθάνων αλλά ζωντανό στη λαϊκή ψυχή, αλλά και στο
έργο του Παπαδιαμάντη, του Δραγούμη, του Γιαννόπουλου.

