του Χρήστου Γιανναρά
Για τη συντριπτική μάλλον πλειονότητα σήμερα
του ελλαδικού πληθυσμού (και όχι μόνο) οι λέξεις «Παναγιά», «Mεγαλόχαρη»,
«Θεοτόκος» και πλήθος συνώνυμες είναι τόσο κατανοητές όσο και τα «άμπρα –
κατάμπρα» στα μωρουδιακά παραμύθια. Στην καλύτερη περίπτωση σώζουν οι λέξεις
αυτές ένα συναισθηματικό φορτίο θρησκευτικότητας καθηλωμένης στα πολύ παιδικά
χρόνια ή τυποποιημένης σε ιδεολογικό νάρθηκα που προσπαθεί να ισορροπήσει στα
μύχια του ψυχισμού μας ένα αδικαιολόγητο σέβας με έναν σκοτεινό φόβο. O φόβος
είναι για τον θάνατο, το σέβας για την ανάγκη να ξορκίζουμε τον πανικό που
γεννάει το ενδεχόμενο για κάτι άλλο, «μετά».
Δεκαπενταύγουστος,
και οι λέξεις που προανέφερα κυριαρχούν στο τάχα και γιορτινό λεξιλόγιο. Aν
θελήσουμε να ξεθάψουμε ίχνη ρεαλιστικού νοήματος αυτών των λέξεων, πρέπει να
ξεκινήσουμε από μακριά, να ξεδιαλύνουμε τις δυνατότητες που μας απομένουν πια
σήμερα για οποιαδήποτε άλλη γνώση πέρα από ιδεολογήματα. Γιατί σίγουρα υπάρχει
γνώση που κερδίζεται με τη διάνοια, όμως υπάρχει και γνώση που κερδίζεται μόνο
με την αμεσότητα της σχέσης, την εμπειρική μετοχή, την επιστράτευση όλων των
γνωστικών δυνατοτήτων.

