Σελίδες

Τετάρτη 30 Μαΐου 2018

Η ετερόκλητη μάζα

analyst
.

Το νούμερο ένα πρόβλημα της Ελλάδας δεν είναι το οικονομικό, αλλά το πολιτικό – με την έννοια πως οι Πολίτες δεν έχουν καμία εμπιστοσύνη στο κράτος που λειτουργεί κυριολεκτικά ως ο δυνάστης τους.
.
«Η δύναμη δεν δημιουργεί Δίκαιο και δεν είμαστε υποχρεωμένοι να υπακούμε παρά μόνο τις νόμιμες δυνάμεις» (J.J.Rousseau).
.

Άποψη

Η «μάζα», ο «ετερόκλητος όχλος» κατά την έκφραση που χρησιμοποίησε πρωθυπουργός για τις εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες που συμμετείχαν στα συλλαλητήρια εναντίον της παράδοσης του ονόματος της Μακεδονίας, μοιάζει συνήθως με ένα εύκολα κατεργάσιμο υλικό, έτοιμο να παρασυρθεί από τον πρώτο δημαγωγό που θα βρεθεί στο δρόμο του, οδηγώντας το (το «υλικό», το λαό) σε επικίνδυνες περιπέτειες – με ένα ανομοιόμορφο, ανομοιογενές, αταίριαστο και ετερογενές πλήθος, το οποίο αναζητάει ανώδυνες λύσεις που δεν απαιτούν μεγάλες προσπάθειες εκ μέρους του.

Είτε ισχύουν τώρα τα παραπάνω, είτε όχι, το μεγάλο πρόβλημα όλων των ελληνικών κυβερνήσεων, ειδικά μετά την υπαγωγή της χώρας στο ΔΝΤ και στην ευρωπαϊκή παραλλαγή του, στην Τρόικα, είναι το ότι πρώτα συμφωνούν και υπογράφουν, ενώ μετά προσπαθούν να διαπραγματευθούν τα υπογεγραμμένα! Πρόκειται πιθανότατα για μία κάκιστη συνήθεια, η οποία προέρχεται από αυτά που συμβαίνουν στο εσωτερικό της χώρας – όπως στο παράδειγμα των προεκλογικών δεσμεύσεων που ενώ οφείλουν να αντιμετωπίζονται ως ένα «κοινωνικό συμβόλαιο, δεν τηρούνται σχεδόν ποτέ, χωρίς να υπάρχει η παραμικρή ντροπή εκ μέρους των κομμάτων, πόσο μάλλον η τιμωρία τους. Κάτι ανάλογο συμβαίνει στο επιχειρηματικό και λοιπό περιβάλλον της χώρας, όπου σπάνια τηρείται ο λόγος που δίνεται – γεγονός που συναντάται κυρίως σε υποανάπτυκτες χώρες.


Περαιτέρω, το νούμερο ένα πρόβλημα της Ελλάδας δεν είναι το οικονομικό, αλλά το πολιτικό – με την έννοια πως οι Πολίτες δεν έχουν καμία εμπιστοσύνη στο κράτος που λειτουργεί κυριολεκτικά ως ο δυνάστης τους. Με την έννοια «κράτος» δε εννοούνται τα πολιτικά κόμματα που συμπεριφέρονται συχνά ως κοινές συμμορίες, οι υπόλοιποι θεσμοί του δημοσίου, οι δήμοι, οι κοινότητες, οι διάφοροι κρατικοί οργανισμοί όπως οι πολεοδομίες κοκ. – ενώ υπηρετούνται από μία στρατιά δημοσίων υπαλλήλων που έχουν προσληφθεί με πελατειακά κριτήρια και συμπληρώνονται από τα ΜΜΕ, καθώς επίσης από την πνευματική ηγεσία της χώρας που είναι συνήθως κρατικοδίαιτη.

Στα πλαίσια αυτά, για να γίνει κατανοητό πόσο εύκολη θα ήταν η λύση από την πλευρά της Οικονομίας ακόμη και σήμερα, παρά τα τεράστια προβλήματα της, αρκεί να σημειώσει κανείς πως εάν οι Πολίτες εμπιστεύονταν το κράτος, θα επέστρεφαν οι άνω των 100 δις € καταθέσεις που έχουν διαφύγει στο εξωτερικό μετά το 2010 – οπότε η χρηματοδότηση της χώρας και η ανάπτυξη με δικά της μέσα θα ήταν δεδομένη. Εκτός αυτού, γνωρίζοντας πως υπάρχει μεγάλος πλούτος εκτός της Ελλάδας, ιδιαίτερα από την πλευρά των εφοπλιστών, ο οποίος χρηματοδοτεί την ανάπτυξη άλλων χωρών, ακριβώς επειδή δεν εμπιστεύεται τη δική του, είναι εύκολο να καταλάβουμε γιατί το Έθνος μας βαδίζει προς την εξαφάνιση, χωρίς κανέναν αντικειμενικό οικονομικό λόγο.

Πώς αλλάζει τώρα μία κατάσταση που έχει εδραιωθεί τους δύο τελευταίους αιώνες, ενώ έχει «οχυρωθεί» παραβιάζοντας κάθε συνταγματική νομιμότητα με νόμους που υπηρετούν αποκλειστικά και μόνο το κράτος-δυνάστη; Η απάντηση είναι ουσιαστικά απλή:

(α) εάν ο λαός επαναστατήσει ειρηνικά, πλημμυρίζοντας τους δρόμους και περικυκλώνοντας τη Βουλή με συγκεκριμένα αιτήματα – ενδεχομένως ανατρέποντας την κυβέρνηση ή

(β) εάν η χώρα καταρρεύσει, όπως άλλωστε προβλέπεται για το εγγύς μέλλον.
Δυστυχώς όμως είτε το ένα, είτε το άλλο, ελλοχεύουν σημαντικούς κινδύνους σε μία εποχή όπως η σημερινή – εννοώντας το γεωπολιτικό περιβάλλον της Ελλάδας, το οποίο είναι αρκετά επικίνδυνο. Εν τούτοις, άλλες λύσεις δεν υπάρχουν, εάν θέλει κανείς να είναι ρεαλιστής, παύοντας να περιμένει ουτοπικά τον από μηχανής θεό για να τον σώσει. Σε σχέση με το θέμα, παραθέτουμε δύο κείμενα του κ. Γ. Κοντογιώργη, από τα οποία μπορεί κανείς να εξάγει τα δικά του συμπεράσματα για τα πραγματικά προβλήματα της Ελλάδας:
Ο εφιάλτης της ιδεολογικής αλλοτρίωσης της κοινωνίας
(1). Το πολιτικό σύστημα: Είναι εφιαλτικό μια ολόκληρη κοινωνία να αποδέχεται ένας, και μάλιστα οποιοσδήποτε, να αναλαμβάνει ως απόλυτος κύριος να αποφασίζει για τη μοίρα της. Να αποφαίνεται πώς θα ονειρευτούμε, πώς θα σκεφθούμε, για τις επιθυμίες μας, εάν θα συνεχίσουμε να υπάρχουμε.

Είναι εξίσου εφιαλτικό να εκχωρούμαστε εν λευκώ, ως υπήκοοι, σε έναν οποιονδήποτε, να αποδεχόμαστε ότι ο εν λόγω κύριος δεν υπόκειται στην πολιτεία δικαίου, είναι ανεξέλεγκτος, δεν υπόκειται στη δικαιοσύνη, δεν ανακαλείται, ενώ η καθολική βούληση της κοινωνίας έχει μηδενική αξία μπροστά στη δική του. Η δε αντίθεση στις αποφάσεις του, να αξιολογούνται ως αντικείμενες στην πολιτική ορθότητα και θεωρούνται αξιόποινες.

Είναι εφιαλτικό μια ολόκληρη κοινωνία να εκχωρείται σε έναν οποιονδήποτε, εν επιγνώσει ότι τον εξουσιοδοτεί να εξοκείλει τη χώρα, να πτωχεύσει την κοινωνία, να χρηματισθεί, να την ξεπουλήσει, να την εκχωρήσει σε τρίτους τινές, να την υποβάλει σε καθεστώς κατοχής χωρίς συνέπειες και χωρίς να δικαιούται να τον σταματήσει.

Είναι τέλος εφιαλτικό η ανθρωπότητα όλη να ζει το καθεστώς αυτό και να επαίρεται ότι ζει τη δημοκρατία. Χωρίς να διερωτάται καν πώς γίνεται η δημοκρατία να παράγει μονοσήμαντα ολιγαρχικές πολιτικές.

Ώστε, οι κοινωνίες να μην απορούν όταν αποδέχονται όλα αυτά, δηλαδή να ταξινομούν στη δημοκρατία ένα σύστημα απόλυτης, απλώς εκλόγιμης, μοναρχίας ή ορθότερα μιας αυστηρής μοναρχευομένης ολιγαρχίας, και μάλιστα να του παρέχουν πλήρη νομιμοποίηση.

(2). Οι πολιτικές δυνάμεις. Μετά τη δεκαετία του 1980 οι πολιτικές δυνάμεις έχουν ανασυνταχθεί σε δύο μεγάλες «παρατάξεις»: (α) της νεοδεξιάς και της νεοαριστεράς, που στοιχίζονται πίσω από την ιδεολογία και το σκοπό των αγορών. Η διαφορά τους έγκειται στις αποχρώσεις που καταγράφουν τη φιλοδοξία τους να αναλάβουν τη νομή της εξουσίας. και (β) της ακροδεξιάς, η οποία στον δυτικό κόσμο διακινεί βασικά τον κλασικό φιλελευθερισμό, που κρατούσε μέχρι τη δεκαετία του 1980. Και όπως συνήθως, στην Ελλάδα η διχοτομία αυτή εκφράζεται δίκην εκφυλισμένου παρακοιμώμενου συγγενή, που παραμένει εγκιβωτισμένος στις πρακτικές της δυναστικής κομματοκρατίας του 19ου αιώνα.
Ο Μιχαήλ Ψελλός για την Ελλάδα της μεταπολίτευσης
Πώς ένας διανοούμενος του 11ου αιώνα χρονογραφεί και ερμηνεύει τα πολιτικά πράγματα της Ελλάδας. Ο Μιχαήλ Ψελλός (1018-1078) ακριβολογεί προφητικά για την μοίρα του ελληνισμού στον 20ο αιώνα.

(Κάθε γράμμα του αλφαβήτου που αντιστοιχεί σε ένα όνομα κυβερνήτη, μπορεί ο καθένας να το συμπληρώσει κατά βούληση με το όνομα του πολιτικού που κυβέρνησε τη χώρα από τη μεταπολίτευση μέχρι σήμερα. Η σειρά είναι τυχαία)
«Μετά τον θάνατο του «Α», … ο νεότερος αδελφός του «Β»…., παρέλαβε την διακυβέρνηση της χώρας υπερπλήρη αμέτρητου χρηματικού πλούτου,… επιτυγχάνοντας ώστε τα έσοδα να είναι πολλαπλάσια των εξόδων. Μόλις λοιπόν εγκατέλειψε τα επίγεια, κληροδότησε στον αδελφό του «Β» αμύθητους θησαυρούς χρημάτων.

Αυτός, παρέδωσε αντιθέτως τον εαυτό του ασυγκράτητο στον απολαυστικό βίο, αποφασίζοντας να διασπαθίσει και να κατασπαταλήσει τα πάντα. Αν μάλιστα δεν τον έπαιρνε ο θάνατος συντόμως, μόνος αυτός επαρκούσε για να χρεοκοπήσει ολόκληρη η χώρα. Ο «Β» υπήρξε λοιπόν ο πρώτος που άρχισε να διαφθείρει και να εξογκώνει το σώμα του κράτους, εν μέρει παχύνοντας ορισμένους υπηκόους του με χρηματικές παροχές και εν μέρει αίροντας άλλους σε θέσεις εξουσίας, στρέφοντάς τους έτσι προς έναν βίο φαυλότητας και διαφθοράς.

Μόλις αποδήμησε και αυτός, τον διαδέχτηκε στην εξουσία ο γαμπρός του «Γ», ο οποίος ονειρευόταν να εγκαινιάσει μια νέα δυναστεία. Γνωρίζοντας λοιπόν ότι για να εδραιώσει σε στέρεα θεμέλια τη δυναστεία του, έπρεπε να αποδεχθούν ο λαϊκός πληθυσμός και η στρατιωτική τάξη με προθυμία και ενθουσιασμό τους δικούς του διαδόχους, επιχείρησε να προκαταλάβει την αποδοχή τους, διαμοιράζοντάς τους πλούτη σε τεράστια κλίμακα. Το αποτέλεσμα ήταν να εξογκώσει ακόμα περισσότερο το πολύσαρκο σώμα (του κράτους), να επιδεινώσει την ασθένεια και να καταπλημμυρίσει το άρρωστο μέρος με περιττό λίπος. Απέτυχε όμως σε αμφότερες τις φιλοδοξίες του : ούτε εγκαινίασε καμία καινούργια δυναστεία ούτε κατόρθωσε να κληροδοτήσει ένα νοικοκυρεμένο κράτος.

Μόλις απεβίωσε και ο «Γ» και η διακυβέρνηση πέρασε στον «Δ», ο άνδρας αυτός χαλιναγώγησε τις περισσότερες νοσογόνες αιτίες, μολονότι δεν ήταν τόσο σθεναρός ώστε να μην αποτολμήσει να παχύνει ούτε κατ’ ελάχιστο ένα σώμα εθισμένο να εκτρέφεται με άρρωστους χυμούς και να πλαδαρώνει με ανθυγιεινές τροφές. Και αυτός λοιπόν , μολονότι κατά τρόπο πενιχρό, επαύξησε αυτήν την πολυσαρκία. Αναμφίβολα ο «Δ» θα εξοντώνονταν αυτοστιγμεί αν δεν εμιμείτο, έστω και μερικώς, τους προηγούμενους κυβερνήτες. Παρόλα αυτά, εάν διατηρείτο περισσότερα χρόνια στην εξουσία, οι υπήκοοι του θα μάθαιναν να ζουν κατά τρόπο σοφότερο. Γιατί ήταν αδύνατο να μην «έσκαγαν» μια μέρα σε τέτοιο ακραίο σημείο αδηφαγίας που είχαν εξαρθεί.

Αφού λοιπόν και αυτός ο κυβερνήτης απεβίωσε γρήγορα –παραλείπω εδώ τον ανιψιό του που κυβέρνησε αθλίως και εξεδιώχθη από την εξουσία με ακόμη αθλιότερο τρόπο– τότε ανέλαβε την πολιτική εξουσία αυτός που αποκαλείται Ευεργέτης από τους περισσότερους, εννοώ βεβαίως τον «Ε». Όταν αυτός ανέβηκε στο θρόνο, το κράτος έμοιαζε με πλοίο φορτηγό, γεμάτο μέχρι και την τελευταία του γωνία, ώστε μόλις που εξείχε πάνω από το επίπεδο των κυμάτων. Ετούτος λοιπόν ξεχειλίζοντας το πλοίο ακόμη περισσότερο, βούλιαξε το σκάφος ή, για να μιλήσω εναργέστερα επιστρέφοντας ταυτοχρόνως στην προηγούμενη μεταφορά μου, αφού προσέθεσε πλείστα τμήματα και μέλη στο από καιρό τώρα άρρωστο σώμα και αφού μετάγγισε ακόμα πονηρότερους χυμούς στα σπλάχνα του, διέστρεψε εντελώς τη φυσιολογική του συμπεριφορά και το αποστέρησε ολοκληρωτικά από την ήρεμη και ομαλή ζωή. Το αποτέλεσμα ήταν το σώμα της πολιτείας σιγά σιγά να αποχαλινωθεί και να αποθηριωθεί, μεταμορφώνοντας τους υπηκόους του σε πολυκέφαλα και εκατόγχειρα τέρατα…. Ο «Ε» αδιαφορούσε εντελώς για την τάξη στην ιεραρχία των αξιωμάτων που επικρατεί στο πολιτικό μας σύστημα και τα απαραβίαστα όρια που προσδιορίζουν την εξέλιξη στα ανώτερα κλιμάκια. Συγχέοντας την τάξη στην ιεραρχία και καταργώντας τα όρια, λίγο έλειψε να καταστήσει μέλη της γερουσίας όλον «τον αγοραίον και αγύρτην δήμον». Και δεν ακολούθησε την τακτική αυτή με ορισμένα πρόσωπα ή, τέλος πάντων, με ένα μεγάλο αριθμό από αυτά, αλλά ευθύς εξ αρχής ανέβασε στα υψηλότερα αξιώματα όλους ανεξαιρέτως. Βεβαίως αυτά γέννησαν γιορτές και πανηγύρια και σύμπασα η Πόλη γλεντοκοπούσε που επιτέλους ένας γενναιόδωρος κυβερνήτης ήρθε στα πράγματα, και όλα τα παρόντα ασύγκριτα εδόκει τοις πρότερον. Όμως μια χώρα που ξεφαντώνει, δύσκολα αντιλαμβάνεται τις ευθύνες της διακυβέρνησης του κράτους, ενώ, συνάμα, εκείνοι που τις συνειδητοποιούν, παραμελούν εντελώς τα καθήκοντά τους, μόλις δρέψουν το αντικείμενο των επιθυμιών τους.

Έπειτα από αυτόν, βασίλευσε η νόμιμη κληρονόμος «Ζ», η οποία, μολονότι φάνηκε ότι δεν θα εξαγρίωνε πολύ το τρομερό αυτό τέρας, προσέθεσε όμως και εκείνη, χωρίς να το καταλάβει, κάποια χέρια εδώ και κάποια πόδια πιο πέρα.

Όταν έλαβε τέλος και το περί αυτήν δραματούργημα, τα ηνία της εξουσίας περιήλθαν στα χέρια του «Η». Αυτός λοιπόν, επειδή ήταν εντελώς ανίκανος να θέσει υπό έλεγχο τους κραδασμούς του κυβερνητικού άρματος, παρασύρθηκε αυτοστιγμεί από την ορμή των αλόγων, διατρέχοντας τον ιππόδρομο με φοβερή αταξία, καταξαφνιασμένος και ο ίδιος από τον θόρυβο του καλπασμού. Και έτσι απεσύρθη από την τάξη των ηγετών για να εγκαταριθμηθεί μετά των πεζοπόρων. Θα έπρεπε αναμφίβολα να μην παραιτηθεί και να μην εγκαταλείψει καθόλου τα χαλινάρια της εξουσίας. Εκείνος όμως έμοιαζε με κάποιον που απεκδύεται την εξουσία για να επιστρέψει δρομαίος στον συνηθισμένο τρόπο ζωής του. Συγχρόνως, έχοντας αδειάσει τα ταμεία του κράτους για την ικανοποίηση προσωπικών τους επιδιώξεων, …δεν χρειάζεται να διερωτηθεί κανείς για ποιους λόγους το κράτος των Ελλήνων έχανε το κύρος του, γιατί η δύναμη των άλλων εθνών αυξανόταν ενώ η δική μας κατέρρεε ολοκληρωτικά και γιατί κανένας δεν μπορούσε να θέσει τέρμα στις επιδρομές και στις λεηλασίες των αμέτρητων βαρβάρων. ..» .

Αυτή λοιπόν την περίοδο, κατά την οποία οι περισσότεροι άνθρωποι μεταμορφώθηκαν σε θηρία και είχαν τόσο πολύ παχύνει ώστε υπήρχε άμεση ανάγκη πολλών καθαρτικών φαρμάκων, διαδέχθηκε μια νέα εποχή –εννοώ, η εποχή του ακρωτηριασμού, της καυτηριάσεως και της εξυγιάνσεως του κρατικού μηχανισμού. Ο «Θ» που διαδέχθηκε τους ανωτέρω στην εξουσία «ήταν εραστής της μετριοπαθούς ζωής και αποστρεφόταν κάθε τι άρρωστο και διεφθαρμένο. Συνάντησε ωστόσο τα ακριβώς αντίθετα και βρήκε τα πάντα νοσηρά και σάπια ενώ τα άλογα του κράτους έτρεχαν αφηνιασμένα από την αφετηρία τους, εντελώς ανεξέλεγκτα και απολύτως ακαθοδήγητα…..». Αυτός μόλις ανέλαβε την εξουσία «ακύρωσε κάθε πολιτική πράξη» των προκατόχων του, αποσύροντας όλες τις παροχές και καταργώντας κάθε σπατάλη που αυτοί θέσπισαν…. Εξαιτίας αυτών όμως το λαϊκό πλήθος και ένα υπολογίσιμο μέρος των στρατιωτών και του κλήρου άρχισαν να τον αντιπαθούν, αυτοί δηλαδή που τα συμφέροντα επλήγησαν… Όντως ο «Θ» φαινόταν σαν να μη διαχειριζόταν πολιτικές υποθέσεις, αλλά σαν να καθαρίζει την κόπρον του Αυγείου». «Και ενώ λοιπόν καυτηρίαζε και έτεμνε, συγκρατούσε και σταματούσε με πολλά τραβήγματα των χαλιναριών τα άλογα που έτρεχαν με αταξία, διέφυγε της προσοχής του το γεγονός ότι αυτός ο ίδιος διεφθάρη προτού επιβάλει τάξη και πειθαρχία στα πράγματα του κράτους».

Εν συμπεράσματι, όλοι αυτοί φαινόταν να αγνοούν ή να αδιαφορούν για το ουσιώδες: «ότι δύο πράγματα, κυρίως, συμβάλλουν στη διατήρηση της ηγεμονίας των Ελλήνων. Εννοώ το πολιτειακό μας σύστημα και η οικονομική μας επιφάνεια. Προσθέτω και ένα τρίτο: τη συνετή πολιτική διοίκηση και την ορθολογική κατανομή των πόρων».






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου