Παρασκευή, 11 Μαΐου 2018

Ο αγώνας για την εθνική παλιγγενεσία… καλά κρατεί*

Το Ποντίκι


του Ξενοφώντος Μπρουντζάκη

Τι ακριβώς συντελέστηκε ώστε να ωριμάσει και να προωθηθεί η ιδέα της Ανεξαρτησίας; Ποιες ήταν εκείνες οι συγκυρίες που ευνόησαν τις διαδικασίες αυτού του τολμήματος;
Να συμφωνήσουμε ότι ο αγώνας για την εθνική παλιγγενεσία δεν υπήρξε αποτέλεσμα αυθόρμητων ενεργειών ούτε και αιφνιδιαστικών αποφάσεων. Δεν υπήρξε κεραυνός εν αιθρία. Προφανώς και ήταν αποτέλεσμα μακροχρόνιων σχεδιασμών και επιδιώξεων – μια διαδικασία που διαμορφωνόταν εξελικτικά μέσα στα χρόνια. Ο ρόλος της Φιλικής Εταιρίας ήταν να διεισδύσει σε εκείνες τις κοινωνικές ομάδες που κατείχαν και διαχειρίζονταν την εξουσία και έως εκ τούτου θα μπορούσαν να ηγηθούν ενός ξεσηκωμού με τον έναν ή τον άλλο τρόπο.
Εδώ να τονίσουμε το γεγονός ότι στη Φιλική Εταιρεία, όπως πιθανόν εσφαλμένα πιστεύεται από μερικούς, δεν συμμετείχαν ισχυροί έμποροι και ανώτεροι ιεράρχες, ούτε σημαντικοί λόγιοι και εκπρόσωποι των ισχυρών φαναριώτικων οικογενειών. Επίσης, να θυμηθούμε ότι οι τρεις ιδρυτές της, ο Σκουφάς, ο Τσακάλωφ και ο Ξάνθος, δεν διέθεταν ούτε ιδιαίτερο κύρος μεταξύ των Ελλήνων, ούτε οικονομικά μέσα. Οι περισσότεροι μάλιστα από τους ομογενείς που κατείχαν και διοικητικές θέσεις και διέθεταν σημαντική επιρροή, δεν ενθουσιάζονταν καθόλου με την ιδέα του ξεσηκωμού. Την ίδια άποψη διατύπωναν πολλοί σημαντικοί Έλληνες και αρκετοί λόγιοι. Το έθνος ήταν ανέτοιμο για ένα παρόμοιο εγχείρημα. Εν συντομία, με εξαίρεση κάποιες καλές αλλά περιθωριοποιημένες οικογένειες, κανείς δεν ήθελε να πάρει το ρίσκο της συμμετοχής σ’ ένα τέτοιο απονενοημένο εγχείρημα, το οποίο, οι περισσότεροι πίστευαν – και όχι άδικα – ότι θα κατέληγε στον αφανισμό του Έθνους. Οι ομάδες, δε, που ήταν κυριολεκτικά απούσες στην έναρξη της επανάστασης ήταν οι μεγαλέμποροι και οι λόγιοι…

Την Εθνική Παλιγγενεσία ακολούθησε ο ανηλεής και αδυσώπητος αγώνας των προυχοντικών ομάδων προκειμένου να καταλάβουν τις θέσεις εξουσίας στο νεοσύστατο κράτος που γεννιόταν, πράγμα που αποδείχτηκε καταστροφικό γιατί αυτές οι διαμάχες για τη διατήρηση των προνομίων των κοτζαμπάσηδων δεν επέτρεψαν τη δημιουργία ενός δυτικού, σοβαρού κράτους δικαίου… Αυτή η θλιβερή πραγματικότητα του νέου ελληνικού κράτους συνεχίζεται ως τις μέρες μας, όπου κάθε ουσιαστική μεταρρυθμιστική προσπάθεια πέφτει θύμα του τυφλού κομματισμού που καλλιεργεί έναν εφιαλτικό λαϊκισμό σε βάρος της πατρίδας και της εθνικής μας υπόστασης.
Έτσι, μοιραία, μετά την Επανάσταση, την οργάνωση του κράτους την ανέλαβαν οι Προστάτιδες Δυνάμεις κι όχι εκείνοι που πολέμησαν για την ελευθερία του τόπου. Από την αρχή έγινε φανερό ότι το νέο αυτό κράτος, που υπήρξε δικό τους δημιούργημα, θα εξυπηρετούσε τις δικές τους πολιτικές και θα εντασσόταν μέσα στο γενικότερο πλαίσιο των δικών τους σχεδίων. Απέναντί τους συντάχθηκαν λυσσαλέα οι ντόπιες ομάδες συμφερόντων, οι οποίες θεωρούσαν ότι τους… ανήκει δικαιωματικά το νεοσυσταθέν κρατίδιο. Η σύγκρουση αυτή επέφερε την πτώση του Όθωνα το 1862 και ολοκληρώθηκε το 1875 με την αρχή της δεδηλωμένης και τη μεταβίβαση του ελέγχου του κράτους στους νέους κοτζαμπάσηδες…
Το πρωτόκολλο της ανεξαρτησίας της Ελλάδας το υπέγραψαν στις 3 Φεβρουαρίου του 1830 στο Λονδίνο η Αγγλία, η Γαλλία και η Ρωσία. Ήταν η πρώτη επίσημη διεθνής διπλωματική πράξη που αναγνώριζε την Ελλάδα ως κυρίαρχο και ανεξάρτητο κράτος, το οποίο θα επεκτεινόταν νότια της συνοριακής γραμμής που όριζαν οι ποταμοί Αχελώος και Σπερχειός. Πρώτος κυβερνήτης του νεοσύστατου κράτους υπήρξε ο Ιωάννης Καποδίστριας.
Ευθύς αμέσως, ο Καποδίστριας βρέθηκε αντιμέτωπος με τη διακοίνωση των αντιπρέσβεων που δίχως περιστροφές αναφέρουν ότι το νεοσύστατο κρατίδιο οφείλει να υπακούει στη θέληση των τριών Δυνάμεων που απελευθέρωσαν τον τόπο. Η Ελλάδα, το δίχως άλλο, δεν έχει καμιά δυνατότητα διαπραγμάτευσης γιατί, εκτός των άλλων, είναι ολωσδιόλου εξαρτημένη και οικονομικά από τις Δυνάμεις. Έτσι, ο κυβερνήτης υπογράφει τους δυσμενέστατους όρους, κυρίως εκείνους που κάνουν λόγο για τα σύνορα της Ελλάδας και τη ρητή απαγόρευση επέκτασής τους σύμφωνα με τη θέληση των Δυνάμεων. Εδώ καλό είναι να τονίσουμε το δυσμενές διεθνές περιβάλλον για αλλαγές συνόρων, όπως αυτό προέκυπτε από τη συμφωνία των Μεγάλων Δυνάμεων από το 1815.
Το 1862, η ανατροπή του νεαρού βασιλιά έμοιαζε σαν μια δεύτερη ευκαιρία για το νεοϊδρυθέν από τις Μεγάλες Δυνάμεις κρατίδιο. Είχε – υποτίθεται – φτάσει η ώρα της δημοκρατίας. Οι εγχώριες, ωστόσο, ευθύνες για να μην συντελεστεί καμιά πρόοδος, να μην αλλάξει τίποτα που θα έθιγε τα συμφέροντα που ήθελαν να έχουν τον απόλυτο έλεγχο της εξουσίας, ήταν τεράστιες. Ταυτόχρονα, τα περιορισμένα σύνορα του κρατιδίου ήταν ανασταλτικός παράγων για την ανάπτυξη κι αυτό οι Έλληνες το έριχναν στους ξένους – όπως συχνά συνηθίζουν τις περισσότερες φορές να πράττουν και τώρα και τότε προκειμένου να καλύψουν τις δικές τους παραλήψεις, αδυναμίες και σκοπιμότητες. Η μικρή έκταση του βασιλείου δεν μπορούσε να δώσει μια δυναμική ώθηση ώστε να σταθεί αντάξιο των καλλιεργημένων προσδοκιών του – που υπερέβαιναν κατά πολύ τα στενά όρια της χώρας.
Τα περιορισμένα σύνορα που συνεπάγονταν και περιορισμένες δυνατότητες επικαλέστηκε και ο Λεοπόλδος του Σαξβούργου προκειμένου να αποποιηθεί το στέμμα του ελληνικού βασιλείου που του προσέφεραν. Αυτή η πραγματικότητα αποτελούσε και το ισχυρότερο όπλο της ελληνικής διπλωματίας κάθε φορά που διεκδικούσε ένα κομμάτι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Έτσι, οι Έλληνες είχαν καταφέρει με έναν τρόπο να εξάγουν την ευθύνη τους για την αδυναμία τους και την άρνησή τους στην ουσία να προσαρμοστούν στις συνθήκες ενός σύγχρονου ευρωπαϊκού κράτους. Υποτίθεται, λοιπόν, ότι οι Μεγάλες Δυνάμεις που είχαν συγκροτήσει το νέο ελληνικό κρατίδιο (καταστρατηγώντας όλες τις ευρωπαϊκές αντικειμενικές συνθήκες και κατά παράφορη παραβίαση των συμφωνιών της εποχής) ήταν ένοχες και υπεύθυνες γιατί η Ελλάδα δεν μπορούσε, λόγω στενότητας χώρου, να αναπτυχθεί σε ένα κράτος ευρωπαϊκών προδιαγραφών… 
Οι αποτυχίες είναι πολλές, τόσο στο στρατιωτικό επίπεδο όσο και στο διπλωματικό. Αποκορύφωμα, η περίοδος του Κριμαϊκού Πολέμου που η χώρα ταυτίστηκε με τους Ρώσους, οι οποίοι ήταν μισητή δύναμη για τους δυτικοευρωπαίους. Αυτή η αστοχία επιδείνωσε την ήδη ανυπόστατη εικόνα της χώρας στην Ευρώπη. Με όλα αυτά, η Ελλάδα είχε αποτύχει οικτρά παρά τις φιλότιμες προσπάθειες που υπήρξαν να γίνει ένα πολιτισμένο κράτος. Ένα κράτος όπου ο πολιτισμός θα συνδυαζόταν με την αστική ανάπτυξη, τη βιομηχανία, το εμπόριο, τον εκσυγχρονισμό της γεωργίας, δηλαδή με όλο το φάσμα της οικονομικής άνθισης. Δυστυχώς, η αποτυχία της Ελλάδας να γίνει μια ευρωπαϊκή χώρα υπήρξε παταγώδης όπως και το θεώρημα που ήθελε ως αναγκαία συνθήκη για αυτό την ανατροπή των Οθωμανών. Τίποτα δεν στάθηκε ικανό να οδηγήσει τη χώρα στη χορεία των πολιτισμένων και αναπτυγμένων κρατών. Η Ελλάδα έδειχνε – και ήταν – τραγικά ανήμπορη να παρακολουθήσει την ανοδική τους πορεία…



Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ, τεύχος 2015 στις 4-4-2018

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου