Από την έντυπη έκδοση της Ναυτεμπορικής
Tου Δημήτρη Σπυράκου*
Εκδόθηκε η πολυ-αναμενόμενη απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου (4/2019) για τα δάνεια σε ελβετικό φράγκο. Το ανώτατο δικαστήριο απέρριψε τελικά την αίτηση αναίρεσης της δανειολήπτριας, η οποία ζητούσε να ελεγχθεί και να κριθεί ως καταχρηστικός ο όρος της σύμβασης που επέρριπτε τον συναλλαγματικό κίνδυνο στον δανειολήπτη.
Η απόφαση σκόρπισε βέβαια απογοήτευση στους χιλιάδες λήπτες των εν λόγω δανείων, ενώ και σε πολλά ΜΜΕ εμφανίστηκε ως «ταφόπλακα» στις ελπίδες τους για τον επαναπροσδιορισμό των υποχρεώσεών τους από τις συμβάσεις αυτές σε μία κατεύθυνση που θα περιορίζει τις συνέπειες από την ακραία ανατροπή της συναλλαγματικής ισοτιμίας. Ωστόσο, μια τέτοια παραίτηση σε καμία περίπτωση δεν είναι δικαιολογημένη.
Η απόφαση του Αρείου Πάγου ουδόλως αμφισβητεί τις βασικές πραγματολογικές παραδοχές, στις οποίες θεμελιώνουν το δικαστικό τους αγώνα οι δανειολήπτες. Σύμφωνα με αυτές τα δάνεια σε συνάλλαγμα διαφέρουν ριζικά από τα παραδοσιακά δάνεια. Κύριο γνώρισμά τους είναι ότι το κόστος δανεισμού καθίσταται αόριστο. Όχι όμως εξαιτίας της διακύμανσης του επιτοκίου. Το πρόβλημα είναι ότι σε αυτά τα δάνεια διακυμαίνεται το κεφάλαιο που θα κληθεί να επιστρέψει ο δανειολήπτης, δηλαδή το ίδιο το θεμέλιο της παροχής. Λόγω της μεταβολής της συναλλαγματικής ισοτιμίας, το κεφάλαιο αυτό διαμορφώνεται από μη προβλέψιμους τελικά για τον καταναλωτή παράγοντες, οι οποίοι μπορεί να ανατρέπουν οποιαδήποτε αναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής και να καθιστούν ανυπέρβλητο το πραγματικό κόστος του δανείου.




