Σελίδες

Πέμπτη 27 Ιουνίου 2019

Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΘΕΡΙΣΟΥ (10 Μαρτίου 1905)



ΤΟ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ ΤΟΥ ΘΕΡΙΣΟΥ

Ο ΠΡΟΑΓΓΕΛΟΣ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ



Μετά τον ατυχή πόλεμο του 1897 η Μεγαλόνησος απέκτησε την αυτονομία της υπό τον ύπατο αρμοστή Γεώργιο. Ο Πρίγκιπας έφθασε στην Κρήτη στις 9 Δεκεμβρίου 1898 και ανέλαβε τα καθήκοντά του. Με ταχύτατες διαδικασίες η Κρητική Πολιτεία άρχισε να λειτουργεί τους θεσμούς της. Στις 9 Ιανουαρίου 1899 δημοσιεύτηκε το διάταγμα της συγκλήσεως της Εθνοσυνελεύσεως και προκηρύξεως εκλογών για τις 8 Φεβρουαρίου 1899. Η αναλογία των βουλευτών 138 για τους Χριστιανούς και 50 για τους Μουσουλμάνους. Η Βουλή σε ύποπτα μικρό χρονικό διάστημα ολίγων ημερών συνέταξε Σύνταγμα, το οποίο αμέσως επικύρωσε ο ηγεμόνας. Το νέο Σύνταγμα ήταν φιλομοναρχικό, σκληρό και απολυταρχικό, αναγνώριζε δε ελάχιστες λαϊκές ελευθερίες...


Ο ακτήμων λαός, ο οποίος είχε σηκώσει το βάρος των συνεχών επαναστάσεων, παρέμεινε και πάλι πτωχός, αφού αγνοήθηκε το πάγιο αίτημα της διανομής της γης. Πρόεδρος της Κυβέρνησης (μετά την άρνηση του Σφακιανάκη) διορίστηκε ο Ν. Γιαμαλάκης και προϊστάμενοι των πέντε διευθύνσεων (έτσι ονομάστηκαν τα Υπουργεία), οι, Ελ. Βενιζέλος της Δικαοσύνης, Μ. Κούνδουρος των Εσωτερικών, Κ. Φούμης των Οικονομικών, Ν. Γιαμαλάκης της Εκπαιδεύσεως και των Θρησκευμάτων και Χασάν Σκυλιανάκης της Ασφάλειας.

Οι αρμονικές στην αρχή σχέσεις του Πρίγκιπα και του Ελ. Βενιζέλου διαταράχτηκαν εξ αιτίας του ιδιαιτέρου Γραμματέως του πρώτου, Ανδρέα Παπαδιαμαντόπουλου, ο οποίος θεωρούσε ότι η διακυβέρνηση του νησιού έπρεπε να γίνεται από το γραφείο του. Ο Ελ. Βενιζέλος στη συνέχεια ζήτησε από τον Πρίγκιπα - Ηγεμόνα με τη λήξη της τριετούς θητείας του να μην αρκεσθεί στην παράταση της θητείας του από τις Δυνάμεις, να παύσει να είναι εντολοδόχος αυτών, να εκλεγεί από την Εθνοσυνέλευση, οπότε τα ξένα στρατεύματα θα αποσύρονταν.

Οι Κρήτες δεν έβγαιναν στα βουνά μόνο στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας προκειμένου να διεκδικήσουν την ελευθερία τους και την ένωση με την Ελλάδα. Το έκαναν και στη διάρκεια της Κρητικής Πολιτείας, του πολιτεύματος που οι Μεγάλες Δυνάμεις παρουσίασαν ως αυτόνομο, αλλά στην πραγματικότητα ήταν μια περίοδος διεθνούς κατοχής, υπό την επικυριαρχία του σουλτάνου. Ήταν, στις 10 Μαρτίου 1905, όταν χιλιάδες παλιοί και νέοι επαναστάτες, με αρχηγό τον Ελευθέριο Βενιζέλο, ανέβαιναν στο Θέρισο, με διπλό στόχο:


  • Να καταγγείλουν, απ’ τη μια, την αυταρχική πολιτική του πολιτική του ηγεμόνα της Κρήτης πρίγκιπα Γεωργίου, δευτερότοκου γιου του Έλληνα μονάρχη, κι απ’ την άλλη 
  • Να διατρανώσουν την αποφασιστικότητά τους για την άμεση λύση του πολιτικού και εθνικού προβλήματος της Κρήτης, που δεν θα ερχόταν παρά μόνο με την ένωση.


Κατά ένα τρόπο το κίνημα του Θερίσου, που σήμανε και την αρχή του τέλους της παρουσίας του πρίγκιπα στο νησί, ήταν και η πολιτική απάντηση του Βενιζέλου στα γεγονότα που είχαν συμβεί ακριβώς πριν 4 χρόνια. Μάρτης ήταν και τότε, του 1901, όταν ενώ ήταν Σύμβουλος (υπουργός) Δικαιοσύνης του Γεωργίου διαφώνησε δημόσια με την πολιτική του πρίγκιπα, με συνέντευξη στην εφημερίδα «Ακρόπολις» του Βλάσση Γαβριηλίδη, η οποία δημοσιεύτηκε στις 17 Μαρτίου, και την ίδια μέρα έστελνε και επιστολή στον ίδιο τον αρμοστή για να διαφωνήσει με τους χειρισμούς του, αλλά και να καταγγείλει το περιβάλλον του.

Από τη συνέντευξη πολλοί συμπέραναν ότι ο Βενιζέλος ήταν υπέρ της κήρυξης της Κρήτης σε αυτόνομη ηγεμονία, ως οριστικό μοντέλο πολιτεύματος για το νησί. Την επομένη, στις 18 Μαρτίου, ο πρίγκιπας εξέδιδε διάταγμα για την απόλυση του συμβούλου του. Κυρίως επειδή τόλμησε να διαφωνήσει μαζί του δημόσια. Με το κίνημα του Θερίσου ο Βενιζέλος έβρισκε την ευκαιρία να δώσει τη δική του απάντηση. Και τον πρίγκιπα να καταγγείλει για την πολιτική του, αλλά παράλληλα να πάρει τα όπλα για την ένωση και να διαψεύσει όσους τον ήθελαν υποστηρικτή της ηγεμονίας. 

Μετά τις συγκρούσεις με τον Βενιζέλο, τον Μάρτιο του 1901, ο Γεώργιος περιόρισε δραματικά τις ελευθερίες των Κρητών. Η εναντίον του αρθρογραφία αρκετών εφημερίδων του νησιού τον οδήγησε στην κατάργηση της ελευθεροτυπίας, σε διώξεις και φυλακίσεις των παραγόντων εκείνων που «τολμούσαν» να εκφράσουν διαφορετική γνώμη ή να του ασκήσουν κριτική. Μετατράπηκε σε απόλυτο άρχοντα. Το γεγονός αυτό, μαζί με την παράταση της εκκρεμότητας του εθνικού ζητήματος, της ένωσης της Κρήτης με την Ελλάδα, διαμόρφωσε κλίμα έντονα αντιπριγκιπικό.

Πολύ περισσότερο που ο ίδιος είχε μετατραπεί σε έναν κομματάρχη, θέλοντας να κατευθύνει και να καθοδηγήσει τα πολιτικά και κομματικά πράγματα στο νησί. Η δυσαρέσκεια των Κρητικών φυσικά αφορούσε και στις Μεγάλες Δυνάμεις, η υλοποίηση των υποσχέσεων των οποίων για σύντομη λύση του Κρητικού ζητήματος έπαιρνε συνεχώς αναβολή. Τα γεγονότα αυτά οδήγησαν στη συγκρότηση ενός μετώπου της αντιπολίτευσης, το οποίο συσπειρώθηκε γύρω από τον Ελευθέριο Βενιζέλο και τελικά στην επανάσταση του Θερίσου, στις 10 Μαρτίου 1905.

 Το κίνημα διήρκεσε μέχρι τον Αύγουστο εκείνης της χρονιάς, και ολοκληρώθηκε αφού πρώτα συσπείρωσε μεγάλες μάζες του Κρητικού λαού στην επαναστατική γραμμή που είχε χαράξει ο Βενιζέλος. Υποχρέωσε τις Μεγάλες Δυνάμεις να δεχτούν στο Κρητικό σύνταγμα και στο πολίτευμα της αυτονομίας μεταρρυθμίσεις οι οποίες ενίσχυαν τις λαϊκές ελευθερίες. Την επόμενη χρονιά έγιναν εκλογές για συντακτική συνέλευση, η οποία τροποποίησε το σύνταγμα, ενώ η Κρήτη απέκτησε πλέον Πολιτοφυλακή (στρατό) οργανωμένη από αξιωματικούς του Ελληνικού στρατού, αλλά και χωροφυλακή συγκροτημένη σε άλλη βάση πλέον.




Η ένωση δεν κατακτήθηκε τότε, αλλά ήταν πλέον ξεκάθαρο ότι οι Κρήτες δεν μπορούσαν να δεχτούν επ’ αόριστο αναβολή. Παράλληλα το αντιπριγκιπικό κλίμα που διαμορφώθηκε ήταν τόσο έντονο ώστε την επόμενη χρονιά, κι αφού οι Προστάτιδες Δυνάμεις αναγκάστηκαν να παραχωρήσουν στο βασιλιά των Ελλήνων το δικαίωμα του διορισμού του αρμοστή της Κρήτης (14 Αυγούστου 1906), ο πρίγκιπας Γεώργιος υποχρεώθηκε σε παραίτηση, στις 12 Σεπτεμβρίου 1906. Τον διαδέχτηκε ο μετέπειτα πρωθυπουργός της Ελλάδας Αλέξανδρος Ζαΐμης. 

Ένα ακόμη σημαντικό στοιχείο σε σχέση με τα αποτελέσματα της πολύμηνης εξέγερσης ήταν το γεγονός ότι οι Μεγάλες Δυνάμεις αναγκάστηκαν να αναγνωρίσουν και άλλο συνομιλητή τους την Κρήτη, εκτός από τον πρίγκιπα. Ήταν ο Βενιζέλος και οι συνεργάτες του της «Ηνωμένης Αντιπολιτεύσεως». Ο Βενιζέλος επέβαλλε στους προξένους των Μεγάλων Δυνάμεων συνάντηση στις Μουρνιές στις 2 Νοεμβρίου 1905, στην οποία υπογράφηκε πρωτόκολλο αποδοχής των όρων που έθετε η επανάσταση. Ήταν το τυπικό τέλος του κινήματος αυτό. Τότε οι πρόξενοι, μετά από συνεννοήσεις με τις κυβερνήσεις τους, αποδέχτηκαν την επίσκεψη στην Κρήτη διεθνούς επιτροπείας που θα υπέβαλλε έκθεση για την κατάσταση στο νησί και τις αλλαγές που θα έπρεπε να γίνουν.

Η επίσκεψη αυτή έγινε το Φεβρουάριο του 1906 και επακόλουθο της έκθεσής της επιτροπείας ήταν οι νέες ρυθμίσεις στο πολίτευμα, με την οργάνωση Πολιτοφυλακής και Κρητικής Χωροφυλακής, αλλά και η χορήγηση στο βασιλιά των Ελλήνων του δικαιώματος διορισμού του αρμοστή. Λίγες ημέρες πριν εκδηλωθεί το κίνημα στις 26 Φεβρουαρίου 1905, η «Ηνωμένη Αντιπολίτευσις» διεκήρυξε πως η μόνη ορθή λύση ήταν η ένωση, ενώ το πολίτευμα της αυτονομίας ήταν προσωρινό στάδιο. Και γι αυτό το λόγο ξεκινούσε αγώνα, ακόμη και με ένοπλες συναθροίσεις, που είχε στόχο και το δεσποτισμό του πρίγκιπα.

Η ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ

Το 1898 για την Κρήτη είναι ο χρόνος που ξεκινά η ελευθερία της ύστερα από τη μακραίωνη σκλαβιά στους Τούρκους. Μετά από τη φοβερή σφαγή στο Ηράκλειο στις 25 Αυγούστου 1898 οι Χριστιανοί δεν ήταν δυνατόν να συγκρατηθούν άλλο. Ζητούσαν εκδίκηση. Ευτυχώς οι αρμόδιοι επικεφαλής έκαναν έκκληση για αυτοσυγκράτηση γιατί οι Μεγάλες Δυνάμεις αποφάσισαν να επιβάλουν στους πρωταίτιους δίκαιη τιμωρία και να οδηγήσουν το Κρητικό ζήτημα στη λύση του. Τότε οι Μεγάλες Δυνάμεις απαίτησαν από την Υψηλή Πύλη την άμεση απομάκρυνση του Τουρκικού στρατού από την Κρήτη.

Επίσης συνελήφθησαν και εξορίστηκαν πολλοί Τούρκοι ενώ οι πρωταίτιοι 17 Τουρκοκρητικοί, απαγχονίστηκαν στη μικρή πλατεία του λιμανιού. Ο δρόμος προς την ελευθερία είχε ανοίξει οριστικά. Στις 2 Νοεμβρίου 1898 και ο τελευταίος Τούρκος στρατιώτης εγκατέλειπε οριστικά την Κρήτη. Στις 5 Νοεμβρίου κατέθεσαν και οι Χριστιανοί τα όπλα και τότε οι Μεγάλες Δυνάμεις έδωσαν εντολή στον πρίγκιπα Γεώργιο να έρθει στην Κρήτη σαν Ύπατος Αρμοστής. Η δουλεία είχε λήξει οριστικά. Στις 9 Δεκεμβρίου του 1898 ήρθε στα Χανιά σαν Ύπατος Αρμοστής ο πρίγκιπας Γεώργιος που έγινε δεκτός με πρωτοφανείς εκδηλώσεις πατριωτισμού από το λαό της Κρήτης.

Οι προστάτιδες δυνάμεις του παρέδωσαν την εξουσία και υψώθηκε η Σημαία της Κρητικής Πολιτείας στο ιστορικό φρούριο Φιρκά. Η Τουρκική σημαία διατηρήθηκε μόνο στο φρούριο της Σούδας σαν το τελευταίο τοπικό σύμβολο της Τουρκικής επικυριαρχίας στην Κρήτη. Οι 4 Μεγάλες Δυνάμεις έθεσαν την νήσο υπό την υψηλή προστασία τους κατά διαμερίσματα (οι Ιταλοί τα Χανιά, οι Ρώσοι το Ρέθυμνο, οι Άγγλοι το Ηράκλειο και οι Γάλλοι το Λασίθι). Πρώτευσα της αυτόνομης Κρήτης έγιναν τα Χανιά που τέθηκαν υπό καθεστώς συλλογικής προστασίας. Την επομένη 10 Δεκεμβρίου 1898 αναχώρησαν από την Κρήτη οι Ναύαρχοι και άρχισε πια το δύσκολο έργο της οργάνωσης της Κρητικής Πολιτείας.

Ο πρίγκιπας διόρισε δεκαεξαμελή επιτροπή από 12 Χριστιανούς και 4 Μουσουλμάνους, με πρόεδρο τον Ι. Σφακιανάκη με την εντολή να εκπονήσει το σχέδιο του πρώτου Κρητικού συντάγματος. Στις 24 Ιανουαρίου 1899 πραγματοποιήθηκαν με υποδειγματική τάξη εκλογές από τις οποίες προέκυψε η πρώτη Κρητική Συνέλευση (Βουλή) με 138 Χριστιανούς και 50 Μουσουλμάνους πληρεξούσιους. Στις 16 Απριλίου 1899 δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα της Κρητικής Πολιτείας το πρώτο Κρητικό σύνταγμα, το οποίο συντάχθηκε κατά το πρότυπο του Ελληνικού και εγκρίθηκε από το Συμβούλιο των πρέσβεων των Προστάτιδων Δυνάμεων.

Η πρώτη κυβέρνηση της Κρητικής Πολιτείας συγκροτήθηκε στις 29 Απριλίου 1899 με συμβούλους (υπουργούς), τον Ελ. Βενιζέλο Δικαιοσύνης τον Κ. Φούμη Οικονομικών, τον Κούνδουρο Εσωτερικών - Συγκοινωνίας, τον Ν. Γιαμαλάκη Εκπαίδευσης- Θρησκευτικών και το Χουσεΐν Γενιτσαράκη, Δημόσιας Ασφάλειας. Η πρώτη αυτή κυβέρνηση εργάστηκε με ζήλο και σε ελάχιστο χρόνο παρουσίασε εντυπωσιακό έργο. Εξέδωσε νόμους και διατάγματα, έκοψε Κρητικό νόμισμα (τη δραχμή), ίδρυσε την Κρητική Τράπεζα, οργάνωσε χωροφυλακή με Ιταλούς αξιωματικούς (καραμπινιέρους) και οργάνωσε τη δημόσια εκπαίδευση με την ίδρυση σχολείων και το διορισμό δασκάλων.

Φρόντισε για τη δημόσια υγεία με την προστασία του πληθυσμού από τα μολυσματικά νοσήματα ειδικά της λέπρας και ίδρυσε το λεπροκομείο της Σπιναλόγκας. Ένα από τα σημαντικότερα πολιτιστικά γεγονότα ήταν η έναρξη των ανασκαφών των Μινωικών κέντρων και η αποκάλυψη του προϊστορικού πολιτισμού της Κρήτης. Γενικά τα πρώτα χρόνια της Αρμοστείας του Πρίγκιπα Γεωργίου ήταν δημιουργικά και ευτυχισμένα για την Κρήτη υπό άποψιν δημόσιας τάξης, διοργάνωσης και εκπολιτιστικής εργασίας.




Η ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ - ΓΕΩΡΓΙΟΥ 

Η πολιτική του πρίγκιπα, όσο περνούσαν τα χρόνια, γινόταν περισσότερο σκληρή και αυταρχική, μετατρέποντας το καθεστώς το οποίο εφαρμοζόταν στην αυτόνομη πολιτεία της Κρήτης σε δεσποτικό, με την κυριαρχία του ενός ανδρός. Ιδιαίτερα μετά τις συγκρούσεις με τον Βενιζέλο, ο Γεώργιος περιόρισε δραματικά τις ελευθερίες των Κρητών. Η εναντίον του αρθρογραφία αρκετών εφημερίδων του νησιού τον οδήγησε στην κατάργηση της ελευθεροτυπίας, σε διώξεις και φυλακίσεις των παραγόντων εκείνων που ''τολμούσαν'' να εκφράσουν, διαφορετική γνώμη ή να του ασκήσουν κριτική.

Η συμπεριφορά του μετατράπηκε από αυτήν του αρμοστή, του αντιπροσώπου των Μεγάλων Δυνάμεων και διοικητή του νησιού, δηλαδή, σε στάση ενός απόλυτου άρχοντα προς τους υπηκόους του. Το γεγονός αυτό, μαζί με την παράταση της εκκρεμότητας του εθνικού ζητήματος, της ένωσης της Κρήτης με την Ελλάδα, διαμόρφωσε κλίμα έντονα αντιπριγκιπικό. Πολύ περισσότερο που ο ίδιος είχε μετατραπεί σε έναν κομματάρχη, θέλοντας να κατευθύνει και να καθοδηγήσει τα πολιτικά και κομματικά πράγματα στο νησί. Η δυσαρέσκεια των Κρητικών φυσικά αφορούσε και στις Μεγάλες Δυνάμεις, η υλοποίηση των υποσχέσεων των οποίων για σύντομη λύση του Κρητικού ζητήματος έπαιρνε συνεχώς αναβολή.

Η αυταρχική πολιτική του πρίγκιπα, η εκκρεμότητα στο εθνικό ζήτημα και η στάση των Μεγάλων Δυνάμεων, οδήγησαν στη συγκρότηση ενός μετώπου της αντιπολίτευσης, το οποίο συσπειρώθηκε γύρω από τον Ελευθέριο Βενιζέλο και τελικά στην επανάσταση του Θερίσου, το Μάρτιο του 1905. Το κίνημα διήρκεσε μέχρι τον Αύγουστο εκείνης της χρονιάς, και ολοκληρώθηκε αφού πρώτο συσπείρωσε μεγάλες μάζες του κρητικού λαού στην επαναστατική γραμμή που είχε χαράξει ο Βενιζέλος. Υποχρέωσε τις Μεγάλες Δυνάμεις να δεχτούν στο Κρητικό σύνταγμα και στο πολίτευμα της αυτονομίας μεταρρυθμίσεις οι οποίες ενίσχυσαν τις λαϊκές ελευθερίες.

Την επόμενη χρονιά έγιναν εκλογές για συντακτική συνέλευση, η οποία τροποποίησε το σύνταγμα, ενώ η Κρήτη απέκτησε πλέον Πολιτοφυλακή (στρατό) οργανωμένη από αξιωματικούς του Ελληνικού στρατού, αλλά και χωροφυλακή συγκροτημένη σε άλλη βάση πλέον. Η ένωση δεν κατακτήθηκε τότε, αλλά ήταν πλέον ξεκάθαρο ότι οι Κρήτες δεν μπορούσαν να δεχτούν επ’ αόριστο αναβολή. Παράλληλα το αντιπριγκιπικό κλίμα που διαμορφώθηκε ήταν τόσο έντονο ώστε την επόμενη χρονιά, κι αφού οι Προστάτιδες Δυνάμεις αναγκάστηκαν να παραχωρήσουν στο βασιλιά των Ελλήνων το δικαίωμα του διορισμού του αρμοστή της Κρήτης (14 Αυγούστου 1906).

Ο πρίγκιπας Γεώργιος υποχρεώθηκε σε παραίτηση, στις 12 Σεπτεμβρίου 1906. Τον διαδέχτηκε ο μετέπειτα πρωθυπουργός της Ελλάδας Αλέξανδρος Ζαΐμης. Θα πρέπει να εντοπίσουμε ένα ακόμη σημαντικό στοιχείο σε σχέση με τα αποτελέσματα της πολύμηνης εξέγερσης. Το γεγονός ότι οι Μεγάλες Δυνάμεις αναγκάστηκαν να αναγνωρίσουν και άλλο συνομιλητή τους την Κρήτη, εκτός από τον πρίγκιπα. Ήταν ο Βενιζέλος και οι συνεργάτες του της ''Ηνωμένης Αντιπολιτεύσεως''. Ο μεγάλος πολιτικός και επαναστάτης επέβαλλε στους προξένους των Μεγάλων Δυνάμεων συνάντηση στις Μουρνιές στις 2 Νοεμβρίου 1905, στην οποία υπογράφηκε πρωτόκολλο αποδοχής των όρων που έθετε η επανάσταση.

Ήταν το τυπικό τέλος του κινήματος αυτό. Τότε οι πρόξενοι, μετά από συνεννοήσεις με τις κυβερνήσεις τους, αποδέχτηκαν την επίσκεψη στην Κρήτη διεθνούς επιτροπείας που θα υπέβαλλε έκθεση για την κατάσταση στο νησί και τις αλλαγές που θα έπρεπε να γίνουν. Η επίσκεψη αυτή έγινε το Φεβρουάριο του 1906 και επακόλουθο της έκθεσης της επιτροπείας ήταν οι νέες ρυθμίσεις στο πολίτευμα, με την οργάνωση Πολιτοφυλακής και κρητικής Χωροφυλακής, αλλά και η χορήγηση στο βασιλιά των Ελλήνων του δικαιώματος διορισμού του αρμοστή.

Τα Γεγονότα

Όλα ξεκίνησαν στις 26 Φεβρουαρίου 1905, όταν η ''Ηνωμένη Αντιπολίτευσις'' διεκήρυξε πως η μόνη ορθή λύση ήταν η ένωση, ενώ το πολίτευμα της αυτονομίας ήταν προσωρινό στάδιο. Και γι’ αυτό το λόγο ξεκινούσε αγώνα, ακόμη και με ένοπλες συναθροίσεις, που είχε στόχο και το δεσποτισμό του πρίγκιπα. Σε προκήρυξη προς τον Κρητικό λαό αναφέρονταν:

''Οι υπογεγραμμένοι αποτελούντες ηνωμένην εν Κρήτη αντιπολίτευσιν, συνελθόντες εν Χανίοις τη 26η Φεβρουαρίου 1905, αποσκοπούντες εις την εκπλήρωσιν του Εθνικού Προγράμματος αποφασίζομεν:

α) Πρώτον και κύριον μέλημά ημών έστω η επίτευξις του από αιώνων επιδιωκωμένου σκοπού της ενώσεως της Κρήτης μετά την ελευθέρας Ελλάδος.

β) Αδυνάτου αποβαίνοντος του σκοπού τούτου, θέλομεν επιδιώξει την πολιτικήν προσέγγισιν της πατρίδος μας προς την ελευθέραν Ελλάδα, μεταβαλλομένης από διεθνούς απόψεως της σημερινής καταστάσεως.

γ) Μη εκπληρουμένου μηδέ του σκοπού τούτου θέλομεν επιδιώξει την αναθεώρησιν του ημετέρου συντάγματος κατά το πρότυπον του ελληνικού, όπως απαλλαγή ο τόπος του δεσποτισμού. Του προγράμματος τούτου την πραγμάτωσιν θέλομεν επιδιώξει και δι’ ενόπλων λαϊκών συναθροίσεων. Εν ταις ενεργείαις ημών δεν θέλομεν επιδιώξει προσωπικήν μεταβολήν, αλλ’ επελθούσης τοιαύτης θέλομεν αποκρούσει παντί σθένει και δια των όπλων έτι πάντα μη Έλληνα κυβερνήτην''.

Στις 10 Μαρτίου συνήλθε από τους Ε. Βενιζέλο, Κ. Φούμη και Κ. Μάνο συνέλευση επαναστατών στο Θέρισο, που κήρυξε ''την πολιτικήν ένωσιν της Κρήτης μετά της Ελλάδος εις εν μόνον ελεύθερον συνταγματικόν κράτος'', επέδωσε δε και σχετικό ψήφισμα στις Μεγάλες Δυνάμεις, όπου υποστήριζε ότι το νόθο μεταβατικό καθεστώς εμπόδιζε την οικονομική ανάπτυξη του νησιού και η μόνη φυσική λύση του Κρητικού Ζητήματος ήταν η ένωση. Στις 7 Απριλίου συνήλθε η βουλή των Κρητών, η οποία προέκυψε από τις εκλογές του Μαρτίου, κι ενώ το κίνημα βρισκόταν σε εξέλιξη. Η βουλή ομοίως κήρυξε την ένωση.

Ο Ύπατος Αρμοστής όμως απαίτησε από τους επαναστάτες να παραδώσουν τα όπλα μέσα σε 36 ώρες, εκήρυξε το στρατιωτικό νόμο με την έγκριση των Δυνάμεων, διέταξε συλλήψεις και φυλακίσεις αντικαθεστωτικών κι επέβαλε λογοκρισία στον τύπο. Έπειτα κάλεσε σε σύσκεψη τους προξένους και ζήτησε να λάβουν επείγοντα μέτρα για την ''καταστολήν του κινήματος''. Για να αυξήσει τις ένοπλες δυνάμεις του συγκρότησε το σώμα των ''Δημοφρουρών''. Οι Μεγάλες Δυνάμεις έστειλαν μήνυμα στους επαναστάτες ότι θα χρησιμοποιούσαν στρατεύματα προκειμένου να επιβάλλουν τις αποφάσεις τους.




Σε απάντηση οι περισσότεροι βουλευτές της τακτικής συνέλευσης πήγαν στο Θέρισο να ενωθούν κι αυτοί με τον Βενιζέλο. Ο πρίγκιπας δεν διέθετε άλλες δυνάμεις εκτός της Κρητικής Χωροφυλακής (που έμεινε πιστή σ’ αυτόν) και η οποία δεν αυξήθηκε από τους Δημοφρουρούς ενώ οι Μεγάλες Δυνάμεις δεν μπορούσαν να συνεννοηθούν για κοινή δράση. Μεγαλύτερη στρατιωτική δράση ανέπτυξαν οι Ρώσοι, οι οποίοι κατέλαβαν ή βομβάρδισαν θέσεις επαναστατών. Οι πρόξενοι των Μεγάλων Δυνάμεων συναντήθηκαν με την επαναστατική τριανδρία στις Μουρνιές, σε μία προσπάθεια να επιτευχθεί συμφωνία, χωρίς αποτέλεσμα.

Η επαναστατική κυβέρνηση ζήτησε να χορηγηθεί στην Κρήτη πολίτευμα ανάλογο μ’ αυτό της Ανατολικής Ρωμυλίας. Στις 18 Ιουλίου οι Δυνάμεις κήρυξαν τον στρατιωτικό νόμο, κάτι που δεν αποθάρρυνε τους επαναστάτες. Στις 15 Αυγούστου η τακτική συνέλευση της βουλής ψήφισε τις περισσότερες από τις μεταρρυθμίσεις που ζητούσε ο Βενιζέλος. Αργότερα συναντήθηκαν μαζί του οι πρόξενοι και αποδέχτηκαν και πάλι τις μεταρρυθμίσεις που πρότεινε κι έκαναν πιο φιλελεύθερο το σύστημα διακυβέρνησης, περιορίζοντας και τις εξουσίες του πρίγκιπα.

Η ΕΚΡΗΞΗ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ

Η επιμονή των επαναστατών στον ένοπλο αγώνα και η παράταση της έκρυθμης κατάστασης, που απειλούσε με κατάρρευση την οικονομική και πολιτική υπόσταση της Κρήτης, ανάγκασε τις Προστάτιδες Δυνάμεις να αποστείλουν αυστηρό τελεσίγραφο προς τους επαναστάτες στις 2 Ιουλίου 1905. Οι Γενικοί Πρόξενοι των Δυνάμεων, οι οποίοι υπέγραψαν αυτήν τη διακοίνωση, καθιστούσαν σαφές ότι δεν μπορούσαν να μεταβάλουν το πολιτικό καθεστώς του νησιού. Διαβεβαίωναν όμως ότι θα επιφέρουν ουσιώδεις εσωτερικές μεταρρυθμίσεις, που θα βελτίωναν θεαματικά την κατάσταση, υπό το ρητό όρο ότι εντός 15 ημερών οι επαναστάτες όφειλαν να καταθέσουν τα όπλα, με παράλληλη χορήγηση γενικής αμνηστίας.

Οι διαπραγματεύσεις ήταν σκληρές και διήρκεσαν όλο το καλοκαίρι του 1905. Η τελική συμφωνία υπογράφηκε από τον Ελ. Βενιζέλο στις 2 Νοεμβρίου 1905 στο μοναστήρι των Μουρνιών Κυδωνιάς. Εξασφαλίστηκε γενική αμνηστία και οι Μ. Δυνάμεις δεσμεύτηκαν να επεξεργαστούν ένα χάρτη νέων παραχωρήσεων στον κρητικό λαό, αρνούμενες πάντως να επιτρέψουν την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα. Το κίνημα του Θερίσου δεν πέτυχε πλήρως τους στόχους του, αλλά έδωσε νέα ισχυρή ώθηση στο Κρητικό Ζήτημα και προκάλεσε θετικές εξελίξεις. Διεθνής Επιτροπή που ήλθε στην Κρήτη το Φεβρουάριο 1906, ανέλαβε να εξετάσει την κατάσταση και τους όρους λειτουργίας του αρμοστειακού καθεστώτος και να υποβάλει σχετική έκθεση.

Έπειτα από μακρότατες και επίπονες διαβουλεύσεις με τον Ελ. Βενιζέλο και με την Ελληνική Κυβέρνηση, οι Μεγάλες Δυνάμεις κατέληξαν σε μια νέα ρύθμιση του Κρητικού Ζητήματος. Το οριστικό κείμενο των μεταρρυθμίσεων προέβλεπε την οργάνωση Κρητικής Χωροφυλακής με εντελώς νέο σχήμα, την ίδρυση Κρητικής Πολιτοφυλακής, με Έλληνες αξιωματικούς που προηγουμένως θα παραιτούνταν από τον Ελληνικό στρατό, και την ανάκληση των ξένων στρατευμάτων, μετά την αποκατάσταση της εσωτερικής γαλήνης στην Κρήτη. Η πολιτική του Βενιζέλου είχε θριαμβεύσει.

Αμέσως έπειτα συγκροτήθηκε η Β' Συντακτική Συνέλευση, για την εκπόνηση νέου συντάγματος, και η πρώτη πράξη της ήταν η έκδοση ενωτικού ψηφίσματος, μέσα σε ατμόσφαιρα συμφιλίωσης και εθνικής έξαρσης. Με νέα απόφασή τους οι Δυνάμεις παραχωρούσαν στο βασιλιά των Ελλήνων Γεώργιο Α' το δικαίωμα να διορίζει εκείνος τον Ύπατο Αρμοστή της Κρήτης (14 Αυγούστου 1906). Το νησί είχε ουσιαστικά καταστεί μια ιδιότυπη Ελληνική επαρχία. Η πολιτική του Πρίγκιπα Γεωργίου δεν φαινόταν να προωθεί το Κρητικό ζήτημα (Ένωση) και επέμενε να χειρίζεται προσωπικά το θέμα. Το Σύνταγμα έδιδε υπερεξουσίες στον Πρίγκιπα ο οποίος γρήγορα ολίσθησε σε μια δεσποτική αντίληψη της εξουσίας.

Παρασύρθηκε από ομάδα φαύλων συμβούλων και απέλυσε από τη θέση του υπουργού Δικαιοσύνης τον Ελ. Βενιζέλο (στις 18 Μαρτίου 1901) επειδή άσκησε κριτική στην αυθαίρετη πολιτική του. Αυτή ήταν η αρχή μιας επικίνδυνης σοβαρής εσωτερικής κρίσης. Γύρω από το Βενιζέλο συνασπίστηκαν όλοι εκείνοι που είχαν δυσαρεστηθεί από την αυταρχική πολιτική του Πρίγκιπα και σχημάτισαν μια ισχυρότατη αντιπολίτευση. Η κατάσταση εκτραχύνθηκε και η ενότητα της Κρητικής Πολιτείας κλονίσθηκε όταν οι εκπρόσωποι της Αντιπολίτευσης συνέταξαν και υπέγραψαν εμπρηστική προκήρυξη στις 26 Μαρτίου του 1905 και με αυτήν ζητούσαν ευθέως μεταβολή του Συντάγματος της Κρητικής Πολιτείας.

Το κείμενο της προκήρυξης που αποτέλεσε την απαρχή ραγδαίων εξελίξεων και επανέφερε το Κρητικό Ζήτημα στον αληθινό εθνικό του προσανατολισμό. Αυτή η προκήρυξη ήταν ένα προμήνυμα της Επανάστασης που εκδηλώθηκε λίγες μέρες αργότερα (10 Μαρτίου 1905) και είναι γνωστή ως Επανάσταση ή Κίνημα του Θερίσου, από το όνομα του τόπου ''Θέρισο'' που ξεκίνησε. Το αποτέλεσμα ήταν σπουδαίο. Το κίνημα είχε απήχηση στον Κρητικό λαό και φάνηκε από τη φανερή υποστήριξη στο Βενιζέλο ακόμη και από τους πολιτικούς του αντιπάλους. Ετσι απομόνωσαν τον Πρίγκιπα ο οποίος κατέφυγε σε έκτακτα μέτρα κηρύσσοντας το στρατιωτικό νόμο και επικηρύσσοντας τους αρχηγούς της Επανάστασης και τους συνεργάτες τους.

Φανερή ήταν η απειλή εμφυλίου πολέμου στην Κρήτη, αλλά η αναμέτρηση περιορίστηκε σε μικροσυμπλοκές στην περιοχή των Χανίων. Η αρχή του κινήματος έγινε το ξημέρωμα της 10ης Μαρτίου, όταν ο Βενιζέλος με τους άμεσους συνεργάτες του Κωνσταντίνο Μάνο και Κωνσταντίνο Φούμη συναντήθηκαν μαζί με χιλιάδες οπαδούς τους στο Θέρισο και κήρυξαν την έναρξη του αγώνα. Την ίδια ημέρα απηύθυνε προκήρυξη προς την Κρητική Χωροφυλακή, το μόνο οργανωμένο ένοπλο σώμα που είχε στη διάθεσή του ο πρίγκιπα, ζητώντας τους να μην στρέψουν τα όπλα τους απέναντι στ’ αδέλφια τους. Μόνο με τη χωροφυλακή ο Γεώργιος μπορούσε να καταστείλει την επανάσταση.

Την επόμενη ημέρα, 11 Μαρτίου, απεύθυνε μια δεύτερη προκήρυξη, αυτή τη φορά προς τους Κρήτες, τους οποίους καλούσε να ξεσηκωθούν. Η συγκέντρωση είχε γίνει στην Παναγιά, με ομιλητή τον Βενιζέλο. Ανάλογη συγκέντρωση οπαδών του Θερίσου είχε γίνει την ίδια μέρα στο Ηράκλειο, στην πλατεία του Αγίου Μηνά, με ομιλητή τον πρώτο πρόεδρο του Εκτελεστικού της Κρήτης, Ι. Κ. Σφακιανάκη, η επιλογή του οποίου να ταχθεί με το κίνημα του Θερίσου είχε προκαλέσει έκπληξη. 




Στις 10 Μαρτίου 1905 ο Ελευθέριος Βενιζέλος επικεφαλής σημαντικής μερίδας της αντιπολιτευτικής κίνησης των Κρητών κήρυξε στο χωριό Θέρισο, στους πρόποδες των Λευκών Ορέων, επαναστατικό κίνημα. Με τον Βενιζέλο συμπαρατάχθηκαν ο Κωνσταντίνος Φούμης και ο Κωνσταντίνος Μάνος, περίπου χίλιοι άνδρες, οι μισοί ένοπλοι, και πολυάριθμοι οπαδοί του κινήματος διεσπαρμένοι σε ολόκληρη την Κρήτη. Το Θέρισο είναι ένα μικρό χωριό σε απόσταση μόλις 16 χιλιομέτρων από τα Χανιά, στους πρόποδες των Λευκών Ορέων, στη νότια είσοδο ενός στενού φαραγγιού.

Το σημείο στις αρχές του εικοστού αιώνα ήταν φυσικό οχυρό, αφού η πρόσβαση ήταν απόλυτα ελεγχόμενη: τα μονοπάτια από τα βόρεια μέσα από το φαράγγι, από τα δυτικά από τα Μεσκλά, τους Λάκκους και το Φουρνέ, ή από τα ανατολικά από τα Κεραμειά μπορούσαν να επιτηρούνται με ευκολία. Στις 26 Φεβρουαρίου 1905 η «Ηνωμένη Αντιπολίτευση» διακήρυττε πως μόνη ορθή λύση ήταν η Ένωση, προσωρινό στάδιο η πλήρης αυτονομία. Στις 10 Μαρτίου 1905 συνήλθε συνέλευση στον Θέρισο υπό των Ελευθερίου Βενιζέλου, Κωνσταντίνου Φούμη και Κωνσταντίνου Μάνου, που κήρυξε "την πολιτικήν ένωσιν της Κρήτης μετά της Ελλάδος εις εν μόνον ελεύθερον συνταγματικόν κράτος".

Έδωσε δε και σχετικό ψήφισμα στις Μεγάλες Δυνάμεις, όπου υποστήριζε ότι το νόθο μεταβατικό καθεστώς εμπόδιζε την οικονομική ανάπτυξη του νησιού και η μόνη φυσική λύση του Κρητικού Ζητήματος ήταν η ένωση. Στις 7 Απριλίου συνήλθε τακτική συνέλευση στα Χανιά, η οποία ομοίως κήρυξε την ένωση, ενώ ένας από τους συμβούλους του Ύπατου Αρμοστή παραιτήθηκε και πήγε στον Θέρισο να ενωθεί με τους επαναστάτες. Ο Ύπατος Αρμοστής απαίτησε από τους επαναστάτες να παραδώσουν τα όπλα μέσα σε 36 ώρες, μετά την παρέλευση των οποίων κήρυξε τον στρατιωτικό νόμο σε όλο το νησί με την έγκριση των Δυνάμεων, διέταξε συλλήψεις και φυλακίσεις αντικαθεστωτικών κι επέβαλε λογοκρισία στον τύπο.

Έπειτα κάλεσε σε σύσκεψη τους προξένους και ζήτησε να λάβουν επείγοντα μέτρα για την "καταστολήν του κινήματος". Για να αυξήσει τις ένοπλες δυνάμεις του συγκρότησε το σώμα των "Δημοφρουρών". Οι Μεγάλες Δυνάμεις έστειλαν μήνυμα στους επαναστάτες ότι θα χρησιμοποιούσαν στρατεύματα προκειμένου να επιβάλουν τις αποφάσεις τους. Σε απάντηση οι περισσότεροι βουλευτές της τακτικής συνέλευσης πήγαν στον Θέρισο να ενωθούν κι αυτοί με τον Βενιζέλο.

Ο πρίγκιπας δεν διέθετε άλλες δυνάμεις εκτός της Κρητικής Χωροφυλακής (που έμεινε πιστή σ' αυτόν) και η οποία δεν αυξήθηκε από τους Δημοφρουρούς, ενώ και οι Μεγάλες Δυνάμεις δεν μπορούσαν να συνεννοηθούν για κοινή δράση. Μεγαλύτερη στρατιωτική δράση ανέπτυξαν οι Ρώσοι, οι οποίοι κατέλαβαν ή βομβάρδισαν θέσεις επαναστατών. Οι πρόξενοι των Μεγάλων Δυνάμεων συναντήθηκαν με την επαναστατική τριανδρία στις Μουρνιές, σε μια προσπάθεια να επιτευχθεί συμφωνία, χωρίς αποτέλεσμα. Η επαναστατική κυβέρνηση ζήτησε να χορηγηθεί στην Κρήτη πολίτευμα ανάλογο μ' αυτό της Ανατολικής Ρωμυλίας.

Στις 18 Ιουλίου οι Δυνάμεις κήρυξαν τον στρατιωτικό νόμο, κάτι που δεν αποθάρρυνε τους επαναστάτες. Στις 15 Αυγούστου η τακτική συνέλευση των Χανίων ψήφισε τις περισσότερες από τις μεταρρυθμίσεις που ζητούσε ο Βενιζέλος. Συναντήθηκαν και πάλι μαζί του οι πρόξενοι και έκαναν δεκτές τις μεταρρυθμίσεις που πρότεινε. Αυτό οδήγησε στον τερματισμό της επανάστασης του Θερίσου και στην παραίτηση του Ύπατου Αρμοστή πρίγκιπα Γεωργίου. Οι Μεγάλες Δυνάμεις τον Αύγουστο του 1906 είχαν παραχωρήσει στο βασιλιά των Ελλήνων Γεώργιο Α', το δικαίωμα να διορίζει εκείνος τον Ύπατο Αρμοστή, χωρίς να χρειάζεται η έγκριση της Τουρκικής κυβέρνησης.

Μετά την παραίτηση του πρίγκιπα Γεωργίου στις 12 Σεπτεμβρίου, τοποθετήθηκε στη θέση αυτή ο Αλέξανδρος Ζαΐμης ενώ επετράπη Έλληνες αξιωματικοί και υπαξιωματικοί να αναλάβουν την οργάνωση της Κρητικής Χωροφυλακής. Μόλις οργανώθηκε Χωροφυλακή άρχισαν να αποχωρούν τα ξένα στρατεύματα από το νησί.

ΤΑ ΑΙΤΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΑΦΟΡΜΕΣ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ 

Η κρίση κορυφώθηκε στις 18 Μαρτίου 1901, όταν ο Γεώργιος απέλυσε τον Βενιζέλο από το αξίωμα του υπουργού. Για να υποστηρίξει τις απόψεις του στο εθνικό ζήτημα της Κρήτης, ο Βενιζέλος δημοσίευσε στην εφημερίδα «Κήρυξ» των Χανίων, που ο ίδιος εξέδιδε, πέντε πολύκροτα άρθρα, με το χαρακτηριστικό τίτλο «Γεννηθήτω φως». Ο Γεώργιος ακολούθησε πολιτική αδιαλλαξίας και προχώρησε σε μέτρα περισσότερο αυταρχικά, με την απαγόρευση της ελευθεροτυπίας και με διώξεις και φυλακίσεις διακεκριμένων μελών της Κρητικής αντιπολίτευσης.

Κάτω από τις συνθήκες αυτές, τα πολιτικά πράγματα στην Κρήτη οδηγήθηκαν σε πλήρες αδιέξοδο και όλες οι προσπάθειες συνδιαλλαγής των αντίπαλων πολιτικών μερίδων ναυάγησαν. Γύρω από τον Βενιζέλο συνασπίστηκαν όσοι ήταν δυσαρεστημένοι από την αυταρχική πολιτική του Πρίγκιπα και σχηματίστηκε μια ισχυρότατη «Ηνωμένη Αντιπολίτευσις». Έμπιστοι συνεργάτες του Βενιζέλου ήταν ο Κ. Φούμης και ο Κ. Μάνος. Οι τρεις αυτοί αποτέλεσαν μια τριανδρία, που δεν δίστασε να προχωρήσει σε δυναμική αναμέτρηση με τον Πρίγκιπα. Στο τέλος του 1904 έληξε η περίοδος της Γενικής Συνέλευσης και προκηρύχθηκαν εκλογές για την ανάδειξη 64 βουλευτών.

Σύμφωνα με το σύνταγμα, 10 ακόμη θα διορίζονταν απευθείας από τον Πρίγκιπα. Η αντιπολίτευση αποφάσισε να μη συμμετέχει στις εκλογές αυτές, κατήγγειλε τα ανελεύθερα μέτρα του Πρίγκιπα και κάλεσε το λαό σε αποχή. Η κατάσταση εκτραχύνθηκε στις 26 Φεβρουαρίου 1905, όταν η τριανδρία της αντιπολίτευσης και 15 άλλοι επιφανείς πολιτευτές συνέταξαν και υπέγραψαν προκήρυξη, με την οποία ζητούσαν μεταβολή του συντάγματος της Κρητικής Πολιτείας. Η προκήρυξη αυτή είναι το πρώτο επίσημο επαναστατικό κείμενο, το προμήνυμα της επανάστασης του Θερίσου.

Όλοι πλέον είχαν πεισθεί ότι μια ένοπλη εξέγερση ήταν επί θύραις. Οι υπηρεσίες του Πρίγκιπα είχαν συγκεντρώσει πληροφορίες, ενώ η ενωμένη αντιπολίτευση άφηνε σκόπιμα να διαρρεύσει η πληροφορία ότι πιθανή ημέρα εξέγερσης θα ήταν η 14η Μαρτίου. Στο ενδιάμεσο διάστημα άρχισαν να συρρέουν με μεγάλη μυστικότητα ομάδες ενόπλων στο Θέρισο. Ο Βενιζέλος και οι συνεργάτες του είχαν επιλέξει το χωριό αυτό ως έδρα της επανάστασης, γιατί ήταν κοντά στα Χανιά και επίσης ήταν περιοχή δυσπρόσιτη, ένα φυσικό οχυρό. Οι επαναστάτες αιφνιδίασαν τον Ηγεμόνα και κήρυξαν την επανάσταση στις 10 Μαρτίου 1905.




Το πρωί της ημέρας εκείνης βρέθηκαν τοιχοκολλημένες στους δρόμους των Χανίων προκηρύξεις, που κήρυτταν την κατάργηση της αρμοστείας, καλούσαν το λαό σε συμπαράσταση, για να πραγματωθεί το όνειρο της ένωσης, και συνιστούσαν στη χωροφυλακή να μην υπακούει στις διαταγές του Πρίγκιπα. Παράλληλα, εκπρόσωποι των επαναστατών διασκορπίστηκαν σε όλη την Κρήτη, για να μεταδώσουν και να προπαγανδίσουν το επαναστατικό μήνυμα. Μέσα σε λίγες ημέρες ολόκληρη η Κρητική ύπαιθρος βρισκόταν σε επαναστατικό αναβρασμό.

Ψηφίσματα συμπαράστασης έφταναν από παντού, ενώ οι ισχυρότεροι παράγοντες του νησιού, ακόμη και πολιτικοί αντίπαλοι του Βενιζέλου, προσχώρησαν στην επανάσταση. Ο Βενιζέλος, που ήταν ο φυσικός αρχηγός του νέου αυτού επαναστατικού κινήματος, ανέλαβε να ενημερώσει το λαό και τους αντιπροσώπους των Μεγάλων Δυνάμεων, για τους λόγους και τους σκοπούς της επανάστασης.

Α. Τα Αίτια του Κινήματος

Όταν έφτασε στην Κρήτη ο Πρίγκιπας Γεώργιος και ανέλαβε την Ύπατη Αρμοστεία είχε γίνει δεκτός με πάνδημο ενθουσιασμό. Στην Κρήτη θεωρήθηκε ότι η ανάθεση της ηγεμονίας της νέας αυτόνομης πολιτείας στο γιο του Βασιλιά των Ελλήνων ήταν το πρώτο βήμα προς την ικανοποίηση της επιθυμίας όλων των Χριστιανών του νησιού, της ένωσης με την Ελλάδα. Η αδυναμία του Πρίγκιπα να προωθήσει στην εξάχρονη θητεία του το στόχο της ένωσης ήταν ένας από τους παράγοντες της λαϊκής δυσαρέσκειας και το βασικό επιχείρημα του Βενιζέλου στον αντιπολιτευτικό του αγώνα.

Αυτή η αιτία της δυσαρέσκειας δεν ήταν η μόνη που οδήγησε τον Βενιζέλο και τους συνεργάτες του να κηρύξουν την Επανάσταση στο Θέρισο. Προβλήθηκε όμως ως ο κύριος στόχος της γιατί αυτός ο στόχος ήταν το κοινό όραμα όλων των Κρητών.

1. Τα βαθύτερα αίτια της Επανάστασης ήσαν κυρίως πολιτικά, καθότι ο Πρίγκιπας αρνιόταν την επί το αντιπροσωπευτικότερο μεταρρύθμιση του πολιτεύματος. Το καθεστώς που είχε διαμορφωθεί στην Κρητική Πολιτεία είχε δώσει στον Ύπατο Αρμοστή αυξημένες εξουσίες. Αλλά ο απολυταρχικός χαρακτήρας του Γεωργίου και η απειρία του γρήγορα προκάλεσαν πολιτική οξύτητα. Στις 18 Μαρτίου 1901 ο Αρμοστής απέλυσε το Βενιζέλο. Τα επόμενα χρόνια η πολιτική αντιπαράθεση οξύνθηκε. Από το Μάρτιο του 1903, αν και εξελέγη βουλευτής, ο Βενιζέλος, όπως και οι τέσσερις εκλεγέντες συνεργάτες του, απέσχε από τη Βουλή.

Αργότερα συγκρότησε την αντιπολιτευτική του ομάδα, την «Ηνωμένη Αντιπολίτευση». Διεξήγε τον αντιπολιτευτικό αγώνα μέσα από τις σελίδες της εφημερίδας του, του «Κήρυκα». Ο Πρίγκιπας αντιδρούσε με κλείσιμο της εφημερίδας και φυλακίσεις του Βενιζέλου και των συνεργατών του. Η εμπάθειά του τον είχαν πλέον οδηγήσει σε ανάμειξη στην πολιτική και σε καταπάτηση του Συντάγματος.

2. Όχι μόνο η πολιτική αυθαιρεσία του Αρμοστή, αλλά και το ίδιο το Σύνταγμα ήταν υπεύθυνο για τη δυσλειτουργία του πολιτικού συστήματος. Ο Βενιζέλος όχι μόνο κατήγγελλε τον Πρίγκιπα Γεώργιο ως υπεύθυνο για την καταπάτηση του Συντάγματος αλλά ζητούσε την αναθεώρησή του. Από τον Ιούνιο του 1904 διακήρυξε ότι είναι αναγκαία "η αναθεώρησις εκείνων των διατάξεων αυτού (ενν. του καταστατικού χάρτου) αίτινες απεδείχθησαν προσκόψασαι εν τη εφαρμογή".

Η αρχή της κρίσης που οδήγησε τον Ελευθέριο Βενιζέλο στον ένοπλο αγώνα πρέπει να αναζητηθεί στις πολιτικές εξελίξεις των ετών 1901 - 1905 και να συνδεθεί με δύο ζητήματα:


  • Με την αποτυχία του πρίγκιπα Γεωργίου να προωθήσει την ένωση, παρά τις εξαετείς προσπάθειές του, και με την παρατεινόμενη εσωτερική κρίση στην Κρήτη, η οποία αφενός αφορούσε στη μορφή διακυβέρνησης και 
  • Τη φύση του καθεστώτος της νήσου και αφετέρου σχετιζόταν με την οικονομική δυσπραγία της Κρητικής Πολιτείας. Στις αρχές του εικοστού αιώνα η Κρήτη τελούσε από την άποψη του Διεθνούς Δικαίου υπό ιδιόμορφο καθεστώς. 


Αποτελούσε αυτόνομο κράτος υπό την επικυριαρχία του σουλτάνου. Κυβερνήτης της, με τον τίτλο του υπάτου αρμοστή, ήταν ο δευτερότοκος γιος του Έλληνα βασιλιά, ο πρίγκιπας Γεώργιος, εντολοδόχος των τεσσάρων Προστάτιδων Δυνάμεων, Αγγλίας, Γαλλίας, Ιταλίας και Ρωσίας. Η εσωτερική λειτουργία της Κρητικής Πολιτείας στηριζόταν σε όργανα που οι αρμοδιότητές τους δεν ήταν σαφώς καθορισμένες. Το τελευταίο, σε συνδυασμό με την οικονομική καχεξία της νήσου και το αίσθημα προσωρινότητας του «ημιαυτόνομου» καθεστώτος, δεν ευνοούσε την αποδοτικότητα των διοικητικών μηχανισμών ούτε συνέβαλλε στην ευημερία των κατοίκων.

Η αρνητική στάση των Μεγάλων Δυνάμεων αλλά και η αδυναμία της Ελληνικής εξωτερικής πολιτικής δεν είχαν επιτρέψει ακόμη να γίνει πραγματικότητα «Ο μόνος και αναλλοίωτος πόθος των Κρητών, η Ενωσις αυτών μετά της Ελλάδος. Εις τον πόθον τούτον η Κρήτη ουχί άπαξ μέχρι τούδε εθυσίασε τα πάντα, αι αιματηραί δε και συνεχείς αυτής επαναστάσεις πρόκεινται αψευδές τούτου μαρτύριον». Η ρήξη στις σχέσεις του υπάτου αρμοστή με τον Ελευθέριο Βενιζέλο τον Μάρτιο του 1905 κατέδειξε τη βαθιά διαφωνία των δύο ανδρών σχετικά με τη μεθόδευση της κοινής επιδίωξης. Την εσωτερική κρίση επέτεινε η αυταρχική νοοτροπία του πρώτου, ο οποίος θεωρούσε ατομικό προνόμιο τη λήψη αποφάσεων.




''Ευέξαπτος και οργίλος από χαρακτήρος, απέδειξε κατά αυτό το πρώτον έτος της αρμοστείας του πόσον υπετίμα τους αγώνας των Κρητών και πόσον υπερέβαλλε την επί των (ξένων) Δυνάμεων επίδρασιν της προσωπικότητάς του. Η αδιαφορία του προς το πολίτευμα συνεκαλύπτετο πλημμελώς διά της τηρήσεως των τύπων, και επί μεν των εσωτερικών ζητημάτων υφίστατο την επίδρασιν του (ιδιαιτέρου γραμματέως του) Ανδρέα Παπαδιαμαντόπουλου, επί δε των εξωτερικών εφρόνει ότι δεν επετρέπετο εις τους Συμβούλους του (υπουργούς) διάφορος γνώμη εκείνης την οποίαν ήθελεν υποδείξει κατά τας εξ Αθηνών εμπνεύσεις.

Ετρεφεν αντιπάθειαν προς το συνταγματικόν πολίτευμα και επίστευεν ότι η Κρήτη, καθώς και η Ελλάς, ήτον αδύνατο να προαχθώσι διά του αντιπροσωπευτικού πολιτεύματος. Αλλά το χείριστον ήτο ότι ο πρίγκηψ ηλίσκετο εκ του φθοροποιού κινδύνου όστις περισαίνει τους ισχυρούς, της κολακείας''. 

Ο πρίγκιπας δεν αναγνώριζε τη διαφορά ανάμεσα στο αρμοστειακό καθεστώς, το οποίο βρισκόταν υπό διεθνή κηδεμονία, και στο καθεστώς πλήρους αυτονομίας υπό τη διακυβέρνηση κυβερνήτη διορισμένου από την Ελλάδα. πίστευε ότι η λύση του Κρητικού Ζητήματος θα ερχόταν αποκλειστικά μέσω διαπραγματεύσεων με τις Μ. Δυνάμεις, στις οποίες η ανάμιξη των πολιτικών της νήσου θα ήταν αμελητέα, αν όχι επιζήμια. Δεν διέγνωσε τα νέα πολιτικά ρεύματα στο νησί και τις τάσεις δυναμικών ανθρώπων που ανήκαν στην ανερχόμενη αστική τάξη, όπως ο Βενιζέλος.

Δεν αντιλήφθηκε τη σημασία που θα μπορούσε να έχει η πολιτική κινητοποίηση των ίδιων των κρητών και παρέβλεψε την ανάγκη να αναλάβουν οι ίδιοι τον έλεγχο της τύχης τους ύστερα από αγώνες αιώνων εναντίον των Τούρκων. Πίστευε ότι η άσκηση της εξωτερικής πολιτικής της Κρήτης ήταν αποκλειστικά υπόθεση της Ελληνικής μοναρχίας, γι' αυτό και ανέλαβε μόνος να μεθοδεύσει την ένωση της Κρήτης με τη μητέρα πατρίδα. οι πρωτοβουλίες του είχαν τη μορφή προσωπικών συζητήσεων με τον Τσάρο της Ρωσίας και απευθείας διαπραγματεύσεων με τους υπουργούς εξωτερικών της Ρωσίας, της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Ιταλίας για τις οποίες δεν θεωρούσε απαραίτητο να συμβουλευτεί τους υπουργούς του.

Χαρακτηριστικό του τρόπου με τον οποίο εξελάμβανε το ρόλο του αλλά και του δεσποτικού - απολυταρχικού πνεύματος που διείπε την άσκηση της εξουσίας του είναι η παρακάτω συνομιλία του με επιτροπή διαπρεπών Κρητικών περίπου ένα μήνα πριν από την εξέγερση. Τη συνομιλία διηγήθηκε ο ίδιος ο ελ. Βενιζέλος αρκετά χρόνια αργότερα στη Βουλή των Ελλήνων:

«Η Επιτροπή, είχεν ένα υπόμνημα εις το οποίον έλεγεν: ''Υψηλότατε, σε παρακαλούμε, άφησέ μας κάποια ελευθερία, δεν ημπορούμε να βαστάξομε αυτή την κατάστασι''. Όταν εις ένα σημείον του υπομνήματος ανεφέρετο ότι ''ημείς ο Κρητικός λαός, διά των απαραδειγμάτιστων αγώνων και θυσιών του, κατορθώσαμεν να αποκτήσωμεν τας ελευθερίας μας'' διακόπτει ο Πρίγκηψ τον κ. Φούμην, λέγων προς αυτόν: ''Στάσου εδώ. Δεν είναι αλήθεια ότι απελευθερώθητε από τους ηγέτας σας. 

Ελευθερώθητε από εμένα, από την οικογένειάν μου και τον συγγενήν μου Τσάρον, και διάτούτο οφείλετε να κύπτετε την κεφαλήν και να ακούετε τα κελεύσματά μου''. ''Υψηλότατε (του απάντησε ο Βενιζέλος), ημείς δεν εσυνηθίσαμε να κύπτωμεν την κεφαλήν. Η ιδιότης αυτή δεν είναι ίδιον ανθρώπων. Είναι ιδιότης που ανήκει μόνον εις τους βόας''».

Από την άλλη πλευρά ο Βενιζέλος εξέφραζε την ανησυχία του για τις πρόωρες, όπως τις θεωρούσε, πρωτοβουλίες του αρμοστή και δυσπιστούσε απέναντι σε διαπραγματεύσεις, το περιεχόμενο των οποίων αγνοούσε. Ο Κρητικός πολιτικός υποστήριζε την κατάργηση του καθεστώτος της αρμοστείας με την ανακήρυξη της Κρήτης ως ανεξάρτητου πριγκιπάτου πριν από την ένωσή της με την Ελλάδα. με μια σειρά από προτάσεις (διάβημα στις μεγάλες Δυνάμεις για την κήρυξη πλήρους αυτονομίας της Κρήτης, εξουσιοδότηση της κρητικής Συνέλευσης για εκλογή κυβερνήτη, δημιουργία τακτικού στρατού με παράλληλη απόσυρση των φρουρών των μεγάλων Δυνάμεων) στόχευε στην απαλλαγή της πολύπαθης νήσου από το διεθνή έλεγχο και την κήρυξη της ένωσης με την πρώτη ευκαιρία.

Οι απόψεις του Βενιζέλου ως προς το νομικό καθεστώς της Κρήτης καταγγέλθηκαν από τους αρμοστειακούς κύκλους ενώ ο Αθηναϊκός Τύπος, στηριζόμενος σε πληροφορίες που έντεχνα διέρρεαν από το περιβάλλον του Γεωργίου, εξαπέλυε επιθέσεις εναντίον της «προδοσίας» του συμβούλου επί της Δικαιοσύνης. Το ναυάγιο της προσωπικής διπλωματικής εκστρατείας του αρμοστή ύστερα από τη διακοίνωση των Μεγάλων Δυνάμεων στις 9 Φεβρουαρίου 1901 ότι αδυνατούν στις παρούσες συνθήκες να συγκατατεθούν σε οποιαδήποτε αλλαγή του καθεστώτος της Μεγαλονήσου ουδόλως εμπόδισε νέες δριμύτερες επιθέσεις εναντίον του Βενιζέλου.

Οι «Καιροί» μάλιστα έφτασαν στο σημείο να τον χαρακτηρίσουν ως «εχθρό της πατρίδας». Ο συνεχιζόμενος στιγματισμός του Βενιζέλου με αιχμές για ανθενωτικές και αντιδυναστικές πεποιθήσεις κατέδειξε ότι η αφομοίωση της πολιτικής διαφωνίας των δύο ανδρών εντός του υφισταμένου πολιτικού συστήματος ήταν αδύνατη. «Δεν ήθελαν να παραιτηθώ. Ηθελαν να με παύσουν, να με αποπέμψουν, για να με εξευτελίσουν και να με συντρίψουν πολιτικώς», έγραφε ο Βενιζέλος κάποια χρόνια αργότερα.

Η απόλυση του Κρητικού πολιτικού από τη θέση του συμβούλου της Δικαιοσύνης στις 20 Μαρτίου 1901 επειδή «όλως αναρμοδίως υπεστήριξε και δημόσια εξέθηκε γνώμας επί σπουδαιοτάτου ζητήματος του τόπου αντιθέτως προς το Ημέτερον φρόνημα και την εντολήν Ημών» απλά οριστικοποίησε τη ρήξη. Παρά την πολύπλευρη εκστρατεία δυσφήμησης εναντίον του, ο «αυθάδης σύμβουλος του αρμοστού» παρέμεινε για ένα χρονικό διάστημα πολιτικά ανενεργός. Σύντομα ωστόσο φαίνεται ότι αποφάσισε να αντιμετωπίσει τις εναντίον του επιθέσεις. Τον Δεκέμβριο 1901 εξέδωσε την εβδομαδιαία εφημερίδα «Κήρυξ».




Εκεί δημοσίευσε μια σειρά πέντε άρθρων με τον τίτλο «Γενηθήτω φως» στα οποία εξηγούσε τις αιτίες που οδήγησαν στην αποπομπή του. Με ώριμο, απέριττο και επεξηγηματικό ύφος απάντησε στη λιβελλογραφία εστιάζοντας στη δική του επιχειρηματολογία και τους δικούς του πολιτικούς προσανατολισμούς. Στο άρθρο του «Μολών Λαβέ» της 7ης Ιουνίου 1902 διατύπωσε με απροκάλυπτο τρόπο την απειλή της εξέγερσης: «Όπου η εξουσία αφαιρεί τας λαϊκάς ελευθερίας διά πραξικοπήματος εκεί ανοίγεται πλέον η νόμιμος οδός των επαναστάσεων, και διά της οδού ταύτης νικητής θα εξήρχετο ο υπέρ των ελευθεριών του αμυνόμενος λαός συντρίβων ανηλεώς πάσαν εναντίαν δύναμιν».

Μέσα σε κλίμα εμπάθειας προκηρύχθηκαν εκλογές για τις 17 Μαρτίου 1903. Παρά τη θέση του ως «ηγεμών - σύμβολο ενότητας όλου του λαού», ο πρίγκιπας επιδόθηκε σε προεκλογική εκστρατεία συλλέγοντας ψήφους για τους υποψηφίους που στήριζαν τις απόψεις του. Η παράταξη του Βενιζέλου ηττήθηκε στις εκλογές, γεγονός που αποθράσυνε τους πολιτικούς του αντιπάλους που ενέτειναν τις επιθέσεις εναντίον του. Εφτασαν δε σε τέτοιο σημείο ώστε να φυλακίσουν τον Βενιζέλο για δυσφήμηση του Μητροπολίτη Κρήτης Ευμένιου.

Ο οποίος Μητροπολίτης, σε περιοδεία του τον Μάρτιο 1903 είχε κατηγορήσει τον Βενιζέλο για προδοτικές ενέργειες και δραστηριότητες ενώ είχε καταφερθεί και εναντίον του νεκρού πατέρα του ότι «ζημίωσε» τους αγώνες των Κρητών. Ο Βενιζέλος είχε απαντήσει άμεσα μέσα από τις στήλες του «Κήρυκα» στην ιταμή αυτή πρόσκληση δημοσιεύοντας στις 14 Μαρτίου 1903 δριμύτατο άρθρο αποδοκιμασίας το οποίο εν τέλει προκάλεσε τη δεκαπενθήμερη φυλάκισή του στο Ιτζεδίν και το κλείσιμο της εφημερίδας. Ας σημειωθεί ότι οι σχέσεις του Βενιζέλου με την πλειονότητα των αρχιερέων της Κρήτης ήταν άριστες και κάποιοι, μάλιστα, υπήρξαν φανατικοί υποστηρικτές του.

Αλλά και κατά την επανάσταση του Θερίσου η πλειονότητα του ιερατείου είχε ταχθεί στο πλευρό του Βενιζέλου. Η καταπάτηση του Συντάγματος της Κρητικής Πολιτείας με την ουσιαστική κατάργηση του πολιτικού διαλόγου και την εμμονή της αρμοστειακής διακυβέρνησης σε τυφλή υπακοή στην κεντρική εξουσία, ο ολοένα ογκούμενος πολιτικός ανταγωνισμός και η απόρριψη των συμβιβαστικών προσπαθειών του Βενιζέλου κατέτειναν σε εξωπολιτειακές λύσεις, μοιραία εκδήλωση των οποίων ήταν η εξέγερση του Θερίσου. Μετά από τέσσερα χρόνια άκαρπων προσπαθειών η προσφυγή στα όπλα φάνταζε η μόνη λύση.

Θα ήταν λάθος ωστόσο να περιορίζαμε τα αίτια του κινήματος μόνο στην αντίθεση ανάμεσα στην αρμοστεία και τους Κρητικούς Φιλελεύθερους. Οικονομικοί και κοινωνικοί παράγοντες συνέτειναν προς την κατεύθυνση της ρήξης. Η οικονομική στασιμότητα εξαιτίας της μακράς Οθωμανικής κυριαρχίας και των αλλεπάλληλων Χριστιανικών εξεγέρσεων αλλά και η μείωση της παραγωγής λόγω της αναχώρησης σαράντα χιλιάδων Μουσουλμάνων, στην πλειονότητά τους γεωργών, είχαν καταδικάσει το νησί σε οικονομική καχεξία παρά τις ευοίωνες προοπτικές λόγω της εύφορης γης και της επίκαιρης γεωγραφικής του θέσης.

Επιπλέον, το ιδιότυπο διεθνές καθεστώς της νήσου περιόριζε την ελευθερία της Κρητικής Πολιτείας σχετικά με τη ρύθμιση της φορολογίας και των τελωνειακών δασμών στερώντας το κράτος από πολύτιμα έσοδα. Παρά τους μεγαλεπήβολους σχεδιασμούς για την εκτέλεση βασικών έργων υποδομής, η πενιχρότητα των οικονομικών πόρων και η έλλειψη τεχνικών μέσων δεν επέτρεψαν την οικονομική ανασύνταξη και ανάπτυξη της νήσου. Η οικονομική δυσπραγία της Κρητικής Πολιτείας ερχόταν σε αντίθεση με την ευημερία της αστικής τάξης. Τα αστικά και μικροαστικά στρώματα των πόλεων είχαν ενισχυθεί οικονομικά από τις ευκαιρίες πλουτισμού που πρόσφερε η αναχώρηση των Μουσουλμάνων.

Ζώντας σε ένα κοσμοπολίτικο περιβάλλον, ήρθαν σε επαφή όχι μόνο με τους Ευρωπαίους που κατέκλυζαν το νησί, αλλά και με τα ιδεολογικά ρεύματα της εποχής και τη φιλελεύθερη ιδεολογία. Οι Χριστιανοί των πόλεων, ασφυκτιώντας μέσα στην καταθλιπτική οικονομική πραγματικότητα του νησιού, ήταν αυτοί οι οποίοι στήριξαν και επιχορήγησαν το Θερισιανό κίνημα. Μια αντιπροσωπευτική εικόνα των αστικών συνηθειών στην αυτόνομη Κρήτη και ιδίως στην τότε πρωτεύουσα της Κρητικής Πολιτείας, τα Χανιά, μας δίνει ο Κωνσταντίνος Φούμης σε δακτυλογραφημένες σημειώσεις του προς τον ιστορικό Ι. Δ. Μουρέλλο:

«Διά να έχωμεν την βοήθειαν των προξένων εις τα καθημερινά παρουσιαζόμενα πολιτικά ζητήματα και την υπεράσπισιν αυτών υπέρ των καταδιωκομένων συμπατριωτών μας, είχομεν συνάψει στενάς σχέσεις μετά των εν Χαλέπα προξένων των Μεγάλων Δυνάμεων, ως είχομεν τοιαύτας και μετά του προξένου της Ελλάδος δι’ εθνικούς λόγους. Ελαμβά- νομεν μέρος και εις τας κοσμικάς των συγκεντρώσεις και εορτάς. Ενεκα τούτου υποχρεώθημεν όλοι μας να προμηθευθώμεν τα απαραίτητα επίσημα ενδύματα, φράκα, ρεδιγγότας, σμόκιν, ψηλά καπέλα κ.λπ. 

Εις τους γάμους του Βενιζέλου και του αδελφού μου Γιώργη εις ους είχον παραστή και οι πρόξενοι, πράγμα το οποίον με θλίψιν των παρατήρησαν οι παπάδες, εκάμαμεν όλοι την εμφάνισίν μας φρακοφορεμένοι. Μετ’ επιδείξεως εσυνοδεύσαμεν τον γαμβρόν Βενιζέλον εφ’ αμαξών από το πατρικό του σπίτι της Χαλέπας εις το σπίτι το μεγάλο της νύφης».

Β. Οι Άμεσες Αφορμές της Επανάστασης

Ο Βενιζέλος επιδίωξε να αποκτήσει συμπαράσταση στον αγώνα του και στους πολιτικούς κύκλους της Αθήνας. Ούτε ο Βασιλιάς Γεώργιος, ωστόσο, ούτε η Ελληνική πολιτική ηγεσία, ούτε ο τύπος έβλεπαν τον αγώνα του ευνοϊκά. Τον Αύγουστο του 1904 έφτασε στην Αθήνα από την Κρήτη ο Πρίγκιπας Γεώργιος, πριν αναχωρήσει για τις Ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Τον ακολούθησε και ο Βενιζέλος με τους Φούμη και Μάνο, σε μία προσπάθεια να διαφωτίσουν τους πολιτικούς κύκλους και την κοινή γνώμη. Μάταια όμως. Γι' αυτούς η διαφωνία Πρίγκιπα και Βενιζέλου ήταν μια διαφορά περιορισμένη στα όρια του νησιού και δεν έπρεπε να συμπαρασύρει και την Αθήνα.




Οι Κρήτες πολιτικοί απέτυχαν να δουν τον Πρωθυπουργό Γεώργιο Θεοτόκη και τους σημαίνοντες πολιτικούς αρχηγούς και κατακρίθηκαν από μεγάλη μερίδα του Αθηναϊκού τύπου. Τον Νοέμβριο του 1904 ο Πρίγκιπας επέστρεψε από την περιοδεία του στις πρωτεύουσες της Ευρώπης χωρίς να έχει επιτύχει να προωθήσει την υπόθεση της ένωσης. Η γενική δυσαρέσκεια στο πρόσωπό του εντάθηκε τους επόμενους μήνες.

Στις 26 Φεβρουαρίου 1905 η Αντιπολίτευση, χωρίς κοινοβουλευτική εκπροσώπηση για δύο χρόνια, εξέδωσε διακήρυξη με την οποία κατήγγελλε τις αυταρχικές μεθόδους του καθεστώτος, δήλωνε ότι θα απόσχει από τις επικείμενες εκλογές και εξέθετε το πολιτικό της πρόγραμμα:


  • Επιδίωξη της ένωσης ή έστω της πολιτικής προσέγγισης της Κρήτης με την Ελλάδα.
  • Αναθεώρηση του συντάγματος.
  • Απαλλαγή από το δεσποτισμό.


Η ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΠΡΙΓΚΙΠΑ

Η έκρηξη και η ταχύτατη επέκταση της επανάστασης καταθορύβησε, όπως ήταν φυσικό, όχι μόνο τον Πρίγκιπα και το περιβάλλον του, αλλά και την Ελληνική κυβέρνηση και τις Προστάτιδες Δυνάμεις. Ο Πρίγκιπας προχώρησε στη λήψη σπασμωδικών μέτρων. Με αυστηρή προειδοποίηση έδινε στους επαναστάτες προθεσμία 36 ωρών, να καταθέσουν τα όπλα. Όταν η προθεσμία αυτή παρήλθε, κήρυξε, με τη συγκατάθεση των Μεγάλων Δυνάμεων, το στρατιωτικό νόμο σε όλη την Κρήτη.

Η Κρητική Βουλή, που ενεργούσε κατά τις εντολές του αρμοστειακού περιβάλλοντος, αφού δεν υπήρχε αντιπολίτευση, ψήφισε το νόμο «Περί ιδρύσεως σώματος δημοφρουρών», οι οποίοι θα στήριζαν την έννομη τάξη. Αυτούς τους αποκαλούσαν οι επαναστάτες «ροπαλοφόρους». Στην Κρήτη υπήρχαν πια δύο κυβερνήσεις, του Αρμοστή στα Χανιά και των επαναστατών στο Θέρισο. Η διάσπαση ήταν πλήρης και η απειλή εμφύλιου πολέμου ήταν πλέον ορατή.

Το βασιλικό περιβάλλον στην Αθήνα ανησυχούσε για τις εξελίξεις στην Κρήτη και πίεζε την Ελληνική κυβέρνηση να καταδικάσει το κίνημα του Θερίσου. Ο πρωθυπουργός Δηλιγιάννης κάλεσε στις 12 Μαρτίου τους αντιπροσώπους του Αθηναϊκού τύπου και προέβη σε σκληρές δηλώσεις κατά του Βενιζέλου και των συνεργατών του. Εντούτοις, το κίνημα έβρισκε θετική ανταπόκριση στο κοινό αίσθημα και οι περισσότερες Αθηναϊκές εφημερίδες το υποστήριζαν ανοιχτά.

Η ΣΤΑΣΗ ΤΩΝ Μ. ΔΥΝΑΜΕΩΝ ΚΑΙ ΟΙ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΟΙ ΕΛΙΓΜΟΙ ΤΟΥ ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ

Οι Μεγάλες Δυνάμεις δεν τήρησαν ενιαία στάση έναντι των επαναστατών. Οι περισσότερες ανέμεναν τις εξελίξεις και μόνο η Ρωσία υποστήριζε φανερά τον Πρίγκιπα. Ρωσικό πολεμικό κανονιοβόλησε επανειλημμένα τις θέσεις των επαναστατών στο Θέρισο, χωρίς όμως κανένα αποτέλεσμα. Ο Βενιζέλος είχε σωστά εκτιμήσει τη διεθνή πολιτική και ήταν βέβαιος ότι οι Μεγάλες Δυνάμεις ήταν αδύνατο να συμφωνήσουν στην τήρηση ενιαίας στάσης έναντι του κινήματος. Αρκούσε και μια μόνο διαφωνία, για να ματαιωθεί η συντονισμένη δράση των ξένων στρατευμάτων.

Εξάλλου, οι Δυνάμεις δεν μπορούσαν να παραβλέψουν τον κίνδυνο εμφύλιου πολέμου, που θα γενικευόταν στην Κρήτη με αφορμή τη δική τους ανάμειξη. Ο παλαίμαχος πολιτικός Ιωάννης Σφακιανάκης, σε πάνδημο συλλαλητήριο στο Ηράκλειο (21 Μαρτίου) μίλησε ανοικτά για την απαράδεκτη ξένη ανάμειξη και κάλεσε το λαό σε καθολική συμπαράσταση προς τους επαναστάτες.

Στο μεταξύ, η επανάσταση είχε αποκτήσει ισχυρά ερείσματα σε όλη την Κρήτη. Οργανώθηκε «Προσωρινή Κυβέρνησες της Κρήτης» στο Θέρισο, με πρόεδρο τον Ελ. Βενιζέλο και υπουργούς τους Κ. Φούμη και Κ. Μάνο. Η κυβέρνηση προέβη στην έκδοση γραμματίων για εσωτερικό πατριωτικό δάνειο 100.000 δραχμών, οργάνωσε υπηρεσίες οικονομικών, συγκοινωνιών και διοίκησης, τύπωσε γραμματόσημα και εξέδιδε την εφημερίδα, «Το Θέρισo». Η χωροφυλακή, που υποστήριζε τον Πρίγκιπα, δεν ήταν σε θέση να ελέγχει τα πράγματα, καθώς μάλιστα πολλοί χωροφύλακες αυτομόλησαν προς τους επαναστάτες. 

Η κρίση μετατοπίστηκε στο πεδίο της διπλωματίας και αναζητήθηκε πολιτική λύση. Οι αντιπρόσωποι των Μεγάλων Δυνάμεων, εκτιμώντας την κατάσταση που διαμορφώθηκε στο νησί, με φανερή την πτώση της δημοτικότητας του Πρίγκιπα, αλλά και με την καθολική σχεδόν αποδοχή των επαναστατικών ιδεών από το λαό, κινήθηκαν προς εξομάλυνση της κρίσης με διαπραγματεύσεις. Ήταν αυτό ακριβώς που προέβλεψε ο Βενιζέλος, ότι ο επαναστατικός αγώνας τον οποίο ανέλαβε «απέδειξεν ότι η διπλωματία εις των ζητημάτων των υποδούλων λαών την λύσιν προβαίνει μόνον όταν ταύτα τίθενται προ αυτής υπό την οξυτάτην μορφήν της εθνικής εξεγέρσεως». 

Τα πρώτα υπομνήματα των επαναστατών προς τους εκπροσώπους των Δυνάμεων έθεταν ως ανυποχώρητη βάση συζήτησης το ενωτικό ζήτημα. Νωρίς όμως κατέστη σαφές ότι οι Ευρωπαϊκές Δυνάμεις δεν ήταν ακόμη έτοιμες για τη λύση αυτή και ο Βενιζέλος, σταθμίζοντας πάντοτε την υφισταμένη κατάσταση, άρχισε να σχεδιάζει τις υποχωρήσεις του, για να εξασφαλίσει τα μεγαλύτερα δυνατά κέρδη. Στόχος του ήταν να δημιουργηθεί προς το παρόν και στην Κρήτη ένα καθεστώς ανάλογο με εκείνο της Ανατολικής Ρωμυλίας, ουσιαστικά ελεύθερο, με σκιώδη σουλτανική επικυριαρχία. 




Η ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΤΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ 

Στις 10 Μαρτίου 1905 ο Ελευθέριος Βενιζέλος απηύθυνε έκκληση προς το νέο Έλληνα Πρωθυπουργό Θεόδωρο Δηλιγιάννη, στην οποία τόνιζε ότι μετά την αποτυχία της ενωτικής προσπάθειας: "Θα τεθή επί τάπητος το ζήτημα της καταλύσεως του δεσποτισμού. Ότι η επιτυχία του σκοπού τούτου δεν υπερβαίνει τας δυνάμεις ημών είμαι απολύτως βέβαιος και την επιτυχίαν δε ταύτην υπολαμβάνομεν οι Κρήτες εθνικήν επιτυχίαν διότι ελπίζομεν ότι η ένοπλος του Κρητικού λαού εξέγερσις κατά του εν Κρήτη δεσποτισμού, θα πείση τους αρμοδίους ότι τρέχουν κατόπιν ομοίων και εν Ελλάδι κινδύνων επιζητούντες να περιορίσουν είτε φανερά, είτε κεκαλυμμένως, τας πολιτικάς ελευθερίας του Ελληνικού λαού".

Την ίδια μέρα ο Βενιζέλος με τους βασικούς του συνεργάτες συγκεντρώθηκαν στο Θέρισο. Ταυτόχρονα οργανώθηκε ο πυρήνας της εξέγερσης, καθώς άρχισαν να συγκεντρώνονται εκεί αγωνιστές από πολλά μέρη της Κρήτης. Στα Χανιά τοιχοκολλήθηκαν επαναστατικές προκηρύξεις, ενώ στο Θέρισο, στη μικρή βυζαντινή εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, οι συγκεντρωμένοι επαναστάτες τέλεσαν δοξολογία και ευλόγησαν την ελληνική σημαία. Ο Ι. Παπαγιαννάκης διάβασε την διακήρυξη και ο Βενιζέλος απευθύνθηκε στους συγκεντρωμένους. Την επομένη συντάχθηκε επαναστατική προκήρυξη που δήλωνε:

"Ο Κρητικός λαός, συνελθών εις πάνδημον συλλαλητήριον εν Θερίσω της Κυδωνίας την 11ην Μαρτίου 1905, κηρύττει ενώπιον Θεού και ανθρώπων την πολιτικήν αυτού ένωσιν μετά του Βασιλείου της Ελλάδος εις μίαν αδιαίρετον, ελευθέραν και συνταγματικήν πολιτείαν". 

Στις 12 / 25 Μαρτίου υπογράφτηκε ψήφισμα με το ίδιο περιεχόμενο, που στάλθηκε στην Κρητική Κυβέρνηση και στους Προξένους των Δυνάμεων στα Χανιά, ενώ πολλοί από τους συγκεντρωμένους επαναστάτες έσπευδαν ανά το νησί για να διαδώσουν την ιδέα της επανάστασης και να ξεσηκώσουν το λαό στο όνομα της ένωσης. Η επιλογή του τόπου και του χρόνου έναρξης της επανάστασης δεν ήταν τυχαία. Τον Μάρτιο του 1905 οι διεθνείς συγκυρίες ήταν ιδανικές. Η Ρωσία, ένθερμος υποστηρικτής του πρίγκιπα, βρισκόταν σε σοβαρή εμπλοκή με την Ιαπωνία στην Άπω Ανατολή, ενώ την ίδια στιγμή η προσοχή των Δυνάμεων ήταν στραμμένη στη Μακεδονία, όπου ο Βαλκανικός ανταγωνισμός βρισκόταν σε έξαρση.

Η οχυρή θέση του Θερίσου, στις υπώρειες των Λευκών Ορέων σε υψόμετρο 572 μέτρων, και η δυσχερής πρόσβαση σε αυτό, παρά την κοντινή του απόσταση από την πόλη των Χανίων, το καθιστούσαν ιδανικό ορμητήριο για τους επαναστάτες. «Ένα μικρό χωριουδάκι γιομάτο υψώματα καταπράσινα, μία τοποθεσία όπου εις κάθε βήμα του κανείς συναντά και από ένα φυσικόν οχύρωμα, ένα απρόσιτον φρούριον, του οποίου τα τείχη αποτελούν κατάκρημνα και υπέρψηλα βουνά, άφθαστος καλλονή φύσεως και ασύλληπτος σύγχρονος αγριότης περιβάλλοντος - ιδού το Θέρισον».

Σημαντικό ρόλο στην επιλογή της τοποθεσίας έπαιξαν η έντονη επαναστατική παράδοση του Θερίσου και οι οικογενειακοί και προσωπικοί δεσμοί του Βενιζέλου με την περιοχή. Την ατμόσφαιρα από το επαναστατημένο Θέρισο μας μεταφέρει παραστατικά ο λογοτέχνης Παντελής Πρεβελάκης στο έργο του «Ο Κρητικός»:

«Το Θέρισο, ανάκουγες την αχολοή του όταν είχε ξυπνήσει, θα το ’παιρνες για στρατόπεδο ή παζάρι και όχι για χωριό. Και δεν θα ’χες σφάλει. Τα σπίτια του ήταν καργαρισμένα από άντρες του πολέμου, τα δίστρατα κ’ η πλατεία του μπουκωμένα από τους πραματευτάδες και τους αργαστηριάδες. Από τους στιβανάδες που τσαγκάρευαν την ποδεσιά του ασκε- ριού, από τους τουφεξήδες και τους μαχαιράδες που μερεμέτιζαν ταματα της φωτιάς και του φηκαριού. Από τους σιναχληκάδες που μαστόρευαν τα λουριά της μέσης και τα φυσεκλίκια. Και κοντά σε αυτούς, από πεταλωτήδες, τερζήδες, φραγκοράφτηδες.

Ακόμα κ’ οι γυναίκες του χωριού είχαν ανασκουμπωθεί να προφτάσουνε τ’ ασκέρι: να ζυμομαγερεύουνε, να φουρνοπολεμήσουνε, να μπουγαδιάσουνε τα ρούχα, να κουβαλήσουν το νερό. Εκεί που άλλον καιρό δεν άκουες παρά το πέταλο της ανυφάντρας και τη λύρα του άγουρου, σε ξεκούφαιναν τώρα η ποδοβολή από τα σιδεροκάρφια των αντρών, το χλιμίντρισμα από τα άλογα, τα σμπάρα, κι ο σαματάς απ’ τα αργαστήρια, έπρεπε να ’σαι από φελλό για να μη νιώσεις να τρίζει από λεβεντοσύνη το σκαρί σου και να ’χεις καρδιά από στουπί για να μην την ακούσεις να κλωτσά μέσα στο κλουβί της». Οι επαναστάτες έθεσαν εξαρχής τους δύο στόχους τους:


  • Αποτελεσματικότερη διεκδίκηση της ένωσης και 
  • Κατάργηση του αυταρχικού αρμοστειακού καθεστώτος. 


Ο ένοπλος αγώνας ήταν συνυφασμένος με τον πολιτικό. Όπως διατυπωνόταν στο πρωτόκολλο που υπέγραφαν οι συσπειρωμένοι γύρω από τον Βενιζέλο Κρητικοί ηγέτες τις παραμονές του κινήματος στις 26 Φεβρουαρίου 1905, σε μια ύστατη προσπάθεια να αποφύγουν την ένοπλη ρήξη, αν η επίτευξη της ένωσης καθίστατο αδύνατη, οι επαναστάτες θα επιδίωκαν τη μεταβολή του υφισταμένου καθεστώτος της νήσου. Στην περίπτωση που δεν θα εκπληρωνόταν ούτε αυτός ο στόχος, θα επιδίωκαν την αναθεώρηση του Συντάγματος της Κρητικής Πολιτείας κατά το πρότυπο του ελληνικού, ώστε να απαλλαγεί η Κρήτη από το δεσποτισμό:

«Οι υπογεγραμμένοι αποσκοπούντες εις την πλήρωσιν του εθνικού προγράμματος αποφασίζομεν: 

α) Πρώτον και κύριον μέλημα ημών έστω η επίτευξις το από αιώνος επιδιωκόμενου σκοπού, της ενώσεως της Κρήτης μετά της ελευθέρας Ελλάδος. 

β) Αδυνάτου αποβαίνοντος του σκοπού τούτου, θέλομεν επιδιώξει την πολιτικήν προσέγγισιν της πατρίδος προς την ελευθέραν Ελλάδα, μεταβαλλομένης από διεθνούς απόψεως της σημερινής καταστάσεως. 

γ) Μη εκπληρουμένου μηδέ του σκοπού τούτου, θέλομεν επιδιώξει την αναθεώρισιν του ημετέρου Συντάγματος κατά το πρότυπον του Ελληνικού, όπως απαλλαγή ο τόπος του δεσποτισμού. 

Του προγράμματος τούτου την πραγματοποίησιν θέλομεν επιδιώξει και δι’ ενόπλων λαϊκών συναθροίσεων. Εν ταις ενεργείας ημών δεν θέλομεν επιδιώξει προσωπικήν μεταβολήν, αλλ’ επελθούσης τοιαύτης θέλομεν αποκρούσει παντί σθένει και διά των όπλων άρτι πάντα μη Έλληνα κυβερνήτην». 




Οι στόχοι της επανάστασης ήταν άμεσα συνδεδεμένοι μεταξύ τους. Ο Βενιζέλος δεν θα μπορούσε να επιβληθεί πολιτικά στο νησί αν ανέτρεπε τον πρίγκιπα αλλά αποτύγχανε να προωθήσει το ενωτικό ιδεώδες, ενώ, αν έφερνε επιτυχώς εις πέρας τις εθνικές διεκδικήσεις, θα έπληττε καίρια το αρμοστειακό καθεστώς και θα προκαλούσε την πτώση του. Στο ιστορικό ψήφισμα κατά την κήρυξη της επανάστασης, που έγινε στη Βυζαντινή εκκλησία του Αγίου Γεωργίου στο Θέρισο, αλλά και στις τοιχοκολλημένες προκηρύξεις στα Χανιά και σε άλλες πόλεις, δηλωνόταν απερίφραστα ο πόθος του Κρητικού λαού για ένωση. Προκήρυξη των επαναστατών προς τους πολίτες τους καλούσε να συνδράμουν τον αγώνα:

«Ο Κρητικός λαός συνελθών εις πάνδημον συλλαλητήριον εν Θερίσω της Κυδωνίας σήμερον την 11ην Μαρτίου 1905 κηρύττει ενώπιον Θεού και ανθρώπων την πολιτικήν αυτού ένωσιν μετά του Βασιλείου της Ελλάδος εις μίαν αδιαίρετον, ελευθέραν, συνταγματικήν πολιτείαν. 

Εν ονόματι του Έθνους, αδελφοί. Το γλυκύ όνειρο, όπερ επτά κατά συνέχειαν έτη από της καθόδου του πρίγκηπος Γεωργίου μας ενανούρησεν, υπήρξεν απατηλό. Αι ελπίδες περί Ενώσεως διεψεύσθησαν και οι μακροί και αιματηροί του παρελθόντος εθνικοί των Κρητών αγώνες περιωρίσθησαν εις την ίδρυσιν μίας αρμοστείας, ήτις υπό τον τύπον της προσωρινότητος τείνει να καταστή διαρκής. 

Ήδη η φωνή της πατρίδος καλεί παν φιλότιμον τέκνον αυτής σήμερον όπως συνεχίσωμεν το ιερόν εκείνο πρόγραμμα, όπερ ως παρακαταθήκη εδόθη ημίν υπό των πατέρων μας, και διακηρύξωμεν ενόπλως διά μυριοστήν φοράν εις όλον τον πεπολιτισμένον κόσμον ότι η Κρήτη ήτο και είναι μέρος αδιάσπαστον της Ελλάδος, μόνον δε διά της μετ’ αυτής ενώσεως θα θεωρηθή ότι έληξεν ο υπέρ της Ιδέας ταύτης Αγών των Κρητών. Καλούμεν όθεν πάντας εν ονόματι των υπέρ της Ιδέας ταύτης πεσόντων μαρτύρων. 

Εν ονόματι της ισχύος και του μεγαλείου της Ελλάδος, όπως σπεύσωσι να ενθαρρύνωσιν ημάς εις τον ιερόν τούτον αγώνα, ον σήμερον αναλαμβάνομεν καταλύοντες την προσωρινήν ταύτην αρμοστείαν, την απομακρύνουσαν ημάς του επιδιωκομένου σκοπού, και ανακηρύσσοντες ως άρχοντα της Ελληνικής Χώρας μας την Αυτού Μεγαλειότητα τον Βασιλέα των Ελλήνων Γεώργιον τον Α'». 

Μετά την κήρυξη της ένωσης οι επαναστάτες συγκρότησαν επαναστατική συνέλευση και εξέλεξαν προσωρινό προεδρείο από οπλαρχηγούς, με πρόεδρο τον Ιωάννη Παπαγιαννάκη από την Κίσσαμο και αντιπροέδρους τον Σοφοκλή Φιωτάκη από το Σέλινο, τον Ιωάννη Καλογερή από την Κυδωνία, τον Ανδρέα Κακούρη από τον Αποκόρωνα και τον Κυριάκο Μπυράκη από τον Μυλοπόταμο. Από την επαναστατική τριανδρία ο Κωνσταντίνος Φούμης ανέλαβε την ευθύνη των οικονομικών, ο Κωνσταντίνος Μάνος τις στρατιωτικές υποθέσεις, ενώ ο Ελευθέριος Βενιζέλος τις διπλωματικές επαφές με τους εκπροσώπους των Προστάτιδων Δυνάμεων.

Δεν υπάρχει ωστόσο αμφιβολία πως ο ιθύνων νους του κινήματος ήταν ο Βενιζέλος, ο οποίος διατήρησε καθ’ όλη τη διάρκειά του την πρωτοβουλία για την επιλογή των σκοπών και των μεθόδων του αγώνα. Δύο ημέρες μετά την έναρξη της επανάστασης, το προεδρείο της έθεσε το αίτημα της ένωσης ενώπιον των Μεγάλων Δυνάμεων. Η είδηση προκάλεσε στην Κρήτη αλλά και στην ελεύθερη Ελλάδα εκδηλώσεις ενθουσιασμού. Σε σύντομο χρονικό διάστημα στις μεγαλύτερες πόλεις της νήσου υπογράφηκαν ψηφίσματα υπέρ της ένωσης.

Στο Ηράκλειο οργανώθηκε στις 21 Μαρτίου 1905 συλλαλητήριο με παρουσία πλήθους λαού, στο οποίο ο γηραιός πολιτικός ηγέτης Ιωάννης Σφακιανάκης πρότεινε «να εκφραστεί ανενδοιάστως το φρόνημα των παρόντων και να δηλωθή προς τας Δυνάμεις ότι εις την προκειμένην περίπτωσιν πάντες οι Κρήτες συντάσσονται ψυχή τε και σώματι μετά των εν Θερίσω». Γράφει ο Μανόλης Δερμιτζάκης στο βιβλίο του το «Παλιό κάστρο», που είναι γεμάτο πληροφορίες για το Ηράκλειο των τελευταίων δεκαετιών του 19ου και των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα:

«Κάποια Κυριακή ακούστηκε στο Κάστρο ότι θα μιλούσε ο Σφακιανάκης στην εκκλησία του Αγίου Μηνά. Ο κόσμος φυσικά έτρεξε πατείς με πατώ σε ν’ ακούσει τον Σφακιανάκη. Σαν εγέμισεν η μεγάλη εκκλησία από πλήθος, ανεβαίνοντας ο Σφακιανάκης στο βήμα άρχισε να μιλεί και να ξεδιαλύνη στο λαό την πάσαν αλήθεια». Στο ίδιο συλαλλητήριο αναφέρεται και ο Θερισιανός Μιχαήλ Σακλαμπανάκης στο ημερολόγιό του στην εγγραφή της 22ης Μαρτίου 1905:

«Εις Ηράκλειον την 2 μ.μ. έγινε συλλαλητήριο και ψήφισμα υπέρ Ενώσεως και ομίλησεν και (Ιωάννης) Σφακιανάκης ειπών ότι οφείλομεν να ταχθώμεν παρά το πλευρόν των επαναστατών. Ανέγνωσε το ψήφισμα ο Ν. Γιαμαλάκης. Ήσαν περί τας 4 χιλιάδας. Οι κυβερνητικοί τους υποβιβάζουν εις 2 χιλιάδας. Οι Λογιάδης και Μιχελιδάκης αντέταξαν όπως και ο Γεώργιος Γερωνυμάκης. Ο Βενιζέλος θεωρεί καλύτέραν είδησιν την του συλλαλητηρίου Ηρακλείου».

Η τοποθέτηση του έγκριτου Ηρακλειώτη πολιτικού στο πλευρό των επαναστατών και η ενεργός συμμετοχή του υπέρ της κινητοποίησαν σημαντικές δυνάμεις στο Νομό Ηρακλείου. Όπως καταχωρίζεται στην εφημερίδα «Νέα Ημέρα» που εξέδιδε στην Τεργέστη ο Περικλής Βυζάντιος και η οποία αποτελεί πολύτιμη πηγή πληροφοριών για την επανάσταση του Θερίσου στο διαμέρισμα του Ηρακλείου:

«Διά της αναμίξεως του μεγαλωνύμου της Κρήτης πολίτου κ. Σφακιανάκη το εν Κρήτη στασιαστικόν κίνημα μετάλλαξε χαρακτήρα. Ο κ. Σφακιανάκης αγορεύσας εν Ηρακλείω ετόνισεν ότι καθήκον των Κρητών είναι να συνενωθώσιν προς τους εν Θερίσω επαναστάτας, εξυπηρετούντες ούτω τον προς ένωσιν διάπυρον πόθον της Κρήτης. Η φωνή του κ. Σφακιανάκη αντήχησεν απ’ άκρου εις άκρον της νήσου και αι ενθουσιώδεις υπέρ της ενώσεως εκδηλώσεις ήρχισαν να διαδέχονται εν τάχει αλλήλαις. Ο κ. Σφακιανάκης εβροντοφώνησεν εξ Ηρακλείου υπέρ της Ενώσεως και προς την φωνήν του ανταπεκρίθη η Κρήτη ολόκληρος».




Αξίζει να αναφερθεί ότι ένας από τους ηγέτες του κινήματος στην περιοχή του Ηρακλείου ήταν και ο Ηρακλειώτης δικηγόρος Αριστείδης Στεργιάδης, ο μετέπειτα ύπατος αρμοστής της Σμύρνης. Για τη δράση του μάλιστα φυλακίστηκε από τους Άγγλους για περίπου δωδεκάμηνο διάστημα. Η απαρχή της φιλίας του με τον Βενιζέλο και η είσοδός του στη δημόσια ζωή χρονολογούνται από εκείνη την περίοδο. Συλλαλητήρια διοργανώθηκαν και σε άλλες πόλεις και κωμοπόλεις της Κρήτης. Υπογράφηκαν λαοψηφίσματα και ακούστηκαν λόγοι συμπαράστασης προς τους επαναστάτες. Ο ίδιος ο Βενιζέλος στον πανηγυρικό λόγο του στα Κεραμειά, στις 25 Μαρτίου 1905, ανέλυσε με σαφήνεια την πολιτική κατάσταση της Κρήτης:

''Ευθύς εξ αρχής ωνόμασαν τον Πρίγκηπα αντιπρόσωπον της εθνικής ιδέας εν Κρήτη. Κατά του τίτλου τούτου διεμαρτυρήθην και διαμαρτύρομαι. Η Κρήτη δεν έχει ανάγκη αντιπροσώπων της Εθνικής Ιδέας. Τίτλοι αυτής είναι οι αγώνες της. Εδέχθημεν τον ύπατον Αρμοστήν μόνο ως κομίζοντα τον αρραβώνα της ενώσεως της Κρήτης μετά της Ελλάδος. Αλλά ο αρραβών διήρκεσε τόσον πολύν, ώστε το στάδιον της μνηστείας κατήντησε απεχθές, καθ’ όσον δεν επήλθε η πρόοδος η προσδωκώμενη και συμφυής προς την απόκτησιν της ελευθερίας. Υπό το απεχθές τούτο καθεστώς παρενεβλήθησαν παρεξηγήσεις, αίτινες το κατέστησαν απεχθέστερον. 

Καθ’ έκαστον ταξίδιον του Πρίγκηπος επιστεύετο ότι θα γύνη η ένωσις. Παρήλθον ήδη έξι έτη. Ήτο φυσικόν ο Κρητικός λαός να προσφύγη άπαξ έτι εις τα όπλα, όπως καταστήση εναργεστέραν την ανάγκην της εθνικής του αποκαταστάσεως, Υπάρχουν οι φρονούντες ότι το κίνημα τούτον είναι άκαιρον. Δεν έχει, άραγε, αναγνωρισθή ότι η μόνη λύσις του Κρητικού Ζητήματος είναι η Ενωσις της Κρήτης μετά του Βασιλείου της Ελλάδος; Την ένωσιν, λέγουν, θα την κάμη μόνον όταν θελήση ο υιός του Βασιλέως της Ελλάδος! Διαμαρτύρομαι και κατά της αντιλήψεως αυτής. Δεν δυνάμεθα να αναθέσωμεν το εθνικόν μας μέλλον εις μίαν οικογένειαν''.

ΣΚΟΠΟΙ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ 

Οι σκοποί της Επανάστασης δηλώθηκαν επίσημα στο ψήφισμα της 12 / 25 Μαρτίου 1905 προς τους Προξένους των Προστάτιδων Δυνάμεων. Την εξέγερση την είχε προκαλέσει αναμφίβολα η γενική απογοήτευση του Κρητικού λαού από τη διακυβέρνηση του Ύπατου Αρμοστή και ιδιαίτερα από τη στασιμότητα της διεθνούς εξέλιξης του Κρητικού Ζητήματος. Το 1898 όταν αποδέχθηκαν το καθεστώς της αυτονομίας οι Χριστιανοί της Κρήτης, το είχαν αποδεχθεί ως ενδιάμεση και προσωρινή λύση στο δρόμο για την οριστική διευθέτηση, την ένωση με το Ελληνικό Βασίλειο.

Η εξέγερση, ωστόσο, είχε καταστεί αναπόφευκτη κυρίως χάρη στο πολιτικό αδιέξοδο, στην αδυναμία δηλαδή της αντιπολίτευσης να λειτουργήσει πολιτικά μέσα από το πολιτικό σύστημα. Ο εξοντωτικός πόλεμος του Πρίγκιπα κατά του Βενιζέλου και των πολιτικών του συμμάχων τον είχε οδηγήσει στην εξέγερση. Πρωταρχικός στόχος του Βενιζέλου ήταν να επιδιώξει μεταρρυθμίσεις στο πολιτικό σύστημα της Κρητικής Πολιτείας. Αλλά ένας εσωτερικός ανταγωνισμός δεν επρόκειτο ούτε να εξασφαλίσει την υποστήριξη παραγόντων του Ελληνικού Βασιλείου, ούτε να προκαλέσει το διεθνές ενδιαφέρον. Η διεύρυνση των στόχων ήταν απαραίτητη.

Ο απώτερος στόχος έπρεπε να συμπεριληφθεί στις επιδιώξεις της εξέγερσης:"Καθ’ ην στιγμήν ο κρητικός λαός απεφάσισε κατ’ ανάγκην να προσφύγη εις την ένοπλον εξέγερσιν, εσκέφθημεν ότι δεν έπρεπε να περιορισθώμεν πλέον εις την επιδίωξιν εσωτερικών μεταρρυθμίσεων, αλλά να θέσωμεν επί τάπητος δια μίαν ακόμη φοράν το ζήτημα της εθνικής του τόπου αποκαταστάσεως" διευκρίνισε ο Βενιζέλος σε δήλωσή του που δημοσιεύτηκε στην Ελληνική εφημερίδα "Νέον Άστυ" στις 21 Μαρτίου 1905.

ΟΙ ΑΝΤΙΔΡΑΣΕΙΣ 

Στην Αθήνα οι αντιδράσεις ήταν αντικρουόμενες. Ο πρωθυπουργός της Ελλάδας, Θ. Δηλιγιάννης, ύστερα από συνεργασία με το βασιλιά Γεώργιο, καταδίκασε την επανάσταση, η οποία, κατά την άποψή του, «διακυβεύει ύψιστα συμφέροντα του έθνους». Στις 12 Μαρτίου 1905 δήλωσε στους διευθυντές των εφημερίδων: «Το ήδη εκραγέν κίνημα εις ουδέν το καλόν δύναται να οδηγήση. Οι αρχηγοί αυτού ελανθάσθησαν εις τους υπολογισμούς των. Αι Μ. Δυνάμεις επανειλημμένως εδήλωσαν ότι η Ένωσις της Κρήτης μετά της Ελλάδος είναι εντελώς αδύνατος την εποχήν ταύτην».

Από τους διευθυντές των εφημερίδων ο Πωπ των «Αθηνών», ο Κακλαμάνος του «Άστεως», ο Κανελλίδης των «Καιρών» και ο Καλαποθάκης του «Εμπρός» υποστήριζαν «εκθύμως και αναφανδόν» το κίνημα μέσω των εφημερίδων τους φθάνοντας ενίοτε και μέχρι σκληρής αρθρογραφίας έναντι των κυβερνήσεων της Αθήνας και της Κρήτης. Από την άλλη μεριά, μέσω του φίλα προσκείμενου προς την Αυλή Τύπου, με κύριο εκπρόσωπο την εφημερίδα «Εστία», κυβέρνηση και βασιλιάς άσκησαν έντονη κριτική προς τους κινηματίες καθ’ όλη τη διάρκεια της εξέγερσης.

Δεν ήταν λίγοι όμως οι δημοσιογράφοι που επιδοκίμασαν τις μεθόδους και την πολιτική των επαναστατών και αγωνίστηκαν με τη γραφίδα τους για την ευόδωση του αγώνα. Παρακάμπτοντας τη λογοκρισία που είχε επιβληθεί από την πριγκιπική αρμοστεία, ο απεσταλμένος των επαναστατών Κλέαρχος Μαρκαντωνάκης φρόντιζε να τροφοδοτεί τον Αθηναϊκό Τύπο με ακριβείς πληροφορίες για τις κινήσεις τους, ενώ οι καλύτεροι πολιτικοί συντάκτες της εποχής στάλθηκαν στην Κρήτη για να συναντήσουν τους ηγέτες του κινήματος. Ο Βενιζέλος, ο Φούμης και ο Κ. Μάνος έδωσαν εντυπωσιακές συνεντεύξεις στους απεσταλμένους του Αθηναϊκού Τύπου.




Σε μία από τις γνωστότερες συνεντεύξεις στο δημοσιογράφο Βλάση Γαβριηλίδη της εφημερίδας «Ακροπόλις» ο Βενιζέλος εξέθεσε αναλυτικά τις προτάσεις του για την ευτυχή ευόδωση του αγώνα των Κρητών: 

- Βενιζέλος: «Η έκβασις του ταξειδίου, όπερ η Α.Β. Υψηλότης ανέλαβε μετά τοσούτου ενθουσιασμού, απέδειξε νομίζω και προς τους αισιοδοξοτέρους ότι η πλήρωσις των εθνικών πόθων δεν είνε όσον εν αρχή επιστεύθη προσεχής· απέδειξε τουλάχιστον ότι αυτή δεν πρόκειται να επέλθη εντός της τριετούς περιόδου της αρμοστείας. Αλλ’ αι Δυνάμεις αποκρούσασαι εις τας παρούσοις περιστάσεις πάσας τας υπό της Α.Β. Υψηλότητος προταθείσας λύσεις, διεκήρυξαν συγχρόνως εν τη απαντήσει των ότι ''είνε διατεθειμέναι να εξετάσωσι μετ’ ευμενείας πάσαν πρότασιν ήτις ήθελε γίνει εις αυτάς προς τον σκοπόν της βελτιώσεως της καταστάσεως της νήσου''. 

- Γαβριηλίδης: Να ανανεωθεί η προς την Α.Β. Υψηλότητα εντολή των Δυνάμεων ή να επιζητηθεί η εφαρμογή της υπεσχημένης εις τον τόπον και εκ του Συντάγματος προβλεπομένης αυτονομίας; 

- Βενιζέλος: Προς ορθήν απάντησιν εις το ερώτημα τούτο πρέπει να εξετασθή ποια είνε η υπό το καθεστώς της αρμοστείας πολιτική κατάστασις του τόπου, ποια τα πλεονεκτήματα και ποια τα μειονεκτήματα αυτής από της απόψεως της τε εσωτερικής αναπτύξεως και της τελικής πληρώσεως των εθνικών πόθων, και δεύτερον ποια υπ’ αμφοτέρας τας απόψεις έσονται τα πλεονεκτήματα ή μειονεκτήματα της πλήρους εφαρμογής της αυτονομίας. Ίσως οι πολλοί ουδέ φαντάζονται καν οποία από της απόψεως του δημοσίου δικαίου εσωτερικού και εξωτερικού είνε η θέσις της Κρήτης.

Το αληθές εν τούτοις είνε ότι η νήσος παρακαταθείσα εν έτει 1897 εις χείρας των Μ. Δυνάμεων υπό του Σουλτάνου κυβερνάται υπ’ αυτών ή μάλλον υπό των τεσσάρων εξ αυτών, μετά την εκ της ομοφωνίας αποχώρησιν της Γερμανίας και της Αυστρίας, ως Επαρχία του Τουρκικού Κράτους, δι’ εντολοδόχου, του Υπάτου Αρμοστού. Την επί της Νήσου επομένως κυριαρχίαν ασκούσι σήμερον αι τέσσαρες Μεγάλαι Δυνάμεις. Και είνε μεν αληθές ότι αύται ενέκριναν το Κρητικόν Σύνταγμα, δι’ ου η Νήσος χαρακτηρίζεται ''Πολιτεία αυτόνομος'' (αρθ. 1) ανώτατος δι’ αυτής άρχων ο Ηγεμών, θέτων τους νόμους μετά βουλής αντιπροσώπων και ασκών την εκτελεστικήν εξουσίαν δι’ υπευθύνων συμβούλων (άρθρ. 28).

Αλλ’ η θέσπισις του Συντάγματος δεν κατέστησε την αυτονομίαν πραγματικήν, αφού η πλήρης αυτού εφαρμογή μόνον μετά την λήξιν της αρμοστείας είνε δυνατή, επηύξησε δε μόνον την αβεβαιότητα περί της υφισταμένης πολιτικής εν τη νήσω καταστάσεως. Η κατάστασις αύτη πας τις εννοεί πόσον είνε περιπεπλεγμένη και πόσον δύναται να καταστή ημέραν τινά κρίσιμος. Επί παντός σπουδαίου ζητήματος, έστω και καθαρώς εσωτερικού, αι Δυνάμεις ως ασκούσαι την κυριαρχίαν έχουσι δικαίωμα όχι μόνον αμέσου επεμβάσεως, αλλά και προσταγής.

Εν τω μεταξύ, τα μεν Κρητικά ταχυδρομεία δεν αναγνωρίζονται επισήμως, τα δε εις την κυβέρνησιν ανήκοντα δικαιώματα επί των εν Κρήτη τηλεγράφων και φάρων εξακολουθεί καρπουμένη η Τουρκία, οι δε ιθαγενείς Κρήτες ουδεμίας σχεδόν αξιούνται προστασίας εν Τουρκία, η δε Κρητική σημαία δεν τολμά να εμφανισθή εις Τουρκικούς λιμένας, εκτεθειμένη ει την αυθαίρετον διάθεσιν του πρώτου Τούρκου υπαλλήλου τα δε εκ των Capitulations απορρέοντα δικαιώματα των ξένων έχουσι και εν Κρήτη πάσαν την έκτασιν, ην και εις τας λοιπάς επαρχίας του Τουρκικού Κράτους. Εντεύθεν εννοείται πόσον η εσωτερική ανάπτυξις του τόπου επιβραδύνεται εκ της υφισταμένης ταύτης καταστάσεως.

Αλλ’ εάν τα μειονεκτήματα της υφισταμένης καταστάσεως από απόψεως της εσωτερικής αναπτύξεως του τόπου είναι σπουδαία, από της απόψεως της εξωτερικής, από της απόψεως του εθνικού μέλλοντος της νήσου, τα μειονεκτήματα ταύτα είνε πολύ σπουδαιότερα. Η Κρήτη πρώτον διατελεί εκτεθειμένη εις πάσας τας εκ των αντιθέσεων των συμπραττουσών εν Κρήτη Δυνάμεων ενδεχομένας περιπετείας. Έκαστος πιστεύω θα εννοήση ότι επί του σημείου τούτου δεν δύναμαι ν’ αναπτυχθώ περισσότερον.

Αλλ’ είνε προφανές ότι ουδεμία ριζική μεταβολή κατά την πολιτικήν εξέλιξην του τόπου, συνεπώς ουδ’ η ένωσις, δύναται να γίνη εάν μη ο εντολοδόχος των τεσσάρων Δυνάμεων ζητήση και επιτύχη πρότερον την συγκατάθεσιν τούτων, συγκατάθεσιν, ην ουδ’ αύται δύνανται μόναι να δώσωσιν, αν μη συναινέσωσι και αι έτεραι δύο, αίτινες κατά μέρος ίστανται μόνον εφ’ όσον πρόκειται περί εφαρμογής της υπό των εκ υπεσχημένης αυτονομίας, αλλ’ αίτινες έχουσι δικαίωμα γνώμης, ευθύς ως πρόκειται περί ριζικής πολιτικής μεταβολής.

Νομίζει τις ότι τοιαύτη συγκατάθεσις είνε εύκολον να επιτευχθή, λαμβανομένου μάλιστα υπ’ όψιν ότι η Ευρωπαϊκή συμφωνία, ως και η λέξις δηλοί, δρα εν ομοφωνία πάντων αυτής των μελών, ουχί διά της πλειοψηφίας αυτών; Το επ’ εμοί φρονώ πεποιθότως ότι, εφόσον η νήσος διατελεί παρακατατεθειμένη εις χείρας των τεσσάρων Μ. Δυνάμεων, κατεχομένη στρατιωτικώς υπ’ αυτών και κυβερνωμένη υπό εντολοδόχου αυτών, η πλήρωσις των εθνικών πόθων, εξαρτωμένη εκ του συμβιβασμού τόσων αντιθέτων και τόσων μεγάλων Ευρωπαϊκών συμφερόντων, διατελεί υπό αίρεσιν ης η πλήρωσις είνε πολύ αβεβαία, ή τουλάχιστον δύναται να προαπαιτήση την παρέλευσιν μακρού χρόνου.

Αλλ’ η παράτασις της σημερινής καταστάσεως εγκλείει έναν ακόμη κίνδυνον, όχι εκ των μικροτέρων. Ότι σήμερον ασφαλίζει πλειότερον την κατά τους εθνικούς πόθους εξέλιξιν του Κρητικού Ζητήματος, πλην του αδιαπτώτου εθνικού φρονήματος των Κρητών, είνε ότι ο ως εντολοδόχος των Δυνάμεων ασκών την εκτελεστικήν εξουσίαν εν Κρήτη είναι βλαστός της εθνικής δυναστείας. Απέναντι πάντων τούτων των μειονεκτημάτων, των κινδύνων, δύναμαι να είπω, της σημερινής καταστάσεως, πρέπει να ίδωμεν ποία είνε τα πλεονεκτήματα της πλήρους εφαρμογής της αυτονομίας ή εν άλλοις λόγοις του υπό της Συντακτικής Συνελεύσεως ψηφισθέντος Συντάγματος.

Εφαρμοζομένης της αυτονομίας, ο αρχηγός της εκτελεστικής εξουσίας θα ήτο ο αιρετός του λαού, ο επίσημος επομένως αντιπρόσωπος των συμφερόντων και των πόθων τούτου, όχι ο εντολοδόχος των τεσσάρων Μ. Δυνάμεων. Ο τόπος θα ήτο πράγματι αληθώς αυτόνομος εν τω εσωτερικώ· η υπεράσπισις των συμφερόντων των Κρητών εν τω εξωτερικώ και ιδία εν Τουρκία, θα εκανονίζετο· διά την έκτασιν των εν Κρήτη δικαιωμάτων των ξένων, ως βάσις θα ελαμβάνοντο ουχί τα κρατούντα εν ταις λοιπαίς επαρχίαις του Τουρκικού Κράτους, αλλά τα ισχύοντα εν τοις υπό την επικυριαρχίαν του Σουλτάνου αυτονόμοις χώραις.




Οργανουμένης της υπό του Συντάγματος προβλεπομένης πολιτοφυλακής, η οργάνωσις δε αυτής θα ηδύνατο να γίνη υπό Έλληνας αξιωματικούς, τα διεθνή στρατεύματα θα απεχώρουν βαθμηδόν εκ της νήσου και ούτως η Κρήτη θα απέβαινε ''δέσποινα εν τω ιδίω οίκω''. Ανδρουμένη δε και προαγομένη εσωτερικώς, θα ήτο συγχρόνως πολύ μάλλον κυρία της μελλούσης τύχης της, η όσον είνε υπό το καθεστώς της διεθνούς κατοχής και της Αρμοστείας. Ενώ δε ενδεχόμεναι διεθνείς περιπλοκαί, θα ήσαν κίνδυνος δ’ αυτήν υπό το καθεστώς της αρμοστείας και της Ευρωπαϊκής κατοχής, αυταί αύται αι περιπλοκαί, υπό το καθεστώς της αυτονομίας, θα παρείχον ίσως την ευκαιρίαν της πληρώσεως των εθνικών πόθων».

Παράλληλα στην Αθηναϊκή πρωτεύουσα μεταφερόταν η έξαψη της Κρητικής κινητοποίησης. Στους στύλους του Ολυμπίου Διός οργανώθηκε πάνδημον συλλαλλητήριον στο οποίο γινόταν έκκληση «προς το εν Θερίσω προεδρείον, όπως όση αυτή δύναμις προληφθή πάσα αιματηρά σύγκρουσις και εμμείνη στερρώς εις το εθνικόν αυτού υπέρ της ενώσεως πρόγραμμα». Παρά τις προσπάθειες του αρμοστειακού περιβάλλοντος για δυσφήμηση του κινήματος και την καταστροφολογία μερίδας του Αθηναϊκού Τύπου, εκατοντάδες εθελοντές αναχωρούσαν από τον Πειραιά για τη Μεγαλόνησο προκειμένου να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στον Αγώνα.

Από τη μεριά του ο ύπατος αρμοστής, ως κεντρικός φορέας της εκτελεστικής εξουσίας στο νησί, με την έκρηξη του κινήματος έσπευσε να λάβει αυστηρότατα μέτρα. Εθεσε σε επιφυλακή τη Χωροφυλακή, ανέθεσε στον αρχηγό της, συνταγματάρχη Μόνακο, την τήρηση της τάξης, τοποθέτησε φρουρές στις πύλες της πόλης και απαγόρευσε την έξοδο σε οποιονδήποτε πολίτη. Δύο ημέρες μετά την έκρηξη του κινήματος, τη 12η Μαρτίου 1905, ο πρίγκιπας εξέδωσε προκήρυξη προς το λαό: 

«Κρήτες, Σπεύδω να συστήσω προς πάντας μεν υμάς να εμμείνετε την φιλονομία της οποίας τόσα παρέσχετε τρανά μέχρι σήμερον δείγματα. Εις τους παραπλανηθέντας δε, να επανέλθωσιν ησύχως εις τας εστίας των. Η εθνική υπόθεσις, αντί να υπηρετήται, ζημιούται σοβαρώς δια κινημάτων ατάκτων και εκνόμων, των οποίων αι συνέπειαι δύνανται να αποβώσι ου μόνον θλιβεραί, αλλά και επιζήμιοι εις την πατρίδα και πολυτρόπως καταστρεπτικαί εις τον τόπον. 



Εν Χαλέπα, τη 12η Μαρτίου 1905 
ΓΕΩΡΓΙΟΣ»


Με διαταγή του η Εισαγγελία Χανίων εξέδωσε ένταλμα σύλληψης κατά της επαναστατικής τριανδρίας. Στις 20 Μαρτίου η Αρμοστεία πραγματοποίησε εκλογές χωρίς τη συμμετοχή των Βενιζελικών. Λίγες ημέρες αργότερα, στις 7 Απριλίου, οι Πωλογιώργης, Κούνδουρος και Μιχελιδάκης, επικεφαλής των φιλοπριγκιπικών κομμάτων της νέας Βουλής, παρακινημένοι από διάβημα του Βενιζέλου και «ενθαρρυμένοι από τον αέρα που κατέβαινε από το ελεύθερο Θέρισο», κήρυξαν στην πρώτη συνεδρίαση την ένωση της νήσου με την Ελλάδα:

Ψήφισμα της Ένωσης από τη Βουλή της Κρήτης, 7 Απριλίου 1905


«Η Βουλή των Κρητών, κατά την τρίτην αυτής σύνοδον, εκδηλούσα πιστώς εν τακτική αυτής συνεδρία τον διάπυρον και προαιώνιον πόθον και την σταθεράν θέλησιν σύμπαντος του Κρητικού λαού, ου τα δίκαια πολλαπλώς ανεγνωρίσθησαν υπό των ισχυρών Ευρωπαϊκών Δυνάμεων, κηρύττει την ένωσιν της Κρήτης μετά της μητρός Ελλάδος». 

Ο πρίγκιπας, πιεζόμενος από την κοινή γνώμη και την επιθυμία των βουλευτών, επικύρωσε την απόφαση της Βουλής, χαρακτήρισε ωστόσο το επαναστατικό κίνημα «θλιβερό γεγονός», προαναγγέλλοντας με αυτόν τον τρόπο το σκληρό αγώνα που επρόκειτο να επακολουθήσει. Ωστόσο, παρά την επιθυμία του αρμοστή για γοργή επιστροφή στην έννομο τάξη, η έλλειψη κατασταλτικών μέσων δυσχέραινε κάθε προσπάθεια. Οι σποραδικές συγκρούσεις της Χωροφυλακής με τους επαναστάτες κατέδειξαν την ανεπάρκεια και την απροθυμία του Σώματος να καταπνίξει το κίνημα ή να περιορίσει την έκτασή του.

Η Κρητική Χωροφυλακή βρέθηκε σε δύσκολη θέση καθώς «από τη μια μεριά είχε ορκιστεί να φυλά τους νόμους και την τάξη και τον Ύπατο Αρμοστή βέβαια, τον κατά τεκμήριο εκπρόσωπό της. Από την άλλη, σάρκα από τη σάρκα του Κρητικού λαού, ζούσε το δράμα του και λαχταρούσε να πνεύσει κάποιος αέρας δημοκρατικών διαδικασιών στη διακυβέρνηση του τόπου». Προκήρυξη των επαναστατών προς τους χωροφύλακες τους καλούσε να μη στρέψουν τα όπλα εναντίον των αδελφών τους αλλά να ενωθούν με τους επαναστάτες σε κοινό αγώνα «ίνα από κοινού επιδιώξωμεν την ποθητήν ένωσιν, ίνα χορεύσωμεν όλοι μαζί τον εθνικόν χορόν κατά την εθνικήν ανάστασιν.

Η καταστολή του κινήματος μετατέθηκε στη συντονισμένη δράση των διεθνών στρατευμάτων. Η στάση των Μεγάλων δυνάμεων. Η επιθυμία των Μ. Δυνάμεων για αποκατάσταση της έννομης τάξης ήταν σαφής. Η πολιτική τους έτεινε στη μακροπρόθεσμη διατήρηση του αρμοστειακού καθεστώτος με όσο το δυνατόν μικρότερες παραχωρήσεις. Δηλωμένη και απερίφραστη ήταν η Ρωσική αντίθεση προς τους επαναστάτες, ενώ την πλέον θετική στάση και συμπαράσταση προς τον πρίγκιπα εξέφραζε ο Άγγλος πρόξενος Esme Howard. Ευνοϊκή διάθεση έδειξε ο Γάλλος πρόξενος, ενώ ο Ιταλός ομόλογός του, Negri, παρόλο που δεν δίσταζε να αποδώσει ευθύνες στον πρίγκιπα, συμφωνούσε στην καταστολή του κινήματος.

Συνολικά, η θέση των Μ. Δυνάμεων απέναντι στα αιτήματα των επαναστατών ήταν για άλλη μια φορά αρνητική. Οι εκπρόσωποί τους αποφάσισαν να λάβουν μέτρα για τον περιορισμό των επαναστατών, όπως ο αποκλεισμός από ξηρά και θάλασσα και η απαγόρευση μεταφοράς τροφίμων και μετακίνησης πολιτών από και προς το Θέρισο. Αφού ανέθεσαν τη φύλαξη των νευραλγικών οδών στη Χωροφυλακή, αναδιπλώθηκαν στη ζώνη φρούρησης την οποία κατείχε κάθε Δύναμη μετά το 1897 και περιορίστηκαν στην εγγύηση της ασφάλειας των τριών βασικών πόλεων και των φρουρών τους καθώς οι δυνάμεις τους ήταν ανεπαρκείς σε άνδρες και πολεμικά μέσα.


Η τακτική αυτή διήρκεσε ως τις αρχές του θέρους του 1905. Παρά την ενίσχυση των διεθνών αγημάτων, η επανάσταση εξαπλώθηκε σε ολόκληρη την Κρήτη. Η δεύτερη φάση του αγώνα χαρακτηρίστηκε από την ολοένα εντεινόμενη δραστηριότητα της Αγγλίας και της Ρωσίας και την παρατεινόμενη απραξία των άλλων δύο Προστάτιδων Δυνάμεων, της Γαλλίας και της Ιταλίας.  Τους πρώτους θερινούς μήνες οι Αγγλικές και Ρωσικές δυνάμεις αποκατέστησαν σταδιακά την τάξη στους νομούς της δικαιοδοσίας τους, επανέφεραν τους χωροφύλακες που είχαν εκδιωχθεί από τους επαναστάτες και επέβαλαν στρατιωτικό νόμο.

Ως τον Οκτώβριο κατάφεραν να καταστείλουν τις επαναστατικές ενέργειες, οι μεν Άγγλοι με συμπλοκές περιορισμένου χαρακτήρα (στον Άγιο Μύρωνα και στο Βαφέ), οι δε Ρώσοι με αιματηρές συμπλοκές. Οι σημαντικότερες συγκρούσεις μεταξύ των Ρώσων και των επαναστατών σημειώθηκαν στο Καστέλλι Μυλοποτάμου στις 25 Ιουλίου, στο Ατσιπόπουλο στις 2 Αυγούστου και στις 29 Σεπτεμβρίου στη Γεωργιούπολη. Μετά τη σύγκρουση στο Ατσιπόπουλο, η Κρητική Βουλή ψήφισε νόμο για τη συγκρότηση ένοπλων σωμάτων, τα οποία απαρτίζονταν από Κρήτες μισθοφόρους του πρίγκιπα, τους επονομαζόμενους δημοφρουρούς, και ενισχύονταν υλικά από τις Μ. Δυνάμεις και ιδιαίτερα από τους Ρώσους.

Τη σύσταση των σωμάτων αυτών κατήγγειλε η επαναστατική κυβέρνηση, γιατί οδηγούσε σε εμφύλια σύγκρουση. Αντίθετα με τους Άγγλους και τους Ρώσους, οι άλλες Προστάτιδες Δυνάμεις στην περιοχή ευθύνης τους τηρούσαν μάλλον παθητική στάση απέναντι στην επανάσταση. Στην περιοχή των Χανίων, η οποία βρισκόταν υπό διεθνή έλεγχο, ο αρχηγός των διεθνών στρατευμάτων απαγόρευε τη χρήση όπλων εκτός από την περίπτωση νόμιμης άμυνας σε μαζική επίθεση των επαναστατών.

Παρά την καταστολή της επανάστασης στην υπόλοιπη Κρήτη και την επιβολή στις 17 Ιουλίου 1905 στρατιωτικού νόμου, στα Χανιά οι επαναστάτες διατήρησαν τις δυνάμεις τους προς μια συμβιβαστική λύση. Όμως, καθώς τα μέσα των δύο αντιπάλων δεν επέτρεψαν την καθολική επικράτηση του ενός από τους δύο, η μόνη λύση ήταν ο συμβιβασμός. Άλλωστε, η πολιτική του Βενιζέλου απέβλεπε σε μια εξελικτική διαδικασία και όχι στην εκ βάθρων ανατροπή της ορισμένης τάξης πραγμάτων.

Ύστερα από την απόρριψη του ενωτικού αιτήματος, ο Βενιζέλος επανήλθε με νέες προτάσεις υποστηρίζοντας λύση στο Κρητικό ζήτημα κατά το πρότυπο της Ανατολικής Ρωμυλίας, έτσι ώστε «ούτε τα επικυριαρχικά της Τουρκίας δικαιώματα να θίγωνται, ούτε ημείς να απέχωμεν της τυπικής ενώσεως, επιτυγχάνοντες, αν όχι την τυπικήν, τουλάχιστον την ουσιαστικήν». Στις 24 Απριλίου 1905 συγκλήθηκε Πρεσβευτική Διάσκεψη στη Ρώμη, κατά την οποία οι εκπρόσωποι των τεσσάρων Προστάτιδων Δυνάμεων διατύπωσαν την άποψη ότι θα ήταν σκόπιμο να οριστεί Ευρωπαίος σύμβουλος του πρίγκιπα ειδικός στα διοικητικά και οικονομικά θέματα.

Ωστόσο, η νέα αυτή πρόταση δεν ευοδώθηκε, αφού συνάντησε πανελλήνια αντίδραση. Στις 2 Ιουλίου 1905 τριμελής επαναστατική επιτροπή συναντήθηκε στο χωριό Μουρνιές με τους διπλωματικούς εκπροσώπους των Μεγάλων Δυνάμεων. Οι αντικειμενικές συνθήκες όμως δεν επέτρεψαν την επίτευξη συμφωνίας μεταξύ τους, καθώς οι Μ. Δυνάμεις δεν ήταν διατεθειμένες να προβούν σε παραχωρήσεις πριν από τη διακοπή του ένοπλου αγώνα. Από την πλευρά τους οι επαναστάτες δεν αποδέχονταν τις προτεινόμενες από τις Δυνάμεις μεταρρυθμίσεις, οι οποίες απέβλεπαν μόνο σε εσωτερικές μεταβολές και όχι σε μεταβολή του διεθνούς καθεστώτος της νήσου.

Αυτό είχε καταστεί σαφές στο υπόμνημα της επαναστατικής ηγεσίας προς την Ελληνική κυβέρνηση στις 30 Ιουνίου. Λόγω της αδυναμίας να επιτευχθεί συμβιβαστική λύση, ο Βενιζέλος με διπλωματική ευελιξία μετακινήθηκε από την επιδίωξη του κύριου στόχου της επανάστασης και πρότεινε την κάθοδο ειδικής Εξεταστικής Επιτροπής, η οποία θα προέβαινε σε επιτόπια μελέτη των όρων του Κρητικού προβλήματος. Ο Κρητικός ηγέτης εξέφραζε τη βεβαιότητα ότι η μελέτη αυτή θα οδηγούσε σε επίσπευση της ενωτικής διαδικασίας και θα άνοιγε το δρόμο για αναθεώρηση της αρνητικής Ευρωπαϊκής στάσης απέναντι στο Κρητικό Ζήτημα:

«Αφού η περαιτέρω παραμονή του πρίγκηπος κατέστη αδύνατος, αδύνατος απέβη και η λειτουργία παντός προσωρινού καθεστώτος εν Κρήτη, αφού ο διορισμός εις αντικατάστασιν Αυτού ξένου Κυβερνήτου αδύνατον είνε να γίνη ανεκτός υπό του Κρητικού λαού, ως δηλούμεν και διά του τελευταίου προς τα Δυνάμεις υπομνήματός μας. Αδύνατον επομένως είναι δι’ ημάς να ακολουθήσωμεν την ευμενώς δοθείσαν ημίν υπό της Ελληνικής κυβερνήσεως γνώμην, όπως επωφεληθώμεν της παρεχόμενης διεξόδου, εξασφαλίζοντες τας εσωτερικάς ελευθερίας του τόπου διά της επιτυχίας μεταρρυθμίσεων επί του πολιτεύματος. 

Διά τούτο είμεθα αποφασισμένοι να εμμείνωμεν μέχρι τέλους εις τον αγώνα, όπως πλάσωμεν τοιούτον μεταξύ της Ελλάδος και Κρήτης σύνδεσμον, όστις θα απετέλει ουσιαστικήν αυτών ένωσιν, θα προτιμήσωμεν δε, αν ηττηθώμεν υπό της βίας των πραγμάτων και των εντεύθεν και εξ Ελλάδος αντιδράσεων, να κύψωμεν μεν, αλλά να αρνηθώμεν την αποδοχήν των εσωτερικών απλώς μεταρρυθμίσεων, να αντιδράσωμεν παθητικώς κατά της εφαρμογής των νέων, να αντιδράσωμεν παθητικώς κατά της εφαρμογής του νέου καθεστώτος και να καραδοκώμεν την ευκαιρίαν καθ’ ην θα συνεχίσωμεν τον ενωτικόν αγώνα». 

Κατά το μήνα Αύγουστο, ενώ η Αθήνα συγκλονιζόταν από μεγάλη διαδήλωση συμπαράστασης στο «Θέρισο» (14 Αυγούστου 1905), η Κρητική Βουλή με ψήφισμά της (30 Αυγούστου) αποδοκίμαζε «μετ’ αγανακτήσεως πάσαν παράνομον πράξιν παντός Κρητός κατά των εν Κρήτη διεθνών στρατευμάτων». Ένα μήνα αργότερα, κάτω από το βάρος των υλικών δυσχερειών που αντιμετώπιζαν οι επαναστάτες και λόγω των κινδύνων που εγκυμονούσε η παρατεινόμενη έκρυθμη κατάσταση στο νησί, οι δύο πλευρές ήλθαν σε συμβιβασμό.


Ύστερα από τη μεσολάβηση του I. Σφακιανάκη και τη συνάντησή του με τον Άγγλο πρόξενο Howard διατυπώθηκαν στις 30 Σεπτεμβρίου 1905 οι προτάσεις των επαναστατών σχετικά με τον τερματισμό του ένοπλου αγώνα. Στις 2 Νοεμβρίου 1905 στην Αγία Μονή πραγματοποιήθηκε η τελική αποφασιστική συνάντηση μεταξύ των προξενικών αρχών και του Ελευθερίου Βενιζέλου, μόνου εκπροσώπου της επαναστατικής ηγεσίας. Τα δύο μέρη κατέληξαν οριστικά σε συμβιβαστικό διακανονισμό με την υπόσχεση των Μ. Δυνάμεων ότι θα αποστείλουν στο νησί διεθνή Εξεταστική Επιτροπή επιφορτισμένη με την επιτόπια εξέταση του Κρητικού προβλήματος.

Επιπρόσθετα, ρυθμίστηκαν ορισμένα εκκρεμή ζητήματα, όπως η παράδοση των όπλων, η διάλυση του σώματος των δημοφρουρών, η έκταση της αμνηστίας, η αναχώρηση των λιποτακτών χωροφυλάκων, η αποκατάσταση των σχέσεων μεταξύ των εκπροσώπων της δημοσίας αρχής και των επαναστατών και η επιτήρηση των επικείμενων δημοτικών εκλογών από τις διεθνείς αρχές. Εντός ολίγων ημερών οι επαναστάτες έσπευσαν να ανταποκριθούν στους όρους της συμφωνίας εγκαταλείποντας στα προκαθορισμένα σημεία τον οπλισμό τους, ενώ οι λιποτάκτες χωροφύλακες, για τους οποίους δεν ίσχυε η αμνηστία, επιβιβάστηκαν σε Αυστριακό ατμόπλοιο και αναχώρησαν για την ελεύθερη Ελλάδα.

Στις 25 Νοεμβρίου κηρύχθηκε επίσημα η αμνηστία με δύο προκηρύξεις υπογεγραμμένες από τον ύπατο αρμοστή και τις Μεγάλες Δυνάμεις. Οι προσδοκίες του Ελευθερίου Βενιζέλου σχετικά με την προώθηση του ενωτικού αιτήματος σύντομα δικαιώθηκαν. Λίγους μήνες μετά τον τερματισμό της επανάστασης, έφτασε στην Κρήτη διεθνής Εξεταστική Επιτροπή με πρόεδρο το διακεκριμένο Άγγλο εμπειρογνώμονα Sir Edgard Law, η οποία πρότεινε την εισαγωγή μεταρρυθμίσεων, όπως η οργάνωση της τοπικής Πολιτοφυλακής, η αποχώρηση των ξένων στρατευμάτων, η χορήγηση νέου δανείου και η αναθεώρηση του Συντάγματος.

Ενώ υπογράμμιζε ανεπιφύλακτα ότι «το μόνον φάρμακον εις την επικίνδυνον σημερινήν κατάστασιν είναι η ταχυτέρα κατά το δυνατόν Ένωσις της Κρήτης μετά του Βασιλείου της Ελλάδος». Τον Αύγουστο του 1906 εκχωρήθηκε στον Έλληνα βασιλιά το δικαίωμα να διορίζει ο ίδιος τον ύπατο αρμοστή της Κρήτης με την έγκριση των Προστάτιδων Δυνάμεων. Στις 12 Σεπτεμβρίου 1906 ο ύπατος αρμοστής Γεώργιος αναχώρησε από την Κρήτη «σχεδόν λαθραίως ως φυγάς, επιβιβασθείς Ελληνικού πολεμικού σκάφους, σταλέντος παρά της Κυβερνήσεως Θεοτόκη». Νέος αρμοστής ορίστηκε ο Αλέξανδρος Ζαΐμης.

Η μεταβίβαση της ευθύνης για την εκλογή του ανώτατου πολιτειακού άρχοντα της Μεγαλονήσου στον Έλληνα βασιλιά σήμαινε μια στενότερη σύνδεση της Κρητικής Πολιτείας με την ανεξάρτητη Ελλάδα. Την ίδια στιγμή μια σειρά από μεταρρυθμίσεις, όπως η συγκρότηση Κρητικής Πολιτοφυλακής εκπαιδευμένης από Έλληνες αξιωματικούς, ήταν ένα βήμα προς την ουσιαστικότερη αυτονομία της νήσου, καθώς συνδεόταν και με την πρόθεση των Μ. Δυνάμεων να απεγκλωβίσουν τα στρατεύματά τους. Στην αναμόρφωση του πολιτειακού καθεστώτος συνέβαλε η ψήφιση νέου Συντάγματος με δημοκρατικότερο χαρακτήρα, το οποίο προωθούσε τις αρχές του πολιτικού φιλελευθερισμού.

Όσον αφορά στα οικονομικά και τα κοινωνικά προβλήματα του νησιού, επιτεύχθηκε η εκ νέου δανειοδότηση της Κρητικής Πολιτείας με περίοδο χάριτος ως το 1911 και επεκτάθηκαν στην Κρήτη οι αρμοδιότητες της «Επιτροπής Ελέγχου των οικονομικών της Ελλάδος». Η επανάσταση του Θερίσου δεν είχε θεαματικά αποτελέσματα. Χρειάστηκε ένα συνταρακτικό γεγονός, οι Βαλκανικοί Πόλεμοι, για να γίνει το όνειρο πραγματικότητα. Ωστόσο, επανέφερε το Κρητικό πρόβλημα στην επικαιρότητα και προκάλεσε την επανεξέτασή του από τις Μεγάλες Δυνάμεις. Παράλληλα, οδήγησε στην αναθεώρηση του πολιτειακού συστήματος της Κρητικής Πολιτείας.

Τέλος, η επανάσταση του Θερίσου ανέδειξε τον πρωταγωνιστή της Ελευθέριο Βενιζέλο ως ουσιαστικό παράγοντα της πολιτικής ζωής του έθνους. «Το Θέρισο στάθηκε η αφορμή για να βρει η Κρήτη τη λευτεριά της. Και ακόμη στάθηκε η αφορμή για να βρει η φυλή τον ηγέτη της». Η δραστηριοποίηση του Βενιζέλου στην Κρήτη κατά τα έτη 1901 - 1906 και η καθιέρωσή του ως ηγέτη στη Μεγαλόνησο άνοιξαν το δρόμο προς την πανελλήνια επιβολή του. Το 1910 ο Βενιζέλος κλήθηκε από το Στρατιωτικό Σύνδεσμο να αναλάβει τις τύχες της χώρας. Οι πολιτικές του ιδέες και η αγωνιστική του δράση ανέπεμπαν τους παλμούς των εθνικών προσδοκιών.

Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ (Α)

Από την αρχή της Επανάστασης, η στρατιωτική επέμβαση για την καταστολή της είχε καταστεί αδύνατη. Η στρατιωτική δύναμη που είχε τη δυνατότητα και τη δικαιοδοσία να επέμβει σε περίπτωση αναταραχής ήταν η διεθνής στρατιωτική δύναμη, που είχε παραμείνει στο νησί μετά την αναχώρηση των Ναυάρχων. Αυτή όμως δεν υπαγόταν στην αρμοδιότητα του Αρμοστή αλλά των Γενικών Προξένων των Προστάτιδων Δυνάμεων. Οι διοικητές των επιμέρους τομέων της διεθνούς δύναμης προκειμένου να ενεργήσουν λάμβαναν εντολές από τους Γενικούς Προξένους.

Ωστόσο, αν και αυτοί ήσαν σε γενικές γραμμές υπέρ της επέμβασης για την αποκατάσταση του κύρους του Πρίγκιπα, ούτε ήσαν σε θέση να συμφωνήσουν σε συγκεκριμένη δράση, ούτε διέθεταν επαρκή στρατεύματα για να αναλάβουν οποιαδήποτε δράση πέρα από τη φύλαξη της Κρητικής υπαίθρου, πολύ δε περισσότερο την εκπόρθηση του οχυρού των επαναστατών. Έτσι οι επαναστάτες παρέμεναν στο Θέρισο και τα διεθνή στρατεύματα περιορίζονταν στην εγγύηση της τάξης στις πόλεις και στην παρεμπόδιση του ανεφοδιασμού των επαναστατών.


Στις 18 / 31 Μαρτίου ο διοικητής των Γαλλικών στρατευμάτων στην Κρήτη, αντισυνταγματάρχης Jean-Stanislav Lubanski ζήτησε να συναντηθεί με τους ηγέτες της Επανάστασης για να αναζητήσουν ειρηνική λύση. Την επομένη συναντήθηκε με μέλη της τριανδρίας, τον Κ. Φούμη και τον Κ.Μάνο, οι οποίοι αρνούνταν να συζητήσουν αν δεν λάμβαναν απάντηση από τις Δυνάμεις στο υπόμνημα της 12 / 25 Μαρτίου. Στις 20 Μαρτίου / 2 Απριλίου ο Lubanski προσκόμισε στο Θέρισο την κατηγορηματική άρνηση των Δυνάμεων να επιτρέψουν την ένωση. Η απάντηση δεν εξέπληξε κανέναν. Η τριανδρία έσπευσε άμεσα να δηλώσει στον Lubanski:

"Το κόμμα μας υποκλίνεται προ της τελευταίας αποφάσεως των Δυνάμεων, την οποίαν κατέστη δυνατόν να μας κοινοποιήσητε. Θέλομεν αναβάλει την πραγματοποίησιν του υπερτάτου σκοπού μας, πλήρεις εμπιστοσύνης προς τας Προστάτιδας Δυνάμεις, ο σεβασμός και η ευγνωμοσύνη του Κρητικού λαού προς τας οποίας δεν ήθελον τεθή εν αμφιβόλω".

Μια τόσο άμεση υπαναχώρηση από τον αρχικά διακηρυγμένο στόχο με τη δήλωση νομιμοφροσύνης προς τις Δυνάμεις ήταν ένας ελιγμός που θα εξασφάλιζε την εύνοιά τους για την επιδίωξη του πιο άμεσου επαναστατικού στόχου.Αλλά η ανεπίσημη αυτή απάντηση δεν μπορούσε να δημοσιοποιηθεί για να μη χάσει το κύρος της η Επανάσταση. Αν και επίσημη απάντηση προς τις Δυνάμεις η τριανδρία δεν έδωσε, η δημοσίευση της αρνητικής απάντησης των Δυνάμεων στις 10 Μαΐου στην "Εφημερίδα της Κρητικής Πολιτείας" κατέστησε σαφές ότι ο στόχος αυτός ήταν ανέφικτος.

Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ (Β)

Η Επανάσταση είχε κηρυχθεί ένα μήνα πριν από την έναρξη των εργασιών της νέας Βουλής που είχε προκύψει από τις πρόσφατες εκλογές. Η νέα Βουλή, πλειοδοτώντας σε επαναστατικότητα, για να αφαιρέσει τη λαϊκή απήχηση από το επαναστατικό κίνημα ψήφισε την κατάλυση της Κρητικής Πολιτείας και την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα. Οι Σύμβουλοι του Ηγεμόνα παραιτήθηκαν, αναρτήθηκαν παντού Ελληνικές σημαίες, ενώ οι διεθνείς στρατιωτικές αρχές έσπευσαν να προβούν στην υποστολή τους. Αμήχανη η Κρητική Βουλή διέκοψε τις εργασίες της, καλώντας τους Κρήτες να επανέλθουν στη νομιμότητα και στο σεβασμό των Ευρωπαϊκών αποφάσεων.

Η αδυναμία του Ηγεμόνα και της Βουλής να επιδείξει αποτελεσματικότητα στο χειρισμό του ενωτικού αγώνα, που ανέλαβε η παράταξη του Ηγεμόνα, αποτέλεσε ισχυρό όπλο στα χέρια των επαναστατών του Θερίσου, καθώς αποδείκνυε ποια ήταν η παράταξη που είχε τη βούληση να διεκδικήσει την προώθηση του εθνικού ζητήματος.Μετά την απόρριψη του ενωτικού αιτήματος από τις Δυνάμεις ο Βενιζέλος, χωρίς ουσιαστικό πολιτικό αντίπαλο, επέβαλε στην επαναστατική μερίδα, ως ενδιάμεσο στόχο, την επιδίωξη του καθεστώτος της Ανατολικής Ρωμυλίας. Αλλά σε αυτή τη φάση οι Δυνάμεις απέρριπταν οποιαδήποτε μεταβολή θα ενοχλούσε την Τουρκία.

Στην κρίση που είχε ξεσπάσει το Προξενικό Συμβούλιο στα Χανιά διαδραμάτισε το ρόλο του εγγυητή της διεθνούς τάξης. Επανειλημμένα διέταξε τους επαναστάτες να καταθέσουν τα όπλα και να επιστρέψουν στη νομιμότητα. Διέταξε τα διεθνή στρατεύματα να καταλάβουν το δυτικό τμήμα του νησιού και να αυξήσουν τη φρούρηση των λιμανιών και τέλος, στις 17 / 30 Ιουνίου, διέταξε την επιβολή κατάστασης πολιορκίας στο διεθνή τομέα. Στο μεταξύ ο στόχος των επαναστατών είχε γίνει ριζοσπαστικότερος. Τον Ιούνιο του 1904 και τον Μάρτιο του 1905 ο Βενιζέλος είχε επιδιώξει αναθεώρηση του Συντάγματος χωρίς την απομάκρυνση του Αρμοστή.

Στις 30 Ιουνίου/12 Ιουλίου ζητούσε πλέον ρητά την απομάκρυνση του Πρίγκιπα μαζί με την κατάργηση του προσωρινού καθεστώτος: "Αφού η περαιτέρω παραμονή του Πρίγκιπος κατέστη αδύνατος, αδύνατος απέβη και η λειτουργία παντός προσωρινού καθεστώτος εν Κρήτη, αφού ο διορισμός εις αντικατάστασιν Αυτού ξένου Κυβερνήτου αδύνατον είναι να γίνη ανεκτός υπό του Κρητικού λαού". Σε μία κλιμάκωση των πιέσεών τους, για να αρθεί το αδιέξοδο, οι Γενικοί Πρόξενοι αποφάσισαν να εγκαινιάσουν απευθείας επικοινωνία με το Βενιζέλο και τη λοιπή ηγεσία της Επανάστασης. Η συνάντηση έγινε στις 2 / 15 Ιουλίου, στις Μουρνιές.

Οι Γενικοί Πρόξενοι των Δυνάμεων γνωστοποίησαν στον Βενιζέλο και τους δύο συνεργάτες του ότι απέρριπταν κάθε μεταβολή του καθεστώτος, αλλά θα δέχονταν μεταρρυθμίσεις που θα αποσκοπούσαν στη ρύθμιση εσωτερικών ζητημάτων και απείλησαν ότι αν οι επαναστάτες δεν κατέθεταν τα όπλα σε διάστημα δεκαπέντε ημερών, θα κήρυτταν στρατιωτικό νόμο. Οι επαναστάτες απέρριψαν το τελεσίγραφο και ο στρατιωτικός νόμος επιβλήθηκε στις 17 / 30 Ιουλίου. Η κρίσιμη συνάντηση των Μουρνιών, της 2 / 15 Ιουλίου έφερε εκτός από την πίεση των Προξένων και μία διέξοδο σε πολιτικό επίπεδο.

Βλέποντας ότι οι Γενικοί Πρόξενοι επέμεναν στην αδιέξοδη λύση της αναζήτησης εσωτερικών μεταρρυθμίσεων, που θα διέσωζε το υφιστάμενο καθεστώς, ο Βενιζέλος, χωρίς εξουσιοδότηση της Επαναστατικής Συνέλευσης, έριξε την ιδέα της καθόδου στην Κρήτη Διεθνούς Εξεταστικής Επιτροπής, σκοπός της οποίας θα ήταν να μελετήσει και να προτείνει την εισαγωγή μεταρρυθμίσεων. Υπό τον όρο αυτό οι επαναστάτες θα μπορούσαν να καταθέσουν τα όπλα στα διεθνή στρατεύματα. Όταν πλέον οι Δυνάμεις ανακοίνωναν την απόφασή τους για αποστολή Διεθνούς Εξεταστικής Επιτροπής στην Κρήτη, οι συνεργάτες του Βενιζέλου είχαν ήδη αποδεχθεί την ιδέα ως τη μόνη δυνατή διέξοδο.

Την εποχή πάντως εκείνη ο Βενιζέλος, αναγνωρίζοντας ότι ήταν ανέφικτος ο στόχος της ένωσης, είχε προτείνει, ως συμβιβαστική λύση που θα προήγαγε το εθνικό ζήτημα, την αντικατάσταση του Πρίγκιπα με επιφανή Έλληνα πολιτικό. "Τοιαύτη λύσις", έγραφε εμπιστευτικά στην αντιπροσωπεία που βρισκόταν στην Αθήνα, "θα ήτο ο διορισμός ως Υπάτου Αρμοστού των Δυνάμεων ενός των εν Ελλάδι πολιτικών ανδρών· του Ζαΐμη λόγου χάριν ή του Δραγούμη ή του Δεληγεώργη ή του Σκουλούδη ή άλλου τινός των τοιούτων".

Βέβαια, ούτε η Ελληνική Κυβέρνηση ούτε οι Δυνάμεις ήσαν διατεθειμένες να δεχθούν οποιαδήποτε μείωση του κύρους του Πρίγκιπα, πόσο μάλλον την αντικατάστασή του από Έλληνα πολιτικό. Σε αυτή τη χρονική στιγμή η εμπιστευτική πρόταση του Βενιζέλου έπεσε στο κενό.


ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΡΩΜΥΛΙΑ 

Ανατρέποντας τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου που είχε δημιουργήσει μία μεγάλη Βουλγαρία, η Συνθήκη του Βερολίνου είχε δημιουργήσει μία ηγεμονία ανάμεσα στον Δούναβη και τον Αίμο και, στα νότια της Βουλγαρικής Ηγεμονίας την Ανατολική Ρωμυλία, μία νέα αυτόνομη επαρχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με Χριστιανό ηγεμόνα και πρωτεύουσα τη Φιλιππούπολη. Πρώτος Γενικός Διοικητής ορίστηκε ο Αλέκος Βογορίδης Πασάς, που έφτασε στη Φιλιππούπολη τον Μάιο του 1879. Για την Ανατολική Ρωμυλία η Συνθήκη του Βερολίνου όριζε ότι:

  • Βρισκόταν υπό την άμεση πολιτική και στρατιωτική κυριαρχία του Σουλτάνου.
  • Οι αξιωματικοί της χωροφυλακής ορίζονταν από το Σουλτάνο.
  • Η εσωτερική τάξη εξασφαλιζόταν από τοπική χωροφυλακή, η σύνθεση της οποίας ανταποκρινόταν στην εθνολογική σύνθεση του πληθυσμού. 
  • Ο Σουλτάνος διατηρούσε δικαίωμα στρατιωτικής επέμβασης σε περίπτωση εσωτερικού ή εξωτερικού κινδύνου για την σταθερότητα της περιοχής.
  • Ο Γενικός Διοικητής θα ήταν Χριστιανός και θα οριζόταν από τον Σουλτάνο με την έγκριση των Δυνάμεων για πενταετή θητεία.
  • Διεθνής επιτροπή, η Επιτροπή της Ανατολικής Ρωμυλίας, θα διαμόρφωνε το συνταγματικό χάρτη της νέας χώρας, θα προσδιόριζε δηλαδή τις αρμοδιότητες του Γενικού Διοικητή και την φύση της διοικητικής, οικονομικής και δικαστικής οργάνωσης. 

Η δημιουργία της ενιαίας Βουλγαρίας, την οποία είχε οριοθετήσει η Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου, εξακολουθούσε να είναι ο εθνικός στόχος των Βουλγάρων, οι οποίοι αναζητούσαν την ευκαιρία για την πραγματοποίησή του. Το 1884, με τη λήξη της θητείας του Βογορίδη, επελέγη ως αντικαταστάτης του ο γραμματέας του Γαβριήλ Κρούστεβιτς Πασά. Το αίτημα για ένωση γινόταν όλο και πιο επιτακτικό και από τις δύο πλευρές των συνόρων και από τις αρχές του 1885 με την ενθάρρυνση της Σόφιας άρχισε η οργάνωση ενός πραξικοπήματος με σκοπό την "Ένωση της Βόρειας και της Νότιας Βουλγαρίας υπό το σκήπτρο του Αλεξάνδρου Μπάττενμπεργκ".

Η Επανάσταση εξερράγη στις 3 / 15 Σεπτεμβρίου 1885. Οι επαναστάτες συνέλαβαν τον Γενικό Διοικητή, ο οποίος αρνήθηκε να καλέσει Οθωμανικά στρατεύματα για την υπεράσπιση του καθεστώτος. Οι επαναστάτες συγκρότησαν Προσωρινή Κυβέρνηση και κήρυξαν την ένωση με την ηγεμονία της Βουλγαρίας. Ο Ηγεμόνας της Βουλγαρίας Πρίγκιπας Αλέξανδρος δέχθηκε την πρόκληση, παρότι αναγνώριζε ότι η παραβίαση της Συνθήκης του Βερολίνου θα είχε διεθνείς συνέπειες. Η Σερβία κήρυξε τον πόλεμο κατά της Βουλγαρίας αλλά ηττήθηκε και αναγκάστηκε να αναγνωρίσει τα γεγονότα.

Με την ανοχή των Δυνάμεων η συνθήκη του Βερολίνου είχε στην ουσία ανατραπεί. Αλλά το πρόσχημα των δύο ηγεμονιών διατηρήθηκε.Η συμφωνία στην οποία κατέληξαν οι Μεγάλες Δυνάμεις και η Πύλη στην Κωνσταντινούπολη στις 24 Μαρτίου / 6 Απριλίου 1886 προέβλεπε, έναντι μικρού εδαφικού ανταλλάγματος στην Τουρκία, ότι:

  • Ο ηγεμόνας της Βουλγαρίας θα κυβερνούσε ως Γενικός Διοικητής για διάστημα πέντε ετών και την Ανατολική Ρωμυλία.
  • Η Βουλγαρική διοίκηση σταδιακά θα απορροφούσε τη διοίκηση της Ανατολικής Ρωμυλίας.
  • Η πολιτοφυλακή θα ενσωματωνόταν στο Βουλγαρικό στρατό.
  • Η Βουλγαρία θα εγγυάτο τα χρέη της Ανατολικής Ρωμυλίας.

Η τύχη της Ανατολικής Ρωμυλίας λειτούργησε για μεν την ίδια τη Βουλγαρία ως πρότυπο για τις επιδιώξεις της στη Μακεδονία με πολιτικά μέσα και χωρίς ένοπλο αγώνα, για δε την Ελλάδα ως πρότυπο για μία σταδιακή λύση του Κρητικού Ζητήματος.

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ

Συμπαράσταση προς την Επανάσταση εκδηλωνόταν στις πόλεις της Κρήτης με συλλαλητήρια και ψηφίσματα, ενώ τα κατασταλτικά μέτρα του Αρμοστή -εντάλματα σύλληψης σε βάρος της τριανδρίας, λογοκρισία, συλλήψεις, απαγορεύσεις συγκεντρώσεων- αποδεικνύονταν αναποτελεσματικά. Η κατάσταση, ωστόσο, παρατεινόταν. Η διοίκηση του νησιού βρισκόταν ακόμα τυπικά, αλλά αναποτελεσματικά υπό την εξουσία του Αρμοστή, ουσιαστικά στα χέρια του Προξενικού Συμβουλίου. Από το Θέρισο, η Επανάσταση αδυνατούσε να επεκτείνει την κυριαρχία της και να εξασφαλίσει πόρους συντήρησης.

Η πολιτική διοίκηση του νησιού ήταν μοιρασμένη ανάμεσα στην Αρμοστεία και την Κρητική Συνέλευση από τη μια και στην Επαναστατική Επιτροπή και την Επαναστατική Συνέλευση από την άλλη. Οι Πρόξενοι είχαν κηρύξει στρατιωτικό νόμο και προσπαθούσαν να εξασφαλίσουν την παράδοση των επαναστατών και την επιστροφή στη νομιμότητα. Μετά τη συνάντηση των Μουρνιών της 2 / 15 Ιουλίου 1905 πρότειναν συγκεκριμένα από τους επαναστάτες:

  • Κατάθεση των όπλων στις διεθνείς δυνάμεις
  • Χορήγηση γενικής αμνηστίας
  • Υπόσχεση μεταρρυθμίσεων
  • Διεθνή εγγύηση για εσωτερική ασφάλεια και
  • Διενέργεια γενικών εκλογών.


Η σχετική συμφωνία για την λήξη της ένοπλου αγώνα έγινε στις 2 / 15 Νοεμβρίου στην Αγία Μονή ανάμεσα στους Προξένους και τον Βενιζέλο, μόνο εκπρόσωπο των επαναστατών. Αμέσως τα διεθνή στρατεύματα και η χωροφυλακή ανακατέλαβαν τις θέσεις που είχαν εγκαταλείψει και παρέλαβαν τον οπλισμό των επαναστατών. Στις 12 / 25 Νοεμβρίου το Προξενικό Συμβούλιο προκήρυξε την γενική αμνηστία αγνοώντας τις διαμαρτυρίες του Πρίγκιπα για σφετερισμό των αρμοδιοτήτων του. Η κατάσταση πολιορκίας διατηρήθηκε σε ορισμένες περιοχές μέχρι τις αρχές Ιανουαρίου 1906. Τότε έγιναν και οι εκλογές υπό την επιτήρηση των διεθνών δυνάμεων.

Η συμφωνία της Αγίας Μονής αποτέλεσε διέξοδο για τους επαναστάτες και πολιτική εγγύηση για το μέλλον του νησιού:

1. Ρύθμισε κατά τρόπο που εγγυάτο το κύρος των επαναστατών τη λήξη του ένοπλου αγώνα.

2. Εξασφάλιζε διεθνή επίβλεψη για την εισαγωγή συνταγματικών μεταρρυθμίσεων και για τη διεξαγωγή των εκλογών.

3. Εξασφάλιζε την κάθοδο στην Κρήτη διεθνούς εξεταστικής επιτροπής.

Οι εκλογές θα σήμαιναν το τέλος της επαναστατικής περιόδου και την επιστροφή στη νομιμότητα. Το νησί θα αποκτούσε Κυβέρνηση και θα τερματιζόταν ο παρεμβατικός ρόλος των Γενικών Προξένων, οι οποίοι θα επέστρεψαν στα προ του Μαρτίου του 1905 καθήκοντά τους.

Ο ΘΡΙΑΜΒΟΣ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΤΟΥ ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ 

Η επιμονή των επαναστατών στον ένοπλο αγώνα και η παράταση της έκρυθμης κατάστασης, που απειλούσε με κατάρρευση την οικονομική και πολιτική υπόσταση της Κρήτης, ανάγκασε τις Προστάτιδες Δυνάμεις να αποστείλουν αυστηρό τελεσίγραφο προς τους επαναστάτες στις 2 Ιουλίου 1905. Οι Γενικοί Πρόξενοι των Δυνάμεων, οι οποίοι υπέγραψαν αυτήν τη διακοίνωση, καθιστούσαν σαφές ότι δεν μπορούσαν να μεταβάλουν το πολιτικό καθεστώς του νησιού.

Διαβεβαίωναν όμως ότι θα επιφέρουν ουσιώδεις εσωτερικές μεταρρυθμίσεις, που θα βελτίωναν θεαματικά την κατάσταση, υπό το ρητό όρο ότι εντός 15 ημερών οι επαναστάτες όφειλαν να καταθέσουν τα όπλα, με παράλληλη χορήγηση γενικής αμνηστίας. Οι διαπραγματεύσεις ήταν σκληρές και διήρκεσαν όλο το καλοκαίρι του 1905. Η τελική συμφωνία υπογράφηκε από τον Ελ. Βενιζέλο στις 2 Νοεμβρίου 1905 στο μοναστήρι των Μουρνιών Κυδωνιάς. Εξασφαλίστηκε γενική αμνηστία και οι Μ. Δυνάμεις δεσμεύτηκαν να επεξεργαστούν ένα χάρτη νέων παραχωρήσεων στον Κρητικό λαό, αρνούμενες πάντως να επιτρέψουν την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα.

Το κίνημα του Θερίσου δεν πέτυχε πλήρως τους στόχους του, αλλά έδωσε νέα ισχυρή ώθηση στο Κρητικό Ζήτημα και προκάλεσε θετικές εξελίξεις. Διεθνής Επιτροπή που ήλθε στην Κρήτη το Φεβρουάριο 1906, ανέλαβε να εξετάσει την κατάσταση και τους όρους λειτουργίας του αρμοστειακού καθεστώτος και να υποβάλει σχετική έκθεση. Έπειτα από μακρότατες και επίπονες διαβουλεύσεις με τον Ελ. Βενιζέλο και με την Ελληνική Κυβέρνηση, οι Μεγάλες Δυνάμεις κατέληξαν σε μια νέα ρύθμιση του Κρητικού Ζητήματος.

Το οριστικό κείμενο των μεταρρυθμίσεων προέβλεπε την οργάνωση Κρητικής Χωροφυλακής με εντελώς νέο σχήμα, την ίδρυση Κρητικής Πολιτοφυλακής, με Έλληνες αξιωματικούς που προηγουμένως θα παραιτούνταν από τον Ελληνικό στρατό, και την ανάκληση των ξένων στρατευμάτων, μετά την αποκατάσταση της εσωτερικής γαλήνης στην Κρήτη. Η πολιτική του Βενιζέλου είχε θριαμβεύσει.

Αμέσως έπειτα συγκροτήθηκε η Β' Συντακτική Συνέλευση, για την εκπόνηση νέου συντάγματος, και η πρώτη πράξη της ήταν η έκδοση ενωτικού ψηφίσματος, μέσα σε ατμόσφαιρα συμφιλίωσης και εθνικής έξαρσης. Με νέα απόφασή τους οι Δυνάμεις παραχωρούσαν στο βασιλιά των Ελλήνων Γεώργιο Α' το δικαίωμα να διορίζει εκείνος τον Ύπατο Αρμοστή της Κρήτης (14 Αυγούστου 1906). Το νησί είχε ουσιαστικά καταστεί μια ιδιότυπη Ελληνική επαρχία.

ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΚΑΙ ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΑ

Η Πρώτη Προκήρυξη προς τους Κρήτες

ΕΝ ΟΝΟΜΑΤΙ ΤΟΥ ΕΘΝΟΥΣ

''ΑΔΕΛΦΟΙ! 

Το γλυκύ όνειρον όπερ από επτά κατά συνέχειαν έτη από της καθόδου του πρίγκηπος Γεωργίου μας ενανούρισεν, υπήρξεν απατηλόν· αι ελπίδες μας περί ενώσεως διεψέυσθησαν και οι μικροί και ολετηροί του παρελθόντος εθνικοί των Κρητών αγώνες περιωρίσθησαν εις την ίδρυσιν μιάς Αρμοστείας, ήτις υπό τον τύπον της προσωρινότητος τείνει να καταστή διαρκής. 

Ήδη η φωνή της Πατρίδος καλεί παν φιλότιμον τέκνον αυτής σήμερον, όπως συνεχίσωμεν το ιερόν εκείνο πρόγραμμα, όπερ ως παρακαταθήκη εδόθη ημίν υπό των πατέρων μας και διακηρύξωμεν ενόπλως διά μυριοστήν φοράν εις όλον τον πεπολιτισμένον κόσμον, ότι η Κρήτη ήτο και είνε μέρος αδιάσπαστον της Ελλάδος, μόνον δε δια της μετ’ αυτής ενώσεως θα θεωρηθή ότι έληξεν ο υπέρ της ιδέας ταύτης αγών των Κρητών. 

Καλούμεν όθεν πάντας εν ονόματι των υπέρ της ιδέας ταύτης πεσόντων μαρτύρων, εν ονόματι της ισχύος και του μεγαλείου της Ελλάδος, όπως σπεύσωσι να ενθαρρύνωσιν ημάς εις τον ιερόν τούτον αγώνα, όν σήμερον αναλαμβάνομεν καταλύοντες την προσωρινήν ταύτην Αρμοστείαν, την απονακρύνουσαν ημάς του επιδιωκομένου σκοπού και ανακηρύσσοντες ως Άρχοντα της Ελληνικής Χώρας μας την ΑΜ . τον Βασιλέα των Ελλήνων Γεώργιον τον Α'. 


Λευκά Όρη
11 Μαρτίου 1905''


Προκήρυξη του Πρίγκιπα Γεωργίου Α'

''ΚΡΗΤΕΣ! 

Αι Δυνάμεις διέταξαν απ’ ευθείας τα στρατεύματα της κατοχής να παρέμβωσι και αποκαταστήθωσι την τάξιν εν τη νήσω. Λαβών υπ’ όψιν το σοβαρόν του μέτρου τούτου, παρεκάλεσα Αυτάς, όπως αναβάλωσι την εκτέλεσιν της διαταγής επί 36 ώρας, ίνα γνωστοποιήσω την απόφασιν ταύτην και προτρέψω και πάλιν να επανέλθωσιν εις τας εστίας των τους εξ υμών παραπλανηθέντας εις κίνημα έκτροπον και ζημιούν την εθνικήν υπόθεσιν. 

ΚΡΗΤΕΣ! 

Την απόφασιν των Δυνάμεων γνωρίζων προς υμάς, επικαλούμαι ολοψύχως τα γνωστά εις Εμέ αληθή και αγνά αισθήματά σας, ελπίζων ότι θα σκεφθήτε οποίας ολεθρίας συνεπείας δύναται να δημιουργήση το εν Θερίσω απεγνωσμένον κίνημα ου μόνον δια την Κρήτην, αλλά και δια το Εθνος. Η Πατρίς και η Ενωσις υπήρξαν πάντοτε τα ιερά ιδεώδη παντός Κρητός, ιδεώδη αποτελούντα την πολύτιμον των πατέρων υμών κληρονομίαν. 

Εάν δεν θέλητε να λησμονήσετε ταύτην και να κηλιδώσητε την ένδοξον της Κρήτης ιστορίαν, μη παραπλανηθήτε υπ’ ολίγων τινών, οίτινες σας εκκλίνουσι της ευθείας οδού, δι’ ης δύνανται να επιτευχθώσιν οι δίκαιοι πόθοι. 

ΚΡΗΤΕΣ! 

Επικαλούμενος την αρωγήν του Υψίστου, προσκαλώ υμάς τους εν Θερίσω, ίνα καταθέτοντες τα όπλα, επανήλθητε εις τας εστίας σας. Εννοήσατε πόσον η στάσις υμών προσβάλλει την κυανόλευκον σημαίαν, η οποία υπήρξε πάντοτε ένδοξος, λάβαρον σεμνόν και ουχί σύμβολον ατάκτων κινημάτων. Η απόφασις των Δυνάμεων, ίνα επιβάλωσι την τάξιν είνε αμετάκλητος. Αναλογισθήτε τας συνεπείας. 

Είθε ο Υψιστος να ευδοκήση όπως οι δίκαιοι πόθοι ημών πληρωθώσι τάχιστα, αλλ’ ίνα κατορθωθή τούτο είνε ανάγκη να αποκτηθώσι δια φρονήσεως και νομοταγούς διαγωγής αι συμπάθειαι των ισχυρών της γης, παρ’ ων εξαρτάται η ποθητή του εθνικού ζητήματος λύσις, και ουχί δι’ εκνόμων και ατάκτων κινημάτων. 

Και πάλιν επαναλαμβάνω, ακούσατε της πατριωτικής και εξ αδόλου αγάπης εμπνεομένης φωνής Μου. 



Εν Χαλέπα τη 16η Μαρτίου 1905 
ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α'''

Προκήρυξη προς την Χωροφυλακή

''ΟΙ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΑΙ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΧΩΡΟΦΥΛΑΚΗΝ

ΑΔΕΛΦΟΙ!

Ούτε οι αγώνες των πατέρων ημών, ούτε οι ιδικοί μας αγώνες απέβλεπον εις την ίδρυσιν Πολιτείας, ως η παρούσα. Ο ενθουσιασμός μας επί τη καθόδω του Πρίγκηπος δεν είχε σημασίαν το ότι δια ταύτης εθεωρούμεν πληρωθέντας τους πόθους μας. Και οι αγώνες των πατέρων ημών και οι ιδικοί μας αγώνες, ένα είχον σκοπόν, προς πλήρωσιν του οποίου η πατρίς μας εν διαρκεί ευρίσκεται επαναστάσει και ο σκοπός αυτός είνε η της πατρίδος ένωσις μετά της φιλοστόργου μητρός της.

Ο ενθουσιασμός, μεθ’ ού υποδεχόμεθα τον πρίγκηπα, ότε το πρώτον το Κρητικόν έδαφος επάτει αφορμήν είχεν, ότι δια της καθόδου αυτού ηλπίσαμεν, ότι εφθάσαμεν εις τα πρόθυρα της εθνικής μας αποκαταστάσεως. Αι εθνικαί μας ελπίδες επί τη καθόδω του Πρίγκηπος ανεπτερώθησαν, αλλ’ ήδη ήρχισε τους πάντας να καταλαμβάνη απογοήτευσις. Τις δ’ εξ υμών δεν αισθάνεται την ταύτην απογοήτευσιν;

ΑΔΕΛΦΟΙ

Εχομεν υποχρέωσιν απέναντι του Εθνους μας, το οποίον εφέραμεν εις το χείλος του κρημνού και το εθέσαμεν υπό τον ξενικόν έλεγχον, έχομεν υποχρέωσιν απέναντι της ενδόξου ιστορίας μας να εμμένωμεν σταθεροί εις το προγονικόν πρόγραμμα και να μη απομακρυνώμεθα αυτού. Εχομεν υποχρέωσιν απέναντι του έθνους και της ιστορίας μας πάση θυσία να επιδιώκωμεν την πλήρωσιν του προγράμματος τούτου.

Και όταν σήμερον βλέπωμεν, ότι ενώ η παρούσα Πολιτεία ιδρυθή, ίνα διατηρηθή προσωρινώς, τείνει να καταστή διηνεκής, και όταν εννοούμεν, ότι αντί να πλησιάζωμεν προς την πλήρωσιν του εθνικού προγράμματος τουναντίον καθ’ εκάστην απομακρυνώμεθα αυτής, καθήκον έχομεν ως υιοί ενδόξων προγόνων πάση θυσία να επιδιώξωμεν την πλήρη κατάλυσιν της Πολιτείας ταύτης και την συγχώνευσιν αυτής μετά της μητρός της.

Και καθ’ ήν εποχήν υπό της Αυλής εξαγγέλλεται, ότι οι Κρήτες υπαξιωματικοί θα γίνουν αξιωματικοί μετά δέκα έτη από της εις την χωροφυλακήν κατατάξεως αυτών, ότι τουτέστιν πολύ ακόμη θα εξακολουθήση ο βίος της Πολιτείας ταύτης, καθήκον έχομεν να μη αφίσωμεν την παράτασιν, ίνα μη φθείρωνται οι χαρακτήρες, ίνα μη παύσωμεν να λατρεύωμεν ιδέας, ίνα μη καταστώμεν ο αμαχώτερος λαός της φυλής μας, άχρηστος και επιβλαβής εις το έθνος.

ΑΔΕΛΦΟΙ

Συνεχίζοντες το προγονικόν πρόγραμμα σας εξορκίζομεν εν ονόματι της κοινής πατρίδος να μη γίνετε όργανα αντεθνικών κελευσμάτων, ίνα μη προσάψετε κηλίδας εις την ένδοξον ιστορίαν μας.

Μη υπακούσετε εις εκείνους οίτινες τυχόν θα σας προέτρεπον να στρέψετε τα όπλα κατά των αδελφών σας των επιζητούντων την πλήρωσιν του εθνικού προγράμματος.

Δεν έχετε καθήκον να υπερασπισθήτε Πολιτείαν εις σύγκρουσιν προς τας ιδέας ερχομένην, καθήκον έχετε να υποταχθήτε εις την εθνικήν ιδέαν, εις την ιδέαν εκείνη με την οποίαν τόσαι γενεαί μέχρι τούδε εγαλουχήθησαν, εις την ιδέαν εκείνην, εις τον βωμόν της οποίας και οι πατέρες ημών και ημείς αυτοί τόσας εκατόμβας εθύσαμεν.

Σας εξορκίζομεν εις τον πατριωτισμόν σας να μη πικράνετε τόσους εθνομάρτυρας, των οποίων τα οστά τρίζουν σήμερον εις τα μνήματα εξ αγαλλιάσεως.

Σεβασθήτε την ένδοξον ιστορίαν μας και φοβηθείτε την στιβαράν χείρα αυτής.

Ενωθήτε και σεις μεθ’ ημών εις κοινόν αγώνα, ίνα από κοινού επιδιώξωμεν την ποθητήν ένωσιν ίνα χορεύσωμεν όλοι μαζί τον εθνικόν χορόν κατά την εθνικήν ανάστασιν.

Ενωθήτε και σεις μεθ’ ημών, όπως δια της ενώσεως πάντων ημών επιτύχωμεν ευχερέστερον την ένωσιν την εθνικήν.

Εν Χανίοις τη 10 Μαρτίου 1905
Ερρωσθι επ’ αγαθώ της κοινής πατρίδος''


Υπόμνημα προς τους Προξένους

''Εν Θερίσω τη 12/25 Μαρτίου 1905. 

Κύριε Γ. Πρόξενε, 

Και αι Μεγάλαι Δυνάμεις παρέχουσαι και ο Κρητικός λαός αναγκασθείς να αποδεχθή προ επταετίας το αυτόνομον καθεστώς εθεώρησαν τούτο ως μεταβατικόν απλώς σταθμόν προς την οριστικήν του τόπου αποκατάστασιν ήτις κατά τους αναλλοιώτους πόθους του Κρητικού λαού δεν ηδύνατο να είνε άλλη παρά η Ένωσις μετά της Ελλάδος. 

Αλλά και τοιούτου όντος του προσωρινού τούτου καθεστώτος, ο Κρητικός λαός και εξ εαυλαβείας προς τας Μεγάλας Δυνάμεις και εκ σεβασμού προς την υπόσχεσιν ήν έδωκε προς αυτάς κατά την αποδοχήν αυτού· αλλά και εν τω ιδίω αυτού συμφέροντι, ειλικρινώς συνέπραξεν εις την δυνατήν επιτυχίαν αυτού. Ατυχώς η διάρκεια αυτού παρετάθη πέραν του χρονικού σημείου καθ’ ό ηδύνατο να διαρκέση η ζωτικότης ενός τοιούτου νόθου και προσωρινού πολιτικού κατασκευάσματος. 

Η παράτασις αύτη συνδυαζομένη προς την οικονομικήν δυσπραγίαν, καθ’ ής έμελλε να παλαίση χώρα τόσον μικρά και πτωχή οφείλουσα να επαρκή εις τας δαπάνας χωριστού πολιτικού βίου, τελωνικώς δε αποκεκλεισμένη από παντός άλλου μείζονος πολιτικού οργανισμού και αδυνατούσα ως εκ της προσωρινής και αβεβαίας πολιτικής καταστάσεώς της να προσελκύση τα δια την πλουτολογικήν αυτής ανάπτυξιν αναγκαία ξένα κεφάλαια ήτο φυσικόν να γεννήση κατά του καθεστώτος δυσφορίαν οσημέραι αύξουσαν.

Αλλά την δυσφορίαν ταύτην επέτεινε και άλλο γεγονός την πηγήν αυτού έχον εις την νόθον πολιτικήν κατάστασιν, υφ’ ήν διαταλεί ο τόπος και ένεκεν της οποίας ούτος, καιπερ αισθανόμενος ότι πολλαπλούς έχει κυριάρχους, κανένα δεν έχει αληθώς υπεύθυνον δια την κυβέρνησιν αυτού. Ούτω δε ο Κρητικός λαός παρά τας κατ’ εξοχήν φιλελευθέρους αυτού τάσεις κατήντησε να κυβερνάται κατά σύστημα ολίγον απέχον του ακράτου δεσποτισμού. 

Τοιαύτην, πολιτικήν κατάστασιν υπό την οποίαν απέβη αδύνατον εις τον Κρητικόν λαόν να επιτελέση κανέν γενναίον βήμα προόδου, και η παράτασις του οποίου άγει τον τόπον και εις οικονομικόν χάος, και εις πολιτικήν αποσύνθεσιν, δεν ήτο δυνατόν ν’ ανεχθή επί μακρότερον χρόνον και δη επ’ αόριστον ο Κρητικός λαός. Ενεκα τούτου συνελθών σήμερον εις πάνδημον συλλαλητήριον εψήφισε την Ενωσιν αυτού μετά του βασιλείου της Ελλάδος εις μιαν ελευθέραν συνταγματικήν πολιτείαν δια του εγκλείστου ψηφίσματος, όπερ παρακαλούμεν Κύριε Γ. Πρόξενε να ευαρεστηθήτε να υποβάλητε προς την Κυβέρνησιν την οποία αντιπροσωπεύετε.

Συναισθανόμεθα βαθέως όλην την σοβαρότητα του διαβήματος ημών τούτου. Η σοβαρότης αύτη έγκειται ιδίως εις το γεγονός ότι, ενώ η οριστική πραγματοποίησις της αποφάσεως ημών ταύτης εξαρτάται εκ της ευμενείας των Μεγάλων Δυνάμεων δια την έγκρισιν αυτής επιπροσθούσιν ίσως διεθνείς δυσχέρειαι. Τας δυσχερείας ταύτας η αναλλοίωτος προς τας Μεγ. Δυνάμεις ευγνωμοσύνη του Κρητικού λαού υποχρεώνει αυτόν να έχη πάντοτε υπ’ όψει. 

Αλλά αι απαιτήσεις του πολιτισμού καθιστώσιν ηθικώς αδύνατον εις τας Μεγ. Δυνάμεις να επιμείνωσιν όπως όχι απλώς σκέπωσι δια της προστασίας των, αλλά και επιβάλλωσι δια της βίας εις τον Κρητικόν λαόν, καθεστώς τόσον αντίθετον και προς τους εθνικούς του πόθους και προς τα υλικά και προς τα ηθικά αυτού συμφέροντα. 

Κηρύττοντες την Ενωσιν της Κρήτης μετά της Ελλάδος δεν εννοούμεν το κήρυγμα τούτο εκτεινόμενον εις τα μέρη άτινα κατέχονται πραγματικώς υπό των διεθνών στρατευμάτων καθ’ όλην την έκτασιν, ήτις περιλαμβάνεται εντός των στρατιωτικών ζωνών, αίτινες είχον σχηματισθή κατά την επανάστασιν του 1897, περιορίζοντες την ισχύν του ψηφίσματος εις τα εκτός των στρατιωτικών τούτων ζωνών κείμενα μέρη της Νήσου, άτινα και κατά την επανάστασιν εκείνην είχον αναγνωρίσει αι Μ. Δυνάμεις ως υποκείμενα εις το κύρος της Κρητικής Συνελεύσεως, και ύστερον του εκτελεστικού. 

Αλλά μέχρις ού οργανωθώμεν οριστικώς ώστε να δυνάμεθα ν αναλάβωμεν την ευθύνην της προσωρινής διοικήσεως πάντων των μερών της νήσου εφ’ ών εκτείνεται το ψήφισμα της ενώσεως θέλομεν ού μόνον αναγνωρίζει τα εκτός του χωρίου Θέρισον όπου εδρεύομεν λειτουργούσας σήμερον αρχάς, αλλά και παρέχει εις αυτάς πάσαν συνδρομήν μας όπως καταστή δυνατή η αδιατάρακτος τήρησις της δημοσίας τάξεως. 

Ευαρεστήθητε Κύριε Γ. Πρόξενε να δεχθήτε την διαβεβαίωσιν της εξόχου υπολήψεώς μου. 
Ο Πρόεδρος 
ΙΩ. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΗΣ 

Ο Γραμματέυς 
Κ. ΜΑΝΟΣ''


Οι επιστολές της Κρητικής Βουλής για το Θέρισο 

Προς τους κ.κ.Ε. Βενιζέλον, Κ. Φούμην και Κ. Μάνον 

Χανία, 9 Ιουλίου 1905 

''Κύριοι Συμπατριώται 

Η ανάγνωσις της επιστολής σας υπό της Βουλής προυξένησεν εις τους κ.κ. Αντιπροσώπους του τόπου βαθείαν λύπην, διότι ενώ η αντιπροσωπεία της Νήσου τρεις μέχρι τούδε έτεινεν υμίν πρώτη την χείρα προς κοινήν συνεργασίαν, υμείς την αποποιείσθε και ιδίως σήμερον, οπότε η υπόθεσις της πατρίδος μας διατρέχει κρισιμωτάτην περίοδον, προτείνοντες απροσδοκήτους δια τους όρους. Είνε δε ούτοι απροσδόκητοι δια τους ακολούθους λόγους υπαγορευομένους υπό του κοινού συμφέροντος της πατρίδος. 

1) Η αξίωσις υμών του να δεθή ο τόπος όπισθεν του άρματος του πολιτικού υμών προγράματος είνε όλως αδικαιολόγητος, διότι είναι πρωτοφανές καθ’ ημάς να επιζητείται να καθορισθή εκ των προτέρων η πολιτική πορεία μιας Συντακτικής Συνελεύσεως και να δεσμευθή το αδέσμευτον Σωματείον, τοσούτον μάλλον καθόσον γνωρίζετε ότι η μεγάλη πλειονοψηφία του τόπου, αντιπροσωπευομένη υπό της Βουλής εξακολουθεί να εμμένη της πλήρους ενώσεως, μόνον δ’ υμείς εγκαταλείψατε τούτο κατελθόντες εις την συγκεκαλυμμένην ένωσιν, υπό τους αορίστους όρους της διοικητικής και οικονομικής ενώσεως οίτινες ατελέστατα εκφράζουσι τον επιδιωκόμενον σκοπόν. 

Αφού δ’ εγνωρίζατε ότι ο τόπος εμμένει εις το προαιώνιον πρόγραμμά του είνε όλως απαράδεκτον να απαιτείτε να τον υποτάξητε εις το ατελές πρόγραμμα της ουσιαστικής ενώσεως και να δεσμεύσητε εκ των προτέρων την θέλησιν της Συντακτικής Συνελεύσεώς του. 

2) Ο τόπος ουδέποτε διηρέθη ως προς το ζήτημα της Ενώσεως, αλλ’ ως προς το ζήτημα της παρουσίας εν Κρήτη του Έλληνος Βασιλόπαιδος περιβεβλημένου την ανωτάτην εξουσίαν της Νήσου εφ’ όσον διατηρείται το καθεστώς της αυτονομίας φαίνεται ότι υπάρχει πλήρης διαφωνία μεταξύ υμών και της αντιπροσωπείας της Νήσου. Διότι κατά πρώτον υμείς το ζήτημα το θεωρείτε προσωπικόν ενώ η Βουλή το θεωρεί ζήτημα κατ’ εξοχήν πολιτικόν, αποτελούν τον μόνον εθνικόν όρον της σημερινής αυτονομίας. 

Κατά δεύτερον δε λόγον και χωρίς να διαφωνώμεν προς υμάς ότι ο εθνικός υμών αγών δεν επιδιώκει την εξυπηρέτησιν ουδενός προσωπικού συμφέροντος, ημείς είμεθα έτοιμοι να διακηρύξωμεν ότι μόνον η πλήρης ή ουσιαστική Ένωσις, αν υπέρ της τελευτέας ταύτης αποφανθώσιν αι Μ. Δυνάμεις, θα καταστήσωσι περιττήν την διαχείρισιν της ανωτάτης εξουσίας της Νήσου υπό του Έλληνος Βασιλόπαιδος. 

Εις την διακήρυξιν δε ταύτην, ου μόνον δεν φαίνεσθε υμείς διατεθειμένοι να κατέλθητε, αλλ’ απαιτείτε και την επιτυχίαν του αγώνος και τούτο πριν ή ακόμη υπάρξη και η ελαχίστη βεβαιότης περί της επιτυχίας τούτου. Αν δε τα αποτελέσματα τούτου δεν ανταποκρίνωνται παρά τας προσδοκίας μας, προς τα εθνικά ιδεώδη του Κρητικού λαού ο τόπος θα εξακολουθή να μένη με την εμβαλωμένην αυτονομίαν του, αλλ’ αποκεφαλισμένην εθνικώς, διότι επί κεφαλής ταύτης δεν θα ευρίσκεται ο Ελλην Βασιλόπαις; Ο οποίος απετέλει τον Εθνικόν σύνδεσμον της Κρήτης μετά της μητρός Ελλάδος. 

Τοιαύτην ολεθρίαν υπό έποψιν εθνικήν θέσιν του Κρητικού Ζητήματος ουδέποτε θα αποδεχθή η αντιπροσωπεία της Νήσου, διακηρύττομεν δε δια του μάλλον κατηγορηματικού τρόπου ότι η μετακίνησις του εθνικού τούτου όρου άλλως, πλην δια της πλήρους ή ουσιαστικής ενώσεως θα διαιωνίση την επανάστασιν εν τη Νήσω και θα προκαλέση τους Κρήτας ν’ αναλάβωσιν απελπιστικόν αγώνα. 

3) Ο τρόπος καθ’ όν διατυπούται να καταρτισθή η Συντακτική Συνέλευσις, εκτός του ότι σας υποβάλει εις θυσίας, εις ας δεν επιθυμούμεν να υποβληθήτε καταδεικνύει ότι θέλετε να έχετε την απεριόριστον πλειοψηφίαν αυτής, τοιαύτην δε θέλησιν καταδηλούντες μας δεικνύετε φανερά ότι την σύμπραξίν μας την θεωρείτε περιττήν και μόνον ως υποτελή εις την δράσίν σας την ανέχεσθε. Διότι βεβαίως αγνοείτε ότι μεταξύ των μελών της βουλής υπάρχουσι τινες ευάριθμοι τον αριθμόν οίτινες ανήκουσι εις την προσωπικήν απόχρωσιν υμών ούτοι δε προστιθέμενοι εις το ήμισυ της Εθνοσυνελεύσεως, όπερ απαιτείτε να έχετε θα αποτελέσωσι την απόλυτον πλειοψηφίαν αυτής. 

Αλλ’ η αντιπροσωπεία της Νήσου συναισθανομένη πληρέστατα ότι νομίμως μεν αντιπροσωπεύει ολόκληρον την Νήσον, τα τέσσαρα δε πέμπτα των κατοίκων είναι αφοσιωμένοι εις τας πολιτικάς αποχρώσεις, αίτινες την αποτελούσι δεν δύναται ν’ αποδεχθή τοιούτον νόθον καταρτισμόν Εθνοσυνελεύσεως διότι αύτη δεν θα αντιπροσωπεύη την γνησίαν θέλησιν του Κρητικού λαού, αλλά θα είνε ανεπιφύλακτος υποταγή της πλειονοψηφίας εις την μειονοψηφίαν του τόπου προς ζημίαν των εθνικών τούτου συμφερόντων. 

Η Βουλή αποκρουομένου του συντόμου τρόπου του καταρτισμού εθνοσυνελεύσεως δι’ αυτής και υμών, φρονεί αδιστάκτως ότι, όπως κληθή Συντακτική Συνέλευσις αντιπροσωπεύουσα το γνήσιον φρόνημα του Κρητικού λαού ανάγκη να εξέλθη αύτη εκ της ανεπηρεάστου εκλογής του ενεργουμένης ταύτης είτε δια των καλπών είτε δια των εγγράφων εν ταις επαναστάσεσιν έθιμον. Τον τελευταίον δε τούτον τρόπον τον αποδέχεται εις την περίπτωσιν καθ’ ήν ήθελεν εξαναγκασθή να αναλάβη την επαναφοράν και τήρησιν της τάξεως γενικεύουσα τον ένοπλον αγώνα, ήτις εσχάτως επικινδύνως διεσαλεύθη προς μεγίστην ζημίαν των εθνικών ημών συμφερόντων.

Λυπούμεθα βεβαίως ότι αι άδικοι αξιώσεις σας συντρίβουσι και πάλιν την ελπίδαν να ενωθώμεν εις κοινήν ενέργειαν εν τω αυτώ περιβόλω και ότι εξαναγκάζουσι και πάλιν τον τόπον να βαδίση και σήμερον ακόμη κεχωρισμένως εις την επιδίωξιν της πραγματώσεως του εθνικού ημών ιδεώδους, το οποίον απετέλεσε και θα αποτελή το μόνον όνειρον παντός Κρητός και δια την εκπλήρωσιν του οποίου ουδέποτε η Κρήτη εχωρίσθη, ουδέ θα χωρισθή, ουδ’ ηρνήθη να υποβληθή εις πάσαν θυσίαν και να υποστή πάσαν καταστροφήν. 

Με την ελπίδα ότι εν τω μέλλοντι θα επικρατήσωσιν εν υμίν μετριοπαθέστεραι και δικαιότεραι χάριν αυτού του γενικού συμφέροντος της πατρίδος σκέψεις ως προς τους όρους της συνεργασίας υμών μετά των λοιπών συμπατριωτών σας διατελούμεν μετ’ αδελφικής αγάπης και υπολήψεως.

Όλως πρόθυμοι.


Οι συμπατριώται σας

Χ. ΠΩΛΟΓΕΩΡΓΗΣ
Ι. ΤΣΟΥΔΕΡΟΣ
Γ. ΠΑΠΑΜΑΣΤΟΡΑΚΗΣ''


Η Ύψωση της Επαναστατικής Σημαίας

''Αγαπητοί Συμπατριώται

Αφού εκρίθη ότι είνε πρόσφορος η περίστασις να συνεχίση ο Κρητικός λαός τον υπέρ της ενώσεως της Κρήτης μετά της μητρός Ελλάδος αγώνα, απεφασίσθη να κηρυχθή επανάστασις. Την 10 Μαρτίου 1905 κατά το προαποφασισμένον σχέδιον εξεκινήσαμεν μετά στρατιωτικής ακριβείας εκ διαφόρων σημείων, εκ των επαρχιών Κυδωνίας, Σελίνου, Κισσάμου, Αποκορώνου, πόλεως Χανίων, πόλεως και επαρχίας Ρεθύμνης, Μαλεβυζίου, Καινουρίου, Πυργιωτίσσης, Μυλοποτάμου και άλλων μερών και αυθημερόν συνεκεντρώθημεν εν Θερίσω υπέρ τους 1500 πολίται εκ των εγκριτωτέρων, εξ ών ένοπλοι πλέον των εξακοσίων, περιμένονται δε εντός ολίγου και άλλοι 200 ένοπλοι.

Το σχέδιον ημών είνε να κηρυχθή η ένωσις από άκρου είς άκρον της Κρήτης να κοινοποιηθή το ψήφισμα της ενώσεως προς την Α.Β. Υψηλότητα τον πρίγκηπα της Ελλάδος και προς τους εν Χανίοις αντιπροσώπους των Μ. Δυνάμεων. Σημειωτέον ότι ού μόνον δεν εσκέφθημεν την παράλυσιν της χωροφυλακής, αλλά και ζωηρώς, απετρέψαμεν πολλούς των ανδρών της χωροφυλακής από του να εγκαταλείψωσι τας τάξεις των, σκοπούντες όπως άμα ως συντελεσθή η ψήφισις της ενώσεως από τον Κρητικόν λαόν σύμπαντα, προσκληθή η τε Α.Β. Υψηλότης ο πρίγκηψ Γεώργιος της Ελλάδος και αι επιτόπιαι αρχαί να ασκώσι την εξουσίαν εν ονόματι της Α.Μ. του Βασιλέως των Ελλήνων ως αντιπροσωπεύοντος την Ελληνικήν Κυβέρνησιν.

Επί τη βάσει των σκέψεων τούτων άμα ως εγκατεστάθημεν εν Θερίσω εδόθησαν διαταγαί εις τους αναλαβόντας χάριν της ασφαλείας την φρούρησιν του χωρίου, όπως μη παρακωλύσουν την εις Θέρισον είσοδον μικρού αριθμού χωροφυλάκων, αν τυχόν ήθελον ούτοι να επισκεφθώσι το χωρίον άνευ εχθρικών διαθέσεων. Δυστυχώς την 4ην πρωινήν ώραν της 11ης Μαρτίου 1905 σώμα χωροφυλακής αποτελούμενον υπό 60 χωροφυλάκων απεπειράθη δια της βίας να παραβιάση την εις το χωρίον είσοδον με εχθρικάς διαθέσεις μη συμμορφωθέν προς την επανειλημμένην δήλωσιν των φρουρών, ότι εις μόνον 5-10 εξ αυτών θα επετρέπετο η είσοδος. Ενεκα τούτου οι φρουροί ηναγκάσθησαν να αποκρούσωσιν αυτούς δια της βίας.

Το γεγονός εγνωστοποιήσαμεν αμέσως εις την Κυβέρνησιν καταστήσαντες εις αυτήν γνωστούς τους σκοπούς της συναθροίσεως και συστήσαντες, όπως εις το μέλλον αποφύγη αύτη αφορμάς ματαίων συγκρούσεων, όπως το επ’ αυτή θα πράξη και η συνάθροισις.

Την 11 Μαρτίου 1905 κατόπιν κατανυκτικής δοξολογίας προς τον Υψιστον υπέρ κατευοδώσεως του έργου εψηφίσθη και υπεγράφη εν των περιβόλω του Ναού του Αγίου Γεωργίου Θερίσου Κυδωνίας το εν αντιγράφω αποστελλόμενον υμίν ψήφισμα της Ενώσεως της Κρήτης μετά της Ελλάδος, απεστάλη δε προς τους εν Χανίοις κ.κ. Προξένους των Μ. Δυνάμεων, θα σταλή δε και όπου αλλού δεήσει.

Ηδη αναγκαίον είνε, όπως δια λαϊκών ειρηνικών συναθροίσεων κατ’ επαρχίας συμπληρωθή η υπό πασών των επαρχιών της Νήσου κήρυξις της Ενώσεως και υπογραφή το σχετικόν ψήφισμα δια την περαιτέρω ενέργειαν.

Σήμερον εξελέγη το προσωρινόν Προεδρείον της Συνελεύσεως, αποτελείται δε εκ των εξής προσώπων, Ι. Παπαγιαννάκη προέδρου, Ι. Καλογερή, Ανδρ. Κακούρη, Σοφ. Φιωτάκη, Κυρ. Μπιράκη αντιπροέδρων, Κωνστ. Μάνου Γεν. Γραμματέως.

Σας ασπαζόμεθα οι συνεπαρχιώται και φίλοι σας.
Κωνστ. Φούμης, 
Β. Λ. Σκουλάς, 
Κ. Μάνος, 
Ιωαν. Ηλιάκης, 
Ε. Μουντάκης, 
Ελευθ. Βενιζέλος''

Τα Πρώτα Ρεπορτάζ για το Κίνημα του Θερίσου από τον Βενιζέλο (Μάρτιος 1905)

«Οι Κρήτες εν εξεγέρσει»

Η έναρξη του κινήματος του Θερίσου, στις 10 Μαρτίου 1905, μέσα από τα ρεπορτάζ της εφημερίδας «Καιροί».

Πρώτη ημέρα του ιστορικού κινήματος θεωρείται η Πέμπτη 10 Μαρτίου 1905, όταν και συγκεντρώθηκαν και ζήτησαν την κατάργηση του καθεστώτος της αυτονομίας και την άμεση ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα. Παράλληλα κατήγγειλαν τον αυταρχισμό του πρίγκιπα Γεωργίου, ύπατου αρμοστή του νησιού, που λειτουργούσε ως απόλυτος μονάρχης. Τα γεγονότα αυτά, που κράτησαν επί μήνες και έγιναν το κεντρικό θέμα στο σύνολο των Ελληνικών εφημερίδων της εποχής, αποτέλεσαν την αρχή του τέλους για την παρουσία του πρίγκιπα Γεωργίου και παράλληλα ανέδειξαν τον Ελευθέριο Βενιζέλο ως ηγετική πολιτική φυσιογνωμία στην Κρήτη. 

Ασφαλώς έγιναν η βάση για την ανάδειξή του, 5,5 χρόνια αργότερα, στο αξίωμα του πρωθυπουργού της Ελλάδας. Το κίνημα του Θερίσου, που αρχικά αντιμετωπίστηκε με επιφύλαξη από άλλους Κρήτες αλλά σύντομα στηρίχτηκε από μια μεγάλη μερίδα τους, ανάμεσα στους οποίους ήταν και ο Ιωάννης Σφακιανάκης, δεν ήταν κάτι το ξαφνικό. Ο Βενιζέλος είχε συγκρουστεί από το 1901 με τον πρίγκιπα, ο οποίος τον απέλυσε από σύμβουλο (υπουργό) και εφάρμοσε μια αυταρχική και σκληρή πολιτική, που περιόριζε σημαντικά τις ελευθερίες των Κρητικών. Ακολούθησε πολιτική διώξεων κάθε παράγοντα που του ασκούσε κριτική, ενώ προχώρησε και στο κλείσιμο εφημερίδων, καταργώντας, στην ουσία, την ελευθεροτυπία. 

Η αυταρχική πολιτική του πρίγκιπα, η εκκρεμότητα στο εθνικό ζήτημα της ένωσης της Κρήτης με την Ελλάδα, αλλά και η στάση των Μεγάλων Δυνάμεων (ΜΕΔ) οδήγησαν στη συγκρότηση ενός μετώπου της αντιπολίτευσης, το οποίο συσπειρώθηκε γύρω από τον Ελευθέριο Βενιζέλο και τελικά στην επανάσταση του Θερίσου. Το κίνημα διήρκεσε μέχρι τον Αύγουστο του 1905 και κατάφερε να υποχρεώσει τις ΜΕΔ να δεχτούν στο κρητικό σύνταγμα και στο πολίτευμα της αυτονομίας μεταρρυθμίσεις οι οποίες ενίσχυαν τις λαϊκές ελευθερίες. 

Την επόμενη χρονιά έγιναν εκλογές για συντακτική συνέλευση, η οποία τροποποίησε το σύνταγμα, ενώ η Κρήτη απέκτησε πλέον Πολιτοφυλακή (στρατό) οργανωμένη από αξιωματικούς του ελληνικού στρατού, αλλά και χωροφυλακή συγκροτημένη σε άλλη βάση πλέον. Η ένωση δεν κατακτήθηκε τότε, αλλά ήταν πλέον ξεκάθαρο ότι οι Κρήτες δεν μπορούσαν να δεχτούν επ’ αόριστο αναβολή. Παράλληλα το αντιπριγκιπικό κλίμα που διαμορφώθηκε ήταν τόσο έντονο ώστε την επόμενη χρονιά, κι αφού οι Προστάτιδες Δυνάμεις αναγκάστηκαν να παραχωρήσουν στο βασιλιά των Ελλήνων το δικαίωμα του διορισμού του αρμοστή της Κρήτης (14 Αυγούστου 1906). 

Ο πρίγκιπας Γεώργιος υποχρεώθηκε σε παραίτηση, στις 12 Σεπτεμβρίου 1906. Τον διαδέχτηκε ο μετέπειτα πρωθυπουργός της Ελλάδας Αλέξανδρος Ζαΐμης. Ένα ακόμη σημαντικό στοιχείο σε σχέση με τα αποτελέσματα της πολύμηνης εξέγερσης ήταν το γεγονός ότι οι ΜΕΔ αναγκάστηκαν να αναγνωρίσουν και άλλο συνομιλητή τους την Κρήτη, εκτός από τον πρίγκιπα. Ήταν ο Βενιζέλος και οι συνεργάτες του της «Ηνωμένης Αντιπολιτεύσεως». Ο μεγάλος πολιτικός και επαναστάτης επέβαλε στους προξένους των ΜΕΔ συνάντηση στις Μουρνιές στις 2 Νοεμβρίου 1905, στην οποία υπογράφηκε πρωτόκολλο αποδοχής των όρων που έθετε η επανάσταση. Ήταν το τυπικό τέλος του κινήματος. 


Τότε οι πρόξενοι, μετά από συνεννοήσεις με τις κυβερνήσεις τους, αποδέχτηκαν την επίσκεψη στην Κρήτη διεθνούς επιτροπείας που θα υπέβαλλε έκθεση για την κατάσταση στο νησί και τις αλλαγές που θα έπρεπε να γίνουν. Η επίσκεψη αυτή έγινε τον Φεβρουάριο του 1906 και επακόλουθο της έκθεσής της επιτροπείας ήταν οι νέες ρυθμίσεις στο πολίτευμα, με την οργάνωση Πολιτοφυλακής και κρητικής Χωροφυλακής, αλλά και η χορήγηση στο βασιλιά των Ελλήνων του δικαιώματος διορισμού του αρμοστή.

Τα γεγονότα που οδήγησαν στο κίνημα του Θερίσου ξεκίνησαν στις 26 Φεβρουαρίου 1905, όταν η «Ηνωμένη Αντιπολίτευσις» διεκήρυξε πως η μόνη ορθή λύση ήταν η ένωση, ενώ το πολίτευμα της αυτονομίας ήταν προσωρινό στάδιο. Και γι αυτό το λόγο ξεκινούσε αγώνα, ακόμη και με ένοπλες συναθροίσεις, που είχε στόχο και το δεσποτισμό του πρίγκιπα. Σε προκήρυξη προς τον Κρητικό λαό αναφέρονταν:

«Οι υπογεγραμμένοι αποτελούντες την ηνωμένην εν Κρήτη αντιπολίτευσιν, συνελθόντες εν Χανίοις τη 26 Φεβρουαρίου 1905, αποσκοπούντες εις την εκπλήρωσιν του Εθνικού Προγράμματος αποφασίζομεν:

α) Πρώτον και κύριον μέλημά ημών έστω η επίτευξις του από αιώνων επιδιωκομένου σκοπού της ενώσεως της Κρήτης μετά της ελευθέρας Ελλάδος.

β) Αδυνάτου αποβαίνοντος του σκοπού τούτου, θέλομεν επιδιώξει την πολιτικήν προσέγγισιν της πατρίδος μας προς την ελευθέραν Ελλάδα, μεταβαλλομένης από διεθνούς απόψεως της σημερινής καταστάσεως. 

γ) Μη εκπληρουμένου μηδέ του σκοπού τούτου θέλομεν επιδιώξει την αναθεώρησιν του ημετέρου συντάγματος κατά το πρότυπον του ελληνικού, όπως απαλλαγή ο τόπος του δεσποτισμού. Του προγράμματος τούτου την πραγμάτωσιν θέλομεν επιδιώξει και δι’ ενόπλων λαϊκών συναθροίσεων. Εν ταις ενεργείαις ημών δεν θέλομεν επιδιώξει προσωπική μεταβολήν, αλλ’ επελθούσης τοιαύτης θέλομεν αποκρούσει παντί σθένει και δια των όπλων έτι πάντα μη Έλληνα κυβερνήτην». 

Η αρχή της ένοπλης εξέγερσης έγινε στις 10 Μαρτίου. Τα γεγονότα εκείνων των πρώτων ωρών θα παρακολουθήσουμε μέσα από τις στήλες της εφημερίδας «Καιροί» της Αθήνας, που κατέγραψε με τα ρεπορτάζ της επί μήνες την πορεία των γεγονότων. Ιδιοκτήτης και διευθυντής των «Καιρών» ήταν ο Πέτρος Κανελλίδης, που είχε εξασφαλίσει ανταποκριτές που του έδιδαν καθημερινά πολλές ανταποκρίσεις από το νησί. 

ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑΙ ΤΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ 

Από τότε συνέλαβον την ιδέαν να προβούν εις πραξικόπημα, αφού, πρώτον παρασκευάσουν καλώς το έδαφος. Τας ενεργείας ήρχισαν πρώτον οι τρεις αρχηγοί της Αντιπολιτεύσεως κ.κ. Βενιζέλος, Μάνος και Φούμης. Κατ’ αρχάς εκατήχουν μυστικά τους οπαδούς των εις τρόπον, ώστε το μελετώμενον κίνημα παρά τοις κυβερνητικοίς κύκλοις εβράδυνε να γνωσθή. Ούτως εν πλήρει μυστικότητι κατηρτίσθη το δίκτυον της εργασίας, η βάσις, επί της οποίας θα εστηρίζετο το πραξικόπημα. Αι ενέργειαι ήσαν συστηματικαί και τα πράγματα παρασκευάζοντο μικρόν κατά μικρόν. 

Γνώμαι πολλαί αντηλλάγησαν μεταξύ των αρχηγών της ηνωμένης αντιπολιτεύσεως όσον αφορά το κίνημα, τον χρόνον καθ’ όν θα συμβή τούτο και τον τρόπον της ενεργείας. Αι οριστικαί αποφάσεις προ πολλού είχον ληφθή και τα πάντα ήσαν έτοιμα. 

ΑΓΟΡΑ ΟΠΛΩΝ 

Πολλά όπλα και ιδίως επαναληπτικά ηγοράσθησαν εξ Ελλάδος και απεβιβάσθησαν λαθραίως εις διάφορα πέριξ των Χανίων μέρη, όπως κατά την ημέραν του πραξικοπήματος οπλισθούν οι επαναστάται. Αφού επετεύχθη η προμήθεια αρκετών όπλων ήρχισαν αι οριστικαί συνεννοήσεις μεταξύ των αρχηγών των διαφόρων επαρχιών, οίτινες ησπάσθησαν το πραξικόπημα. 

Πάντως εφάνησαν σύμφωνοι να συναντηθούν εν Θερίσω την προπαρελθούσαν Πέμπτην 10ην του μηνός τούτου, όπου απεφασίσθη η κήρυξις της ενώσεως της Κρήτης μετά της Ελλάδος και ο σχηματισμός προσωρινής κυβερνήσεως, η οποία θ’ ανελάμβανε να διοικήση το εσωτερικόν της νήσου εν ονόματι του Βασιλέως των Ελλήνων Γεωργίου του Α’. 

ΤΟ ΚΙΝΗΜΑ ΕΓΝΩΣΘΗ 

Δεν κατέστη όμως δυνατόν να τηρηθή μέχρι τέλους μυστικόν το μελετηθέν κίνημα. Από φίλους των αντιπολιτευομένων διεδόθη και έφθασε μέχρι του πρίγκηπος και μέχρι της Κυβερνήσεως το μελετώμενον διάβημα. Οι επαναστάται πλέον ευρεθέντες προ τετελεσμένου γεγονότος, απεφάσισαν να ενεργήσουν διά παντός μέσου, όπως αποπλανήσουν τας αρχάς αι οποίαι είχον τεθή επί τα ίχνη των και ήρχισαν να εισδύουν εις τα παρασκήνια των μελετωμένων. Και κατωρθώθη σχεδόν εκείνο, το οποίον επεδιώκετο. Οι επαναστάται διέδωκαν καταλλήλως ότι το κίνημα θα γείνη δύο ημέρας προ της ορισθείσης υπ’ αυτών. 

Ούτως η Κυβέρνησις περιέμενε πράγματι την ημέραν εκείνην διά να ενεργήση, όσον το δυνατόν αποτελεσματικώς προς κατάπνιξιν του κινήματος. Αλλ’ εκτός τούτου διεδόθη υπό των ιδίων καταλλήλως ότι η συνάθροισις των αντιπολιτευομένων θα γείνη εις τους Κάμπους ή τους Λάκκους διά να στραφή προς τα μέρη αυτά η ενέργεια της χωροφυλακής και κατορθωθή ούτως η επίτευξις της συναθροίσεως. 

Η ΑΝΑΧΩΡΗΣΙΣ ΤΩΝ ΜΥΣΤΩΝ 

Το προμελετηθέν σχέδιον επέτυχε πραγματικώς. Οι επαναστάται από την πρωίαν της Πέμπτης ήρχισαν να συγκεντρούνται εν Θερίσω. Οι μεμυημένοι τα του κινήματος τούτου συνέρρεον από πάσας τας διευθύνσεις εις Θέρισον και ο αριθμός των επαναστατών ολονέν ηύξανεν. Μεταξύ των διαφόρων οίτινες προσήρχοντο εις την συνάθροισιν ήσαν και πολλοί άοπλοι, καθ’ ότι δεν υπήρχον αρκετά όπλα προς εξοπλισμόν πάντων των επαναστατών. 


Η ΑΝΑΧΩΡΗΣΙΣ ΕΚ ΧΑΝΙΩΝ 

Εν τω μεταξύ ήρχισαν να αναχωρούν και οι εν Χανίοις ευρισκόμενοι οπαδοί του κινήματος. Μία μυστική μετοικεσία εγένετο εκ Χανίων εις Θέρισον, εξ ης ουδέν ηδύναντο να αντιληφθούν, οι μη όντες εν γνώσει του κινήματος. Τουναντίον όμως συνέβαινε δι’ εκείνους, οίτινες ήσαν εντός των πραγμάτων και εγνώριζον όλα τα μελετώμενα σχέδια. Εκείνοι παρηκολούθουν μετ’ ενδιαφέροντος μεγάλου και την ελαχίστην κίνησιν των αναχωρούντων διά την συνάθροισιν. Παρηκολούθουν δε αυτήν τοσούτω μάλλον, καθόσον εφοβούντο μη τυχόν αι αρχαί αντιληφθούν τα τελούμενα και ματαιώσουν το κίνημα.

Όπλα και πολεμοφόδια, καθ’ ας έσχον πληροφορίας παρ’ ανθρώπων οι οποίοι εγνώριζον το κίνημα φορτωμένα επί ζώων εντός στρωμάτων, τροφαί και άλλα αναγκαία είδη απεστέλλοντο από την πρωίαν της ημέρας ταύτης εις τον τόπον της συναθροίσεως. Κίνησις ζωηρά λανθάνουσα εν τούτοις διά τους μη μεμυημένους παρετηρείτο και πάντες διέφυγον την προσοχήν των αρχών. 

Κύριοι φέροντες στολήν περιπάτου εξήρχοντο μετά των κυριών των της πόλεως απεμακρύνοντο αρκετόν διάστημα μετ’ αυτών κατόπιν δε ανεχώρουν διά Θέρισον αποστέλλοντες τα συζύγους των εις την πόλιν. Τον οπλισμόν και τα ενδυμασίας των εύρισκον εις διάφορα μέρη όπου είχον φροντίση να τοποθετηθούν εγκαίρως και ούτε μετέβαινον ένοπλοι εις το Θέρισον. 

ΑΙ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΙ ΤΩΝ ΑΡΧΩΝ 

Η κίνησις όμως εγνώσθη εντός της Πέμπτης εις τους κύκλους των αρχών, αι οποίαι απεφάσισαν να ενεργήσουν όπως καταστείλουν το κίνημα πριν ή καταστή δυνατή η συγκέντρωσις των επαναστατών. Τούτου ένεκα η κυβέρνησις, καθά πληροφορούμαι από κύκλους Βενιζελικούς, είχεν αποφασίση να προβή εις την σύλληψιν των τριών αρχηγών του κινήματος κ.κ. Μάνου, Βενιζέλου και Φούμη, οι οποίοι δεν είχον ακόμη αναχωρήση διά το Θέρισον. 

Τας αποφάσεις όμως της Κυβερνήσεως επληροφορήθησαν ούτοι εγκαίρως και ανεχώρησαν πριν η Κυβέρνησις προβή εις τοιούτον διάβημα συλλαμβάνουσα τούτους. Τουναντίον οι Κυβερνητικοί κύκλοι διαψεύδουν ότι επρόκειτο να συλλάβουν αυτούς ισχυριζόμενοι, ότι δεν επεχείρησαν το τοιούτον και ότι εάν ήθελεν ηδύνατο να τους συλλάβουν καθ’ ην στιγμήν ανεχώρουν. 

ΑΝΑΒΟΛΗ ΤΑΞΕΙΔΙΟΥ ΒΑΣΙΛΙΣΣΗΣ 

Εις τοιούτον σημείον είχον προχωρήση τα πράγματα κατά την εσπέραν της προπαρελθούσης Πέμπτης. Η Α.Μ. η Βασίλισσα, ήτις παραμένει ακόμη ενταύθα παρά τω Υπάτω Αρμοστή είχεν αποφασίση την εις Αθήνας επάνοδόν της αναχωρούσα την εσπέραν ταύτην. Ένεκα όμως της τοιαύτης τροπής των πραγμάτων ανέβαλε το ταξείδιόν της. Τα πράγματα της Α.Μ. είχον μεταφερθή εντός της εις Σούδαν ορμούσης θαλαμηγού “Σφακτηρίας”, δι’ ης θα επανήρχετο η Α.Μ. εις Αθήνας. Περί την εσπέραν δε θα εγευμάτιζεν εντός της θαλαμηγού, διά τούτο δεν είχε παρασκευασθή γεύμα εις το ανάκτορον του πρίγκηπος.

Η αναβολή του ταξειδίου της Α. Μεγαλειότητος δεν φαίνεται να είνε άσχετος με το κίνημα του Θερίσου και με τας γενησομένας την προσεχή Κυριακήν εκλογάς των οποίων θέλει ν’ αντιληφθή αμέσως το αποτέλεσμα. Εις το πραξικόπημα τούτο τουλάχιστον αποδίδουν οι εν Χανίοις την αναβολήν της αναχωρήσεως της Α. Μεγαλειότητος. 

Η ΕΞΟΔΟΣ ΤΩΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΩΝ

Οι αρχηγοί των επαναστατών, των οποίων θ’ αναφέρωμεν κατωτέρω τα ονόματα, είχαν ορίσει εις τους οπαδούς των, ότι ώφειλαν να συγκεντρωθούν εις το χωρίον “Θέρισσον” την αυγήν της χθεσινής Παρασκευής 11 Μαρτίου. Ως εκ τούτου η έξοδος των επαναστατών από τας διαφόρους πόλεις και χωρία της Κρήτης, ώφειλε να γίνη εις τον κατάλληλον χρόνον, όπως δυνηθούν όλοι οι επαναστάται να ευρεθούν εγκαίρως εις το ορισθέν μέρος.

Και πράγματι ήρχισεν η έξοδος αύτη των ενόπλων επαναστατών από της προχθές Πέμπτης. Από τα διάφορα χωρία εξήλθαν οι επαναστάται, καθ’ ομάδας, από δε τας πόλεις μεμονωμένοι, όπως μη δώσουν υποψίαν εις τας αρχάς. Από την πρωτεύουσαν Χανία, οι επαναστάται εξήλθαν την 6ην ώραν μ.μ. της Πέμπτης.

ΤΟ ΘΕΡΙΣΣΟΝ

Το χωρίον “Θέρισσον” ωρίσθη ως τόπος της συναθροίσεως των επαναστατών. Το χωρίον τούτο είνε ορεινόν και κείται εις απόστασιν τριών ωρών από τα Χανία. Είνε γνωστόν το χωρίον δια τον ηρωϊσμόν των κατοίκων του και κατέχει δοξασμένην θέσιν εις τας σελίδας της Κρητικής ιστορίας. Κατά τα ορισθέντα οι επαναστάται συνεκεντρώθησαν εις το χωρίον τούτο την χθεσινήν πρωΐαν, και παραμένουσιν εκεί υπό τα όπλα, περιμένοντες την πρόοδον του ζητήματος και τας διαταγάς των αρχηγών των. 

Η ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ ΕΙΣ ΤΑ ΧΑΝΙΑ

Οι επιβάται του χθες καταπλεύσαντος εις Πειραιά εκ Κρήτης ατμοπλοίου “Πελοπόννησος’ μας είπαν, ότι εις τα Χανία επικρατεί από προχθές αληθής τρομοκρατία. Η λογοκρισία εξασκείται κατά τρόπον άγωνστον και εις αυτήν την Ρωσσίαν. Απόδειξις της αγρίας ταύτης λογοκρισίας είνε ότι μέχρι της ώρας ταύτης (12η μεσονυκτίου) ουδέν απολύτως ιδιωτικόν τηλεγράφημα διεβιβάσθη εκ Κρήτης, διότι ημποδίσθησαν υπό της λογοκρισίας.

Ακόμη και αυτά τα ιδιωτικά τηλεγραφήματα κατεκρατήθησαν επί τω φόβω μήπως περιέχουν συμβολικάς φράσεις συμφώνως με το κίνημα. Τα διεθνή στρατεύματα και οι Κρήτες χωροφύλακες κρατούνται εις τας στρατώνας των, έτοιμοι εις πρώτην διαταγήν. Ολαι αι πόλεις απεκλείσθησαν υπό χωροφυλάκων, κατά διαταγήν της Κυβερνήσεως. Οσοι εκ των επαναστατών επρόφθασαν να εξέλθουν των πόλεων μέχρι της 6ης εσπερινής ώρας της προχθές Πέμπτης εξήλθον ανενόχλητοι.

Από της ώρας όμως εκείνης αι πύλαι και αι έξοδοι των πόλεων φρουρούνται, εις ουδένα δεν επιτρέπεται η έξοδος. Συγχρόνως αι αρχαί ήρχισαν να ερευνούν τους πολίτας και να κατάσχουν τα όπλα, τα οποία ευρίσκουν τυχόν επ’ αυτών. Η κατάστασις από στιγμής εις στιγμήν οξύνεται. 


Η ΣΤΑΣΙΣ ΤΩΝ ΑΡΧΩΝ

Η γενική αγωνία συγκεντρούται εις τούτο: Ποίαν στάσιν θα λάβουν αι Κρητικαί αρχαί απέναντι των επαναστατών; Και ποίαν στάσιν θα τηρήσουν απέναντι αυτών τα ξένα αγήματα; Ελπίζομεν ότι θα επικρατήση η φρόνησις παρά τη Κρητική Κυβερνήσει, διότι άλλως θα θρηνήσωμεν συμφοράς μεγάλας και ατελευτήτους. Μέχρι της στιγμής, καθ’ ήν γράφομεν, δεν γνωρίζομεν ακόμη οποίαι διαταγαί εδόθησαν εις την Κρητικήν χωροφυλακήν.

Υπάρχει όμως πεποίθησις, ότι οι Κρήτες χωροφύλακες δεν θ’ αποφασίσουν ποτέ να υψώσουν τα όπλα των εναντίον των αδελφών των. Τούτο τουλάχιστον πιστεύεται γενικώς. Απόδειξις ότι προχθές μ.μ. εξεκίνησαν εκ Σελίνου 220 άοπλοι επαναστάται και 130 ένοπλοι. Καθ’ οδόν οι Σελινιώται συνηντήθησαν με απόσπασμα χωροφυλάκων αποτελούμεον εξ υπερπεντήκοντα ανδρών. Οι επαναστάται είχαν πεποίθησιν εις τα αδελφικά αισθήματα των Κρητών χωροφυλάκων, αλλ’ οπωσδήποτε έλαβαν τα μέτρα των εξ αιτίας της απροόπτου συναντήσεως.

Οι χωροφύλακες, εν τούτοις, εστάθησαν κατά μέρος και καθ’ ήν στιγμήν διήρχοντο οι επαναστάται εξερράγησαν εκατέρωθεν κραυγαί ενθουσιασμού και αδελφοποιήσεως. Ποίος δύναται να συγκρατήση την ορμήν προς την ελευθερίαν ενός μεγάλου λαού;

ΟΙ ΑΡΧΗΓΟΙ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ

Οι αρχηγοί του επαναστατικού κινήματος είνε γνωστοί όχι μόνον εις την Κρήτην, ένθα απολαύουσι γενικής λατρείας, αλλά και εν Ελλάδι. Αρχηγοί είνε οι Ελευθέριος Βενιζέλος, Κωνσταντίνος και Γεώργιος Φούμης και Κωνσταντίνος Μάνος. Επίσης αρχηγοί των ενόπλων επαρχιακών ομάδων είνε οι εξής γνωστοί και διακριθέντες πάντοτε εις τους πολεμικούς αγώνας οπλαρχηγοί:

Βασίλειος Σκουλάς Ανωγείων, Μανουήλ Μαρκαντωνάκης (άλλοτε αντιπρόεδρος της Επαναστατικής Συνελεύσεως), Κισσάμου, Ανδρέας Κακούρης Αποκορώνου, Εμμανουήλ Παπαδερός Κυδωνίας, Ν. Μπιστολάκης Ακρωτηρίου, Εμμ. Μουντάκης Χαλέππας, Σπυριδ. Μαλιδνρέτος Λάκκων, Κωνσταντίνος Διγενάκης Αποκορώνου, Χναράς Κεραμιάς, Αντώνιος Γιάνναρης Λάκκων, ο σεβαστός πρεσβύτης Παπαγιαννάκης, από τα Περιβολάκια Κισσάμου, ηλικίας 75 ετών, Μπασιάς και Γ. Γεωργακόπουλος Σελίνου και άλλοι.

Ολοι οι αρχηγοί ούτοι ευρίσκονται ήδη μετά των οπαδών των εις το Θέρισσον. Δεν είνε γνωστόν μόνον περί του Γιάνναρη, αν επρόφθασε να εξέλθη, ως και περί του Βενιζέλου, τον οποίον προσεπάθησαν αι αρχαί να συλλάβουν την εσπέραν της Πέμπτης.

ΠΟΣΟΙ ΕΙΝΕ ΟΙ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΑΙ

Κατά τας πληροφορίας μας, ολίγιστοι θα είνε οι Κρήτες, οι μη συμμεριζόμενοι το κίνημα τούτο. Επειδή όμως δεν υπήρχεν ανάγκη να προσκληθούν όλοι υπό τα όπλα, και επειδή το χωρίον “Θέρισσον” εις το οποίον συνεκεντρώθησαν, ως εκ της μικράς εκτάσεώς του, θα ήτο ανεπαρκές να περιλάβη μέγα πλήθος ανδρών, περιωρίσθησαν οι αρχηγοί να συγκαλέσουν ολίγους μόνον αλλ’ εκλεκτούς άνδρας, οι οποίοι ν’ αποτελέσουν τον πυρήνα της επαναστάσεως.

Τοιουτοτρόπως, κατά τας αυθεντικάς πληροφορίας μας, μέχρι της χθες είχαν συγκεντρωθή εις Θέρισσον πεντακόσιοι επαναστάται ένοπλοι και χίλιοι άοπλοι. Ο αριθμός, όμως τούτων θ’ αυξηθή διότι από ημέρας εις ημέραν θα συρρέουν εκ των διαφόρων επαρχιών νέοι επαναστάται εγκαίρως κατηχηθέντες.

ΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΩΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΩΝ

Η επανάστασις αύτη θ’ αποτελέση βεβαίως σοβαρώτατον σταθμόν εις την ιστορίαν της ηρωϊκής Κρήτης. Το πρόγραμμα των επαναστατών είνε σύντομον και απλούν. Ζητούν, όχι ματαιώσεις εκλογών και τα άλλα φληναφήματα, τα οποία τους επιρρίπτουν, αλλά την κατάργησιν του σημερινού εν Κρήτη καθεστώτος, το οποίον χαρακτηρίζουν ως ανυπόφορον και την ένωσιν της νήσου μετά της μητρός Ελλάδος. Χάριν του σκοπού τούτου έλαβαν τα όπλα και είνε αποφασισμένοι, να μην τα καταθέσουν ει μή μόνον αφού επιτύχουν τελείως τον σκοπόν των και κηρυχθή η ένωσις Κρήτης και Ελλάδος. 

ΤΑ ΜΕΤΡΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ

Ο εν Χανίοις ανταποκριτής μας απέστειλε χθες ταχυδρομικώς τας ειδήσεις εκείνας αίτινες, ήσαν γνωσταί μέχρι της εσπέρας της Πέμπτης. Κατά την επιστολήν ταύτην, η Κυβέρνησις μόλις μαθούσα ότι εις διάφορα χωρία εθεάθησαν ένοπλοι ομάδες, κατευθυνόμεναι εις το ορισθέν μέρος συγκεντρώσεως, έσπευσε να διατάξη το αρχηγείον της Χωροφυλακής, όπως ενισχύση τους σταθμούς Αλικιανού, Λάκκων και άλλων μερών, εις τα οποία, είχαν θεαθή αι ομάδες.

Το αρχηγείον διέθεσε δύναμιν πλέον των 200 ανδρών, υπό τον αρχηγόν Μπόρνην, με οριστικάς διαταγάς, προς αυτόν. Αι διαταγαί αύται, αίτινες εμπνέουν λύπην δια τα ενδεχόμενα αποτελέσματά των είνε αι εξής: Αν οι μοίραρχος Μπόρνης συναντήση τοιαύτας ομάδας να τας διαλύση, αν δε αι ομάδες αύται είνε ένοπλοι, να τας προσκαλέση να καταθέσουν τα όπλα και αν αρνηθούν να τους κτυπήση...

ΟΙ ΕΜΠΟΡΟΙ

Όλοι σχεδόν οι έμποροι ανήκουν εις την μερίδα του κ. Βενιζέλου. Μολονότι δε, υπάρχει φόβος εκ της εκνόμου καταστάσεως, ήτις δημιουργείται, να βλαφθούν τα εμπορικά των συμφέροντα, εν τούτοις, χάριν της εθνικής ιδέας, είνε φανατικοί υπέρ του κινήματος.

Ο ΑΓΓΛΙΚΟΣ ΣΤΟΛΟΣ

Από της παρελθούσης Τετάρτης, ναυλοχεί εις τον λιμένα της Σούδας μοίρα του Αγγλικού στόλου, υπό τον ναύαρχον Δόμβιλ. Ο κατάπλους του στόλου τούτου δεν έχει καμμίαν σχέσιν προς τον κίνημα, διότι προ 13 ημερών, είχαν ειδοποιηθή οι εν Κρήτη τροφοδόται του Αγγλικού στόλου όπως ετοιμάσουν προμηθείας δια τα πληρώματα της μοίρας ταύτης. Επομένως ο κατάπλους είχε προαποφασισθή και δεν έχει σχέσιν με την έκρηξιν της επαναστάσεως.

ΤΑ ΔΙΕΘΝΗ ΣΤΡΑΤΕΥΜΑΤΑ

Εξ εμπιστευτικών ανακοινώσεων έχομεν τα εξής πληροφορίας: Ο αρχηγός των Διεθνών στρατευμάτων μόλις εγνώσθη η έξοδος των επαναστατών, έδωκε διαταγήν, όπως ουδείς εκ των στρατιωτών εξέλθη των στρατώνων, μέχρι νεωτέρας διαταγής. Επίσης διέταξεν, όπως εξ εκάστου στρατού (εκάστης Δυνάμεως δηλαδή) είνε έτοιμον εν σώμα όπως εξέλθη εις πρώτην διαταγήν.

Πρόσωπον δυνάμενον να γνωρίζη εβεβαίωσεν ότι είνε έτοιμοι τέσσαρες λόχοι ξένων στρατευμάτων, όπως μόλις γίνη ένοπλος συνάθροισις προβώσιν εις καταδίωξιν αυτής με πάσαν θυσίαν. Αν τούτο γίνη οι Κρήτες δεν είνε εξ εκείνων οι οποίοι θα υποχωρήσουν πρώτοι και τότε ο Θεός να βάλη το χέρι του. 


ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Συγκλονιστικά γεγονότα ζούσε το Μάρτη του 1905 η Κρήτη. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος με τον Κωνσταντίνο Φούμη και τον Κωνσταντίνο Μάνο, επικεφαλής εκατοντάδων ενόπλων της «Ηνωμένης Αντιπολίτευσης», βγήκαν στο Θέρισο και διεκδίκησαν την ένωση της Κρήτης με την ελεύθερη Ελλάδα, έχοντας απέναντι τους, αρχικά, σχεδόν όλες τις άλλες πολιτικές δυνάμεις του τόπου, οι οποίες διαφωνούσαν όχι φυσικά με το στόχο της Ένωσης, αλλά με τον τρόπο που επέλεξε ο Βενιζέλος να τον διεκδικήσει. 

Το κίνημα διήρκεσε μέχρι τα τέλη του Αυγούστου κι αφού πρώτα κατάφερε να αλλάξει το κλίμα τόσο στην Κρήτη όσο και στην Ελλάδα συσπειρώνοντας μεγάλες μάζες του κρητικού λαού στην επαναστατική γραμμή που χάραξε ο Βενιζέλος, υποχρέωσε τις Προστάτιδες Δυνάμεις να δεχτούν μεταρρυθμίσεις στο Κρητικό σύνταγμα και πολίτευμα. Αρχικά πολλοί, και πολιτικοί φίλοι του Βενιζέλου, έκαναν λόγο για μια «αποκοτιά», όπως έγραφαν τότε εφημερίδες της Κρήτης και της Αθήνας, που δεν θα μπορούσε να δώσει λύση στο Κρητικό Ζήτημα. 

Αλλά αντίθετα θα το περιέπλεκε καθώς οι Δυνάμεις θα έπαιρναν μέτρα που θα δυσκόλευαν την υπόθεση της Ένωσης. Σταδιακά οι επιφυλάξεις ακόμη και πολιτικών αντιπάλων του Ελευθερίου Βενιζέλου ήρθησαν. Το κίνημα του Θέρισου ήταν η αφορμή να εμφανιστεί και πάλι στο πολιτικό προσκήνιο ο πρώτος πρωθυπουργός της Κρήτης Ιωάννης Σφακιανάκης, ο οποίος αποχώρησε από την ενεργό πολιτική αμέσως μετά την ψήφιση του πρώτου συντάγματος, απογοητευμένος και από τις υπερεξουσίες του πρίγκιπα Γεωργίου, ύπατου αρμοστή του νησιού, αρνούμενος μάλιστα να δεχτεί θέση συμβούλου (υπουργού). 

''Άξιον αναγραφής είνε το γεγονός, όπερ συνετέλεσεν εις την επί το αυτό συνάντησιν της ηνωμένης αντιπολιτεύσεως, η οποία προέβη εις το επαναστατικόν κίνημα του Θερίσου. Ως γνωστόν προ πολλού χρόνου είχε διακηρύξει τας αρχάς αυτού ο κ. Βενιζέλος, υφ’ ας ηννόει ότι θα επετυγχάνετο η ταχεία ένωσις της Κρήτης μετά της Ελλάδος. Τας αρχάς του κ. Βενιζέλου ησπάσθησαν και οι κ.κ. Κωνσταν. Μάνος και Γ. Φούμης και απετέλεσαν την κληθείσαν ηνωμένην αντιπολίτευσιν. Η πραγματική συνεργασία της αντιπολιτεύσεως άρχεται προ ενός ακριβώς έτους, εις ταύτην δε συνετέλεσεν η έγγραφος παραγγελία του αποθανόντος πέρυσι γέροντος Φούμη προς τον υιόν αυτού, ο οποίος ήδη αποτελεί μέλος της αντιπολιτεύσεως και έλαβεν ενεργόν μέρος εις το κίνημα''.


Στις 10 Μαρτίου 1905 εξερράγη στο Θέρισο, στους πρόποδες των Λευκών ορέων, εξέγερση. Αρχηγός ο Ελ. Βενιζέλος, την δε επαναστατική τριανδία συμπληρώνουν ως μέλη ο Κων/νος Φούμης και ο Κων/νος Μάνος. Οι επαναστάτες ήταν περίπου χίλιοι, εκ των οποίων οι μισοί ένοπλοι, ενώ εκινούντο και τα υπόλοιπα διαμερίσματα του νησιού. Σοβαρές προσωπικότητες ετίθεντο αλληλέγγυοι με τους επαναστάτες, μεταξύ αυτών και ο Ιωάννης Σφακιανάκης. Στο Θέρισο δοκίμαζε και μετρούσε το μπόϊ του ο μετέπειτα εθνάρχης και μέγιστος των Ελλήνων πολιτικών, ο γιος του Ψηλορείτη Ελ. Βενιζέλος.


Ο αρμοστής χρησιμοποίησε κατά των επαναστατών κάποια Ρωσικά αγήματα. Στρατό δεν διέθετε, ει μη μόνον την εξ 1100 ατόμων ολιγάριθμη Χωροφυλακή, οι δε Κυβερνήσεις των Μεγάλων Δυνάμεων δίσταζαν να χρησιμοποιήσουν τα στρατεύματά τους. Η επαναστατική αυτή διεργασία κράτησε μέχρι τον μήνα Σεπτέμβριο του 1905. Οι Δυνάμεις βρέθηκαν σε πολύ δύσκολη θέση. Αναγκάστηκαν να στείλουν Επιτροπή να διερευνήσει τα δρώμενα, γεγονός το οποίο έθιξε τον Πρίγκιπα, ο οποίος και παραιτήθηκε. Αντικαταστάθηκε από τον Αλέξανδρο Ζαΐμη, ο οποίος έφθασε στην Κρήτη και ανέλαβε τα καθήκοντά του τον Σεπτέμβριο του 1905. Ο αγώνας του Βενιζέλου δικαιώθηκε. 

Οι επαναστάτες του Θερίσου σταμάτησαν τον αγώνα τους. Ο έλεγχος των Δυνάμεων στην Κρήτη έληξε και στις 24 Ιουλίου 1908 άρχισε η αναχώρηση των στρατευμάτων τους, η οποία ολοκληρώθηκε σε έναν χρόνο. Στη διαμάχη αυτών που θεωρούν ότι η εξέγερση αυτή ήταν επανάσταση και εκείνων που θεωρούν ότι ήταν κίνημα, δίκιο μάλλον έχουν οι πρώτοι. Το ίδιο υποστήριξε και ο ίδιος ο Ελ. Βενιζέλος με ομιλία του στην Κρητική Βουλή το 1907. Το μήνυμα του Θερίσου αφύπνισε τον λογισμό των Ελλήνων αξιωματικών και το 1909 άρχισε να λιώνει στο Γουδί, όπως στο Θέρισο το 1905, ο δεσποτισμός, η αυθαιρεσία και η δουλοπρέπεια. 

Μικρή φωλιά το Θέρισο, μεγάλον αετό γέννησε, τον Βενιζέλο. Πρέπει να σημειωθεί ότι η επανάσταση του Θερίσου έγινε στην εποχή που ο Μακεδονικός αγώνας είχε κορυφωθεί, στον οποίο αγώνα πολλοί Κρήτες εθελοντές συμμετείχαν. Τέλος θα πρέπει να υπενθυμισθεί ότι λίγες ημέρες μετά την έναρξη τη επανάστασης αυτής, στις 31 Μαρτίου του 1905, στη σκάλα της Βουλής (σημερινό Ιστορικό Μουσείο), δολοφονήθηκε ο γηραιός Πρωθυπουργός Δεληγιάννης, από κάποιον Κωσταγερακάρη, άνθρωπο του υπόκοσμου, γιατί η κυβέρνηση είχε κλείσει τις χαρτοπαικτικές λέσχες, με τις οποίες ησχολείτο ο δολοφόνος.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΥΛΙΚΟ












(Κάντε κλικ στις φωτογραφίες για μεγέθυνση)




ΠΗΓΕΣ :


(1) :

(2) :

(3) :

(4) :

(5) :

(6) :

(7) :

(8) :

(9) :



Ιστορία Ελληνική και Παγκόσμια

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου