Παρασκευή, 29 Ιουνίου 2018

Χρειαζόμαστε διανεμητικό και όχι κεφαλαιοποιητικό σύστημα κοινωνικής ασφάλισης

iskra



των Σάββα Ρομπόλη και Βασίλη Μπέτση
Στην δημόσια συζήτηση (επιστημονική, πολιτική, κοινωνική) που διεξάγεται στην χώρα μας, προτείνεται η διατήρηση της εθνικής και της ανταποδοτικής  σύνταξης διανεμητικού χαρακτήρα  προσδιορισμένων παροχών και του συστήματος νοητής κεφαλαιοποίησης (ατομικοί λογαριασμοί) για την επικουρική ασφάλιση και την εφάπαξ παροχή, όπως έχουν  διαμορφωθεί από τις ασκούμενες Μνημονιακές πολιτικές της περιόδου 2010-2022.
Παράλληλα, διατυπώνονται προτάσεις συνολικής μετάβασης της κοινωνικής ασφάλισης από το διανεμητικό στο κεφαλαιοποιητικό σύστημα ή επιλεκτικής μετάβασης (επικουρική ασφάλιση και εφάπαξ παροχή) στο κεφαλαιοποιητικό σύστημα. Το επιχείρημα αυτών των προτάσεων, με την επίκληση των δυσμενών δημογραφικών εξελίξεων (υπογεννητικότητα, γήρανση του πληθυσμού), της απασχόλησης (επέκταση  των ευέλικτων μορφών απασχόλησης), των χαμηλών αμοιβών και τον περιορισμό της κρατικής χρηματοδότησης μόνο στην εθνική σύνταξη (7% του ΑΕΠ), είναι η εξασφάλιση στο μέλλον της οικονομικής βιωσιμότητας, παραγνωρίζοντας  εντελώς την κοινωνική αποτελεσματικότητα του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης.

Όμως, είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι στις προτάσεις αυτές, διακρίνει κανείς μία ιδιαίτερη έμφαση στην ατομικότητα, την ιδιωτικοποίηση και την εξατομίκευση της ανταποδοτικής, της επικουρικής ασφάλισης και της εφάπαξ παροχής. Η  παρατήρηση  αυτή  σημαίνει  ότι  η  διανεμητικότητα (εθνική σύνταξη) της κοινωνικής ασφάλισης περιορίζεται στο 25% – 30% και η υπερ-κεφαλαιοποίηση (ατομικοί λογαριασμοί μη προσδιορισμένων παροχών) καθορίζεται στο 70%-75% των συνταξιοδοτικών παροχών, σε αντίθεση με τις υπόλοιπες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπου τα  κεφαλαιοποιητικά  στοιχεία  των  συστημάτων  κοινωνικής  ασφάλισης  αποτελούν κατά μέσο όρο το  30%  και  τα  διανεμητικά-κοινωνικά στοιχεία  αποτελούν κατά μέσο όρο το 70% των συνταξιοδοτικών παροχών.
Ειδικότερα, η πρόταση της περαιτέρω κεφαλαιοποίησης της κοινωνικής ασφάλισης και στις κύριες συντάξεις, επικαλείται, κατά βάση,  την εφαρμογή του συστήματος των ατομικών λογαριασμών νοητής κεφαλαιοποίησης στη Σουηδία, την Ιταλία και τις Βαλτικές χώρες. Όμως, αξίζει  να σημειωθεί, ότι το τελευταίο χρονικό διάστημα στην Σουηδία ασκείται έντονη κριτική για την αποτελεσματικότητα του συστήματος νοητής κεφαλαιοποίησης, που εφαρμόστηκε στη συγκεκριμένη χώρα πριν από δύο δεκαετίες.
Πιο συγκεκριμένα, η κριτική αυτή εστιάζεται στην κατάργηση της έννοιας της αλληλεγγύης στην κοινωνική ασφάλιση καθώς και στην επάρκεια των παροχών (βιοτικό επίπεδο συνταξιούχων), δεδομένου ότι οι αυτόματοι σταθεροποιητές που εφαρμόζονται στο σύστημα νοητής κεφαλαιοποίησης επικεντρώνονται αποκλειστικά στην χρηματοοικονομική ισορροπία του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, παραβλέποντας το ύψος των παροχών. Έτσι, οι ασφαλισμένοι οι οποίοι στον εργασιακό τους βίο αντιμετώπισαν χαμηλό επίπεδο μισθών και ευελιξία της απασχόλησης λαμβάνουν πολύ μικρή σύνταξη. Επιπλέον, είναι προφανές ότι η στρατηγική επιλογή του συστήματος της νοητής κεφαλαιοποίησης, απομακρύνει την κοινωνική ασφάλιση από τις θεμελιώδεις αρχές της, μετατρέποντας το κοινωνικο – ασφαλιστικό δικαίωμα σε ατομική απόδοση, κατευθύνοντας παράλληλα το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης στις αποδόσεις και στις κρίσεις των κεφαλαιαγορών και χρηματαγορών, με ό,τι αυτό αρνητικά συνεπάγεται, ως προς την ανασφάλεια, την αβεβαιότητα και το βιοτικό επίπεδο των ασφαλισμένων και των συνταξιούχων.
Ειδικότερα, το σοβαρότερο πρόβλημα, μεταξύ των άλλων, μίας τέτοιας παρέμβασης στο διανεμητικό σύστημα κοινωνικής ασφάλισης είναι το κόστος μετάβασης από το διανεμητικό σύστημα καθορισμένων εισφορών στους ατομικούς λογαριασμούς νοητής κεφαλαιοποίησης (NDC), σε συνδυασμό με την επιβάρυνση που θα επιφορτισθούν τόσο τα δημόσια οικονομικά της χώρας, όσο και η γενιά της μετάβασης.
Παράλληλα, δεν αντιμετωπίζεται, μεταξύ των άλλων, το πρόβλημα της γήρανσης του πληθυσμού, γιατί και πάλι με τις εισφορές των σημερινών εργαζομένων  χορηγούνται  οι συντάξεις των συνταξιούχων. Η χρήση ραντών ζωής (αναλογιστική παρούσα αξία σειράς πληρωμών) αντιμετωπίζει το πρόβλημα της μακροζωίας, αλλά όχι το πρόβλημα της γήρανσης του πληθυσμού.
Η γήρανση του πληθυσμού αλλάζει την δομή του πληθυσμού μιας χώρας και επηρεάζει το εργατικό δυναμικό και το πλήθος των εργαζομένων, που με τις εισφορές τους καταβάλλονται οι συντάξεις των συνταξιούχων. Έτσι,  από τη στιγμή που το σύστημα της νοητής κεφαλαιοποίησης λειτουργεί με αυτόν τον τρόπο, το πρόβλημα θα παραμένει. Απλά, μεταφέρεται από το κράτος στον ασφαλισμένο,  και αυτό γιατί  ο ασφαλισμένος κατά την στιγμή της συνταξιοδότησης του μπορεί να λάβει παροχή, η οποία θα είναι μικρότερη  από τις εισφορές που θα έχει καταβάλλει. Έτσι,  εάν  οι εισφορές που καταβάλλουν οι εργαζόμενοι δεν επαρκούν για την κάλυψη των συντάξεων τους,  τότε η σύνταξη θα περικόπτεται αυτόματα.
Πιο συγκεκριμένα, η εφαρμογή ενός τέτοιου συστήματος και στην κύρια σύνταξη, λαμβάνοντας υπόψη  τις δημογραφικές προβολές, την γήρανση του πληθυσμού και τις ευέλικτες μορφές απασχόλησης, θα οδηγήσει στην χώρα μας σε μία μέση κύρια σύνταξη περίπου στα 250 ευρώ (μεικτά) τον μήνα.
Με άλλα λόγια, σύμφωνα με την πρόταση αυτή, η οποία  προσάδει περισσότερο με πρόταση  ασφαλιστικού marketing  και λιγότερο με πρόταση μεταρρύθμισης  του  κοινωνικο-ασφαλιστικού συστήματος, θα καταργηθεί η εθνική σύνταξη που χρηματοδοτεί το κράτος από την φορολογία καθώς και η διανεμητικότητα του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, για να αντικατασταθεί από μια μικρότερη σύνταξη που θα υπόκεινται στον κίνδυνο της γήρανσης του πληθυσμού, των οικονομικών κύκλων και των  αγορών. Αυτό το ποσό θα συμπληρώνεται από μία υποχρεωτική επικουρική σύνταξη  κεφαλαιοποιητικού χαρακτήρα, το ύψος της οποίας θα προσεγγίζει τα 250 ευρώ (μεικτά), με 6%  συνολικές εισφορές εργαζομένων και εργοδοτών  και το επίπεδο της θα εξαρτάται από την απόδοση των επενδύσεων και τους κινδύνους των κεφαλαιαγορών και  των χρηματαγορών.
Άρα, το συνολικό ποσό κύριας και επικουρικής σύνταξης δεν θα ξεπερνάει τα 500 ευρώ (μεικτά)  τον μήνα, καταργώντας κάθε χρηματοδότηση  και κάθε εγγύηση του κράτους, με αποτέλεσμα την ανησυχητική, κοινωνικά, πολιτικά  και  μακροοικονομικά, διεύρυνση  της  φτωχοποίησης του πληθυσμού  στην  χώρα  μας.
Επίσης, ο ισχυρισμός  της  συγκεκριμένης πρότασης ότι η μείωση των εισφορών στο 10% θα οδηγήσει σε αύξηση της απασχόλησης και μείωση της ανεργίας δεν επιβεβαιώνεται και αυτό γιατί τα οικονομετρικά υποδείγματα που χρησιμοποιούνται για  αυτές  τις  προβλέψεις έχουν μια σημαντική παράληψη, η οποία συνίσταται  στον  δημογραφικό παράγοντα.
Με τα δεδομένα αυτά, είναι εύληπτο  με τον πιο σαφή τρόπο, ότι η κοινωνική ασφάλιση  ως  υποχρεωτική θα πρέπει να λειτουργεί με το διανεμητικό σύστημα των καθορισμένων παροχών και να στηρίζεται στις βασικές αρχές της κοινωνικής ασφάλισης που είναι η αλληλεγγύη των γενεών, η ισότητα των μελών και η αναλογικότητα των εισφορών και παροχών.
Αξίζει να σημειωθεί ότι χώρες, όπως η Γερμανία και η Γαλλία, διατηρούν τον βασικό πυλώνα της κοινωνικής ασφάλισης εφαρμόζοντας το διανεμητικό σύστημα καθορισμένων παροχών, πραγματοποιώντας παραμετρικές αλλαγές, προκειμένου να εξασφαλίζεται η  προσαρμογή στην γήρανση του πληθυσμού.
Συμπερασματικά, η εφαρμογή του συστήματος νοητής κεφαλαιοποίησης και στην κύρια σύνταξη (ατομικές μερίδες) και την υγεία (ατομικά προγράμματα) δεν θα λύσει το συνταξιοδοτικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει το κοινωνικο-ασφαλιστικό σύστημα της χώρας μας. Αντίθετα, θα το οξύνει οικονομικά και κοινωνικά και αυτό γιατί πρώτον θα πρέπει να αντιμετωπιστεί το μεγάλο κόστος μετάβασης, το οποίο θα το επωμιστούν οι φορολογούμενοι πολίτες (100-120 δις ευρώ), δηλαδή οι νέες γενιές,  δεύτερον δεν αντιμετωπίζεται το φαινόμενο της γήρανσης του πληθυσμού και τρίτον δεν παρέχεται ένα υψηλότερο επίπεδο παροχών στους ασφαλισμένους συγκριτικά με το ισχύον σύστημα της κύριας ασφάλισης.
Η κύρια διαφορά του συστήματος της νοητής κεφαλαιοποίησης (ατομικές μερίδες) με το σύστημα της εθνικής και της ανταποδοτικής σύνταξης, είναι ότι το κράτος δεν αναλαμβάνει καμία ευθύνη απέναντι στον ασφαλισμένο (δεν παρέχει καμία χρηματοδότηση) και ο κίνδυνος του γήρατος μεταφέρεται εξ ολοκλήρου στον ασφαλισμένο/συνταξιούχο. Αντίθετα, ένα διανεμητικό σύστημα κοινωνικής ασφάλισης, μπορεί να καταστεί μακροχρόνια βιώσιμο και κοινωνικά αποτελεσματικό, εφόσον υπάρχει συνεχής αναλογιστική αποτίμηση, η οποία  θα εξασφαλίζει ότι η περίοδος της  συνταξιοδότησης  είναι ανάλογη της περιόδου καταβολής των εισφορών των εργαζομένων/εργοδοτών και του κράτους.
Με άλλα λόγια, όπως αποδεικνύεται με τον πιο σαφή και εύληπτο τρόπο, η κοινωνική ασφάλιση καλύπτει κινδύνους γήρατος και ασθενείας με επάρκεια και κοινωνική αποτελεσματικότητα, ενώ η ιδιωτική κερδοσκοπική ασφάλιση αναλαμβάνει την κάλυψη κινδύνων με βασικό κριτήριο την μεγιστοποίηση της κερδοφορίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί  η  κατάρρευση  της ασφαλιστικής εταιρείας ΑΙG την οποία διέσωσε ο Κρατικός Προϋπολογισμός των ΗΠΑ (φορολογία) καταβάλλοντας περίπου 85 δις δολάρια.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου