Σελίδες

Κυριακή 27 Μαΐου 2018

Μια εναλλακτική πρόταση για το ελληνικό Σύνταγμα


Οι προτάσεις για τη συνταγματική αναθεώρηση και η ανάγκη να εξασφαλίζεται πολιτική σταθερότητα. Γιατί η Προεδρική Δημοκρατία αποτελεί καλύτερη εναλλακτική για τον τόπο. Πώς μπορεί να υπερβεί τα αδιέξοδα. 

Γράφει ο Ν. Κέζος*

Η συζήτηση για την επόμενη αναθεώρηση του συντάγματος ξεκίνησε το 2014 (Μάρτιος - Νοέμβριος) και επανήλθε πρόσφατα (Σεπτέμβριος 2017 μέχρι σήμερα). Όλα τα σχετικά άρθρα των πολιτικών, καθηγητών και δημοσιογράφων οδηγούν, σε γενικές γραμμές, στα εξής συμπεράσματα, που εύκολα αντιλαμβανόμαστε κι εμείς οι μη ειδικοί:
- Προτείνεται από αρκετούς η απευθείας εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας από τον λαό, ώστε να αποκτήσει αρμοδιότητες και να μη γελοιοποιείται ο θεσμός με την προκλητική πρόκληση πρόωρων βουλευτικών εκλογών, που μέχρι σήμερα ζημίωσαν τη χώρα.
- Ασυμβίβαστο μεταξύ βουλευτή και υπουργού και ενίσχυση της ανεξαρτησίας των τριών εξουσιών.
- Κατάργηση του άθλιου καθεστώτος αυξημένης νομικής προστασίας των πολιτικών.
- Θέσπιση Συνταγματικού Δικαστηρίου.
- Λειτουργία ιδιωτικών πανεπιστημίων.
- Μείωση του αριθμού των βουλευτών.

- Πραγματική θέσπιση μικρού και ευέλικτου Υπουργικού Συμβουλίου (να μη ξεπερνούν τα 15 μέλη).
- Εκλογικό σύστημα, απλή αναλογική ή ενισχυμένη αναλογική και bonus. Ισχυρές δικλίδες για την αλλαγή του.
- Αξιοκρατικό και διαφανές σύστημα εκλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης.
- Μεγαλύτερη ευχέρεια (π.χ. χρονική) στην αναθεώρηση του συντάγματος.
Η γνώση, το κύρος και οι εμπειρίες όλων των πιο πάνω αρθρογράφων δεν μπορεί ασφαλώς να αμφισβητηθούν, έστω κι αν άλλοι διαφωνούν με κάποιες από τις απόψεις τους. Το τραγικό είναι ότι έχουμε ένα σύνταγμα, που δεν διασφαλίζει την πολιτική σταθερότητα, με αποτέλεσμα να βρισκόμαστε στις αρχές του 2018 με τόσα προβλήματα και από την άλλη πλευρά, τα πολιτικά κόμματα και διακεκριμένοι δημοσιογράφοι και πολιτικοί να συζητούν για τα αποτελέσματα των επόμενων βουλευτικών εκλογών σε συνδυασμό με τις ενδεχόμενες εξελίξεις στην προεδρική εκλογή του 2020 και πώς αυτές οι εξελίξεις μπορούν να αποφευχθούν ή να ευοδωθούν, ανάλογα με το σε ποια πλευρά βρίσκονται. Μπορούμε όμως έτσι να πάμε μπροστά;
Είναι λογικό το πρώτο κόμμα να έχει bonus 50 εδρών, έστω και αν λάβει το 20% των ψήφων; Είναι λογικό το κυβερνών κόμμα, επειδή βλέπει ότι θα χάσει τις επόμενες εκλογές, να τροποποιεί τον εκλογικό νόμο, για να μην εκλεγεί ο αντίπαλός του στην κυβέρνηση και να προκαλείται έτσι ακυβερνησία, δεδομένης της άρνησης και των δύο να συνεργαστούν; Και το έργο αυτό το έχουμε δει αρκετές φορές. Όταν φεύγουν από την εξουσία ψάχνουν τη συναίνεση μέσω της απλής αναλογικής, όταν κυβερνούν, δεν υπολογίζουν κανέναν και αδιαφορούν για τη συναίνεση.
Προσωπικά συμφωνώ με τους περισσότερους από τους αρθρογράφους και των δύο παραπάνω περιόδων -αν όχι με όλους-, γιατί όλοι θέλουν σταθερότητα στη διακυβέρνηση της χώρας, εμβάθυνση της δημοκρατίας, ενίσχυση των θεσμών, ανεξαρτησία των εξουσιών, συναίνεση, οικονομική ανάπτυξη, ισχυρό κοινωνικό κράτος.
Το ερώτημα συνεπώς που τίθεται είναι: Μπορούν να επιτευχθούν όλα αυτά, με δεδομένη τη μεταπολιτευτική συμπεριφορά και λειτουργία των κομμάτων και τη διαμορφωμένη νοοτροπία του λαού, με βάση το συγκεκριμένο σύνταγμα, όσες αναθεωρήσεις και αν γίνουν;
Τα αποτελέσματα σε όλες τις εκφάνσεις της οικονομικής και κοινωνικής ζωής τα είδαμε 10ετίες τώρα. Και δυστυχώς ήταν, όλα σχεδόν, αρνητικά. Μήπως απαιτείται ένα άλλο σύνταγμα, που θα περιγράφει ένα διαφορετικό δημοκρατικό πολίτευμα; Μπορούν να επιτευχθούν αυτά, όταν η πόλωση και η τοξικότητα που επικρατούν στην πολιτική σκηνή αυξάνουν μέρα με τη μέρα και εγγίζουν τα όρια του μίσους; Μπορούν να επιτευχθούν αυτά, όταν ως σταθερό στοιχείο της πολιτικής μας ζωής καθιερώθηκε το δόγμα, η εκάστοτε πλειοψηφία να κατηγορεί τους προηγούμενους (και με δικαστήρια) για να κερδίσει τις επόμενες εκλογές; Μπορεί να υπάρξουν επενδύσεις και ανάπτυξη, όταν εν δυνάμει πρωθυπουργοί απειλούν υποψήφιους επενδυτές ότι θα ακυρώσουν τις επενδύσεις τους;
Δεν είμαι ειδικός αλλά επειδή παρακολουθώ αρκετά τις εξελίξεις, θεωρώ, όπως και πολλοί άλλοι, ότι η Προεδρική Δημοκρατία είναι ένα πιο δημοκρατικό και λειτουργικό πολίτευμα από την Προεδρευόμενη Κοινοβουλευτική Δημοκρατία που έχουμε σήμερα και επιπλέον εξαλείφει όλα τα μειονεκτήματα του σημερινού πολιτεύματος, όπως τα έχουμε αναδείξει στη χώρα μας. Σε πολύ γενικές γραμμές, σε μια Προεδρική Δημοκρατία, θα είχαμε τα εξής:
1. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας εκλέγεται απευθείας από τον λαό, με το 50%+1 και ασκεί καθήκοντα πρωθυπουργού, όπως τα γνωρίζουμε. Δεν θα κυβερνά κάποιος που έλαβε το 35% των ψηφισάντων, μαζί με αυξομειούμενο bonus και άλλα δώρα. Δεν θα υπάρξει ποτέ ακυβερνησία, ούτε την επομένη της εκλογής θα αμφισβητείται, αλλά ούτε θα είναι δέσμιος μικρών ή μεγάλων ομάδων βουλευτών. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν μπορεί να είναι ταυτόχρονα αρχηγός κόμματος.
2. Ο Πρόεδρος σχηματίζει κυβέρνηση με εξωκοινοβουλευτικούς υπουργούς(κυρίως τεχνοκράτες), από το ευρύτερο πολιτικό φάσμα. Άλλωστε για να εκλεγεί σημαίνει πως υποστηρίχθηκε από ευρύτερες πολιτικές ομάδες. Βουλευτής που υπουργοποιείται, χάνει το βουλευτικό του αξίωμα. Η κυβέρνηση προφανώς θα είναι ολιγομελής, γιατί θα εκλείψει η ανάγκη να ικανοποιηθούν πολλοί βουλευτές καθώς και η ανάγκη για αναλογική εκπροσώπηση των περιφερειών. Αντί για 50-55, θα έχουμε 12-15 υπουργούς, με όλα όσα θετικά αυτό συνεπάγεται. Ο Πρόεδρος δύναται να συγκροτήσει Εθνικό Συμβούλιο, που θα απαρτίζεται από τους αρχηγούς όλων των κομμάτων που εκπροσωπούνται στη Βουλή και τους διατελέσαντες προέδρους, προκειμένου να ενημερώνει και να δέχεται εισηγήσεις και προτάσεις, σε τακτά χρονικά διαστήματα.
3. Οι Βουλευτικές εκλογές διεξάγονται σε διαφορετικό χρόνο, με απλή αναλογική και ένα ελάχιστο όριο (3,4,5%) εισαγωγής κόμματος στη Βουλή. Στην περίπτωση αυτή δεν θα χρειάζονται πολλοί βουλευτές, γιατί δεν θα υπουργοποιούνται. Δηλαδή θα υπάρξει απλή αναλογική χωρίς ακυβερνησία.
4. Είναι προφανές ότι λόγω της απλής αναλογικής, δεν θα έχει κανένα κόμμα πλειοψηφία στη Βουλή. Τούτο σημαίνει ότι για να ψηφιστεί ένα νομοσχέδιο, θα πρέπει να τύχει σοβαρής επεξεργασίας και δεν θα μπορεί ο κάθε υπουργός να νομοθετεί ό,τι θέλει, έστω και αν είναι αντισυνταγματικό επειδή έχει την πλειοψηφία στη Βουλή (σύνηθες φαινόμενο στη χώρα μας). Η Βουλή θα αναβαθμιστεί και θα αποκτήσει το κύρος που πρέπει να έχει.
5. Η σύνθεση των Κοινοβουλευτικών Επιτροπών είναι αναλογική της δύναμης των κομμάτων και όλοι οι αρχηγοί των κομμάτων θα προεδρεύουν αναλογικά. Και η επιλογή της Επιτροπής από τον κάθε αρχηγό μπορεί να γίνεται με βάση τη δύναμη των κομμάτων. Δηλαδή ο αρχηγός του πρώτου κόμματος επιλέγει την Επιτροπή που θα προεδρεύει και στη συνέχεια ο αρχηγός του επόμενου κόμματος επιλέγει από τις υπόλοιπες Επιτροπές που απομένουν κ.ο.κ. Σήμερα στη χώρα μας, όποιος λάβει το 35% των ψηφισάντων, που εκπροσωπεί δηλαδή το 20% περίπου του ελληνικού λαού, ορίζει όλους τους προέδρους των Επιτροπών, με αποτέλεσμα αυτά που βλέπουμε στην τηλεόραση και που δεν κολακεύουν το Κοινοβούλιο. Δυστυχώς, σε πάρα πολλές περιπτώσεις, οι Κοινοβουλευτικές Επιτροπές αποτελούν πεδίο συγκρούσεων, αυταρχικότητας της εκάστοτε πλειοψηφίας, οξύτητας και τοξικότητας, παρά εργαστήρια παραγωγής συνθέσεων και συναίνεσης για την επίλυση των προβλημάτων του λαού.
6. Η ηγεσία της δικαστικής εξουσίας θα μπορούσε να επιλέγεται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, που άλλωστε έχει ισχυρή νομιμοποίηση, ύστερα από πρόταση υποψηφίων από τη Βουλή σε συνεργασία με Καθηγητές των Νομικών Σχολών της χώρας. Οι συνταγματολόγοι και τα κόμματα θα βρουν έναν αξιοκρατικό τρόπο επιλογής της ηγεσίας αυτής.
7. Ενίσχυση της ανεξαρτησίας και της αξιοκρατικής στελέχωσης της Δημόσιας Διοίκησης, ώστε να αποφεύγονται φαινόμενα αναξιοκρατίας, διαφθοράς, νεποτισμού κ.λπ. Στον βαθμό που απαιτείται συνταγματική ρύθμιση, κατάργηση Ειδικών Γραμματέων και επαναφορά των Γενικών Διευθυντών που θα προέρχονται από τα σπλάχνα των Υπουργείων, κατάργηση του θεσμού των μετακλητών υπαλλήλων κ.λπ.
Τα πλεονεκτήματα του προτεινόμενου πολιτεύματος, που μεταξύ άλλων ισχύει στις ΗΠΑ, στη Γαλλία και στην Κύπρο, με κάποιες παραλλαγές, είναι σαφή και ξεκάθαρα: Ισχυρή νομιμοποίηση της εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας με βάση τον τρόπο εκλογής του Προέδρου και της Βουλής, κυβερνητική σταθερότητα, ανεξαρτησία των εξουσιών και ουσιαστική εμπέδωση της συναίνεσης. Ενδεχομένως, ένα τέτοιο πολίτευμα να μην αρέσει σε μερικούς πολιτικούς που βλέπουν το βουλευτικό αξίωμα ως εφαλτήριο για υπουργοποίηση, κάτι που το έχουν τάξει ως σκοπό της ζωής τους. Το συμφέρον όμως της πατρίδας είναι πολύ πιο σημαντικό από τις επιθυμίες και επιδιώξεις μας.
Θα μπορούσε κάποιος να αντιτείνει: Και αν ένα νομοσχέδιο δεν μπορεί να περάσει από τη Βουλή; Αυτό πολύ σπάνια θα μπορεί να συμβεί, γιατί:
- Το εισαγόμενο προς ψήφιση νομοσχέδιο θα είναι προϊόν ευρύτερης συνεργασίας και συναίνεσης, η οποία θα αναπτυχθεί ως αποτέλεσμα της ανάγκης λειτουργίας του κράτους.
- Όσο δύσκολο είναι να ψηφίσεις ένα νομοσχέδιο, άλλο τόσο δύσκολο είναι και να το καταψηφίσεις. Όταν υπάρχει κοινοβουλευτική πλειοψηφία στη Βουλή, όπως έχουμε σήμερα στην Ελλάδα, κάποια κόμματα, για να μη φανούν δυσάρεστα, κρύβονται πίσω από την κυβερνητική πλειοψηφία και είτε καταψηφίζουν ή απέχουν, ενώ στην ουσία συμφωνούν. Ακόμη, μερικές φορές, ένα κόμμα καταψηφίζει ένα νομοσχέδιο, γιατί η αλαζονική πλειοψηφία αρνείται να λάβει υπόψη και τις απόψεις της μειοψηφίας.
- Ένα κόμμα δεν μπορεί συνέχεια να καταψηφίζει ό,τι πηγαίνει στη Βουλή, γιατί θα έχει πολιτικό κόστος.
Μια πολύ καλή απάντηση όμως στις αμφιβολίες αυτές είναι η λειτουργία της Βουλής στην Κύπρο. Τα κόμματα στη Βουλή είναι οκτώ, το σύστημα απλή αναλογική και όμως τα νομοσχέδια ψηφίζονται, ύστερα από σοβαρή επεξεργασία και συνεννόηση.
Το πραγματικό όμως και ουσιαστικό ερώτημα είναι: Μπορεί να υπάρξει συντακτική βουλή, η οποία θα αποφασίσει για ένα νέο Σύνταγμα, ουσιαστικά νέο πολίτευμα;
Αυτό το ερώτημα ξεπερνάει εμάς τους απλούς πολίτες. Εάν όμως γίνεται δεκτό ότι ένα νέο Σύνταγμα θα βοηθήσει τη χώρα, τότε θα βρεθεί, πρέπει να βρεθεί και η λύση. Είναι χαρακτηριστική η αναφορά του κ. Ευάγγελου Βενιζέλου, από τους πολύ λίγους ειδικούς στη χώρα μας, στην ομιλία του στη Βουλή, την Κυριακή, 4.12.2011 (Πρακτικά Ολομέλειας, σελίδα 2292):
«Η εντύπωσή μου είναι, η πρότασή μου είναι πως πρέπει να γράψουμε ξανά τους όρους λειτουργίας της χώρας, όχι μόνο του κράτους, αλλά και της κοινωνίας και της οικονομίας. Μιλώ για μία μεγάλη πρωτοβουλία όχι αναθεωρητική, στην πραγματικότητα συντακτική. Η νέα Κυβέρνηση, η συνεργασία, η συναίνεση, η συνευθύνη δείχνουν ότι οι πλειοψηφίες δεν λένε τίποτα. Χρειάζεται μία μεταπλειοψηφική θεώρηση…….. Αυτή είναι η μεγαλύτερη αλλαγή, μεγαλύτερη από οποιαδήποτε αλλαγή στο πολιτικό σύστημα. Ένα άλλο εθνικό, κοινωνικό συμβόλαιο……. Αλλιώς η κρίση θα οξύνει τις αδικίες και τις ανισότητες».
Δυστυχώς η οικονομική κρίση προκάλεσε και κοινωνική κρίση και, ακόμη χειρότερα, τεράστια κρίση στον πολιτικό μας πολιτισμό, που μεταφέρθηκε και στον λαό. Γιατί δεν έγινε το ίδιο και στις άλλες χώρες που αντιμετώπισαν οικονομική κρίση; θα αντιτείνει κάποιος. Μα και οι άλλοι που πήγαν καλά και ξεπέρασαν την κρίση είχαν παρόμοιο πολίτευμα, δεν είχαν Προεδρική Δημοκρατία. Ναι, πράγματι, να μην ξεχνάμε όμως ότι οι άλλοι είχαν πάντοτε καλύτερη διοίκηση και πάντοτε η πορεία τους, των πολιτικών τους οργανισμών, ήταν συγκλίνουσα και όχι διχαστική.

* Ο Ν. Κέζος είναι πρώην Διευθυντής Στρατηγικής της ΑΤΕ

euro2day

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου