Δευτέρα, 14 Μαΐου 2018

Οι στρατηγικές επιλογές ΣΥΡΙΖΑ-ΝΔ προ της κάλπης


Τα περιορισμένα περιθώρια κινήσεων στο μεταμνημονιακό τοπίο και πού θα πρέπει να στοχεύσουν τα δύο πολιτικά κόμματα. Η «ενεργοποίηση της βάσης» και η «κεντρώα προσέγγιση». 

Γράφει ο Τάκης Μίχας.

Οι επόμενες εκλογές θα είναι σε ένα επίπεδο ιδιαίτερα βαρετές, σε ένα άλλο, όχι.
Θα είναι βαρετές όσον αφορά το ουσιαστικό περιεχόμενο της αντιπαράθεσης. Στον βαθμό που και τα δύο μεγάλα κόμματα ενστερνίζονται την πολιτική της παραμονής με κάθε όρο της Ελλάδας στην ευρωζώνη, δεν έχουν άλλες επιλογές παρά να συνεχίσουν να εφαρμόζουν τους όρους της τελευταίας δανειστικής συμφωνίας, που προφανώς θέτει τεράστιους περιορισμούς στη δυνατότητα μιας κυβέρνησης να ακολουθήσει τη δική της οικονομική πολιτική. Και αυτό είναι κάτι που το γνωρίζουν οι περισσότεροι ψηφοφόροι. Οσο λοιπόν αφορά το περιεχόμενο στο βαθμό που όλες οι αποφάσεις λαμβάνονται εκτός Ελλάδας, οι τυχόν διαφωνίες δεν θα πρέπει να λαμβάνονται σοβαρά.
Αλλά αν οι εκλογές θα είναι βαρετές από τη σκοπιά του περιεχομένου, το ίδιο δεν συμβαίνει στο επίπεδο της στρατηγικής. Εδω υπάρχουν ουσιαστικές διαφορές, που ξεκινούν από τους διαφορετικούς στόχους των δύο μεγάλων κομμάτων.
Για τον Σύριζα η στρατηγική είναι «ενεργοποίηση της βάσης» («energizing the base»). Το μεγάλο του πρόβλημα είναι της συσπείρωσης των ψηφοφόρων του, οι οποίοι τον έχουν εγκαταλείψει αλλά δεν έχουν προσχωρήσει σε άλλο κόμμα. Με άλλα λόγια, αναγκαία και ικανή συνθήκη για την επιτυχία του Σύριζα είναι να ξαναπάρει τους ψηφοφόρους του, όχι να αποσπάσει νέους από άλλους πολιτικούς χώρους. Αυτό με τη σειρά του προσδιορίζει τις παραμέτρους εντός των οποίων θα κινηθεί. Ασφαλώς θα υπάρξει ξανά επίκληση στα λάβαρα και τα ιερά και όσια της Αριστεράς, όχι τόσο για να αποδείξει ότι πρόκειται για ένα πραγματικά αριστερό κόμμα -κάτι πολύ δύσκολο- αλλά για να θυμίσει στην εκλογική μάζα ότι κάθε άλλη επιλογή θα είναι ακόμα πιο «δεξιά».

Ο κ. Τσίπρας δεν χρειάζεται να αποδείξει ότι ο κ. Μητσοτάκης είναι κατ’ ανάγκη ένας «ανάλγητος νεοφιλελεύθερος» που θα ακολουθήσει με ακόμη μεγαλύτερη σκληρότητα μνημονιακές πολιτικές. Αυτό που χρειάζεται να δείξει είναι ότι άνοδος της ΝΔ στη εξουσία εμπεριέχει μεγαλύτερο ρίσκο να εφαρμοσθούν οι προαναφερθείσες πολιτικές από ό,τι άνοδος του Σύριζα. Με άλλα λόγια, το πρόβλημα του πρωθυπουργού δεν είναι ο κ. Μητσοτάκης.
Είναι κυρίως η αποχή και σε μικρότερο βαθμό πολιτικές δυνάμεις που βρίσκονται στα αριστερά του Σύριζα.
Για τη ΝΔ, η στρατηγική θα είναι της «κεντρώας προσέγγισης». Στόχος της στρατηγικής αυτής είναι κυρίως να μείνουν οι πρώην ψηφοφόροι του Σύριζα την Κυριακή σπίτια τους και δευτερευόντως να διευρύνει την εκλογική της πελατεία τόσο προς τα αριστερά όσο και προς τα δεξιά. Αυτό σημαίνει ασφαλώς «θάψιμο» κάθε αναφοράς σε ιδεολογικές καθαρότητες -κάτι όχι ιδιαίτερα δύσκολο σε ένα κόμμα όπως η ΝΔ...- και ένας πολιτικός λόγος που θα κατακλύζεται από κοινοτοπίες και στρογγυλέματα του τύπου «η γη είναι στρογγυλή», με έμφαση ιδιαίτερα στα εθνικά θέματα.
Στα πλαίσια αυτά θα ήταν λάθος να προβληθεί το επιχείρημα -όπως έκαναν στελέχη της στο παρελθόν- ότι «ο Σύριζα δεν είναι ένα πραγματικό αριστερό κόμμα». Διότι αυτό που μετράει για το μεγαλύτερο μέρος του εκλογικού σώματος δεν είναι αν ο Σύριζα είναι πραγματικά αριστερό κόμμα αλλά αν είναι πιο αριστερό (δηλ. λιγότερο φιλομνημονιακό) από τη ΝΔ. Στον βαθμό λοιπόν που η ΝΔ θα πρέπει να επιδείξει «φιλολαϊκό» και «νεωτεριστικό» προφίλ, θα είχε πολλά να μάθει αν κοίταζε λίγο τις εκλογικές εκστρατείες στη Λατινική Αμερική.
Στο Εκουαντόρ π.χ. ο τέως πρόεδρος Ραφαέλ Κορέα συνήθιζε να πηγαίνει να κοιμάται στις φτωχογειτονιές, στα σπίτια απλών ανθρώπων. Στην Αργεντινή, ο Μάκρι κέρδισε τις εκλογές όταν στη μεγάλη προεκλογική του συγκέντρωση χόρεψε με μια κοπέλα από τον κόσμο regaton.
Για να συνοψίσουμε και να απλοποιήσουμε κάπως: Στις επόμενες εκλογές, ο Σύριζα θα ακολουθήσει στρατηγική Τραμπ ενώ η ΝΔ στρατηγική Κλίντον. Με την ουσιαστική διαφορά φυσικά ότι ενώ στις αμερικανικές εκλογές οι δύο υποψήφιοι είχαν τη δυνατότητα να αντιπαρατεθούν και σε θέματα ουσιαστικού περιεχομένου, στην Ελλάδα, από τη στιγμή που υπογράφησαν τα «μνημόνια», αυτή η δυνατότητα ουσιαστικά δεν υπάρχει.

euro2day

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου