Σελίδες

Δευτέρα 28 Μαΐου 2018

Τα συν και πλην της ελληνικής οικονομίας

analyst
.

Ένα από τα θετικά στοιχεία είναι η άνοδος του κατά κεφαλήν ΑΕΠ. Πώς τα καταφέραμε; Στέλνοντας στο εξωτερικό πάνω από 500.000 νέους που μας έχουν κοστίσει περί τα 100 δις € για να τους μεγαλώσουμε, μειώνοντας το προσδόκιμο ζωής των ιθαγενών και αυξάνοντας τους θανάτους πάνω από τις γεννήσεις – οπότε περιορίζοντας τον πληθυσμό μας, με αποτέλεσμα να μοιράζεται το ίδιο ποσόν μεν, αλλά σε λιγότερους.
.

Άποψη

Υπάρχει κάτι θετικό στην οικονομία μας, για να μην παραπονούμαστε συνεχώς για τα προβλήματα της; Ασφαλώς, πολλά. Για παράδειγμα, το δηλωθέν θηριώδες πρωτογενές πλεόνασμα που ουσιαστικά είναι δημοσιονομικό, αφού υπερβαίνει τους τόκους. Πώς το καταφέραμε; Με την υπερβολική φορολόγηση που θανάτωσε την ανάπτυξη και εκτόξευσε στα ύψη τα μη εξυπηρετούμενα χρέη του ιδιωτικού τομέα άνω των 230 δις €, με τη λευκή τρύπα του ασφαλιστικού άνω των 2 δις € παρά το ότι καταρρέει, με τη μη πληρωμή των υποχρεώσεων του δημοσίου κοκ. Είναι όμως αληθινό; Φοβούμαι πως όχι, αφού δεν μπορεί μία χώρα να έχει πλεόνασμα και να πουλάει τις δημόσιες επιχειρήσεις της, αλλά να αυξάνεται ταυτόχρονα το χρέος της, από 319 δις € το 2015 στα 329 δις € το 2017.



Δεύτερο θετικό στοιχείο η μείωση του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών μας στο -0,8% του ΑΕΠ σήμερα (γράφημα), από -15,1% το 2008 – γεγονός που σημαίνει πως δεν αυξάνονται πλέον σημαντικά τα εξωτερικά μας χρέη και δεν ζούμε πάνω από τις δυνάμεις μας. Πώς τα καταφέραμε; Με τη φτωχοποίηση των Ελλήνων, έτσι ώστε να μην είναι σε θέση να καταναλώσουν ξένα προϊόντα και υπηρεσίες, αφού η εγχώρια παραγωγή έχει καταρρεύσει – οπότε με την πτώση του ΑΕΠ κατά 27% συν 10% της μέσης ανάπτυξης των εταίρων μας, άρα κατά -37%, λόγω του περιορισμού της κατανάλωσης.


Τρίτο θετικό στοιχείο η άνοδος του κατά κεφαλήν ΑΕΠ μετά τη συνεχόμενη πτώση του, από το 2014 και μετά (γράφημα). Πώς τα καταφέραμε; Στέλνοντας στο εξωτερικό πάνω από 500.000 νέους μας που μας έχουν κοστίσει περί τα 100 δις € για να τους μεγαλώσουμε, μειώνοντας το προσδόκιμο ζωής των ιθαγενών και αυξάνοντας τους θανάτους πάνω από τις γεννήσεις – οπότε περιορίζοντας τον πληθυσμό μας, με αποτέλεσμα να μοιράζεται το ίδιο ποσόν μεν, αλλά σε λιγότερους.


Τέταρτο θετικό στοιχείο η μείωση των χρεών του ιδιωτικού μας τομέα (γράφημα) τα οποία, με βάση τα στοιχεία του Φεβρουαρίου του 2018 συρρικνωθήκαν ξανά κατά 6% – με δεύτερη την Κύπρο (5%), εντείνοντας την πιστωτική ασφυξία. Πώς τα καταφέραμε; Χρεοκοπώντας τις τράπεζες με την αλματώδη αύξηση των κόκκινων δανείων και με τις εκροές των καταθέσεων – οπότε να μην είναι σε θέση να δανείσουν ούτε τα νοικοκυριά, ούτε τις επιχειρήσεις, για να επενδύσουν, να αυξηθεί το ΑΕΠ και τα έσοδα του δημοσίου, να μειωθεί η ανεργία στηρίζοντας το ασφαλιστικό κοκ. Το μοναδικό κράτος τώρα που έχει υψηλότερα κόκκινα δάνεια από εμάς είναι η Ουκρανία, με 55% – στην οποία όμως έχουν αρχίσει να υποχωρούν, όταν σε εμάς δεν φαίνεται μία αντίστοιχη τάση.

Όσον αφορά τώρα τα αρνητικά μας ρεκόρ, ένα από τα σημαντικότερα είναι η αρνητική διεθνής επενδυτική μας θέση (net financial assets) – με τις εκροές κεφαλαίων να πλησιάζουν το 50% του ΑΕΠ. Εκτός αυτού, είμαστε μαζί με τη Λιθουανία οι μοναδικές χώρες που επιδεινώθηκαν οι προοπτικές ανάπτυξης για το 2018 και τα επόμενα χρόνια – 2% έναντι 2,6% προηγούμενης εκτίμησης το 2018 και 1,8% το 2019 από 1,9% πριν, καλώς εχόντων των πραγμάτων (εάν δεν μεσολαβήσει δηλαδή κάποια παγκόσμια κρίση).

Επόμενο ρεκόρ η αρνητική πορεία της εγχώριας ζήτησης, λόγω της αύξησης της φτώχειας – η οποία δεν στηρίζει τις επενδύσεις, την κατανάλωση και το ΑΕΠ. Επίσης οι αποταμιεύσεις, οι οποίες έχουν βυθιστεί στο εντυπωσιακό -9,7% του ΑΕΠ (γράφημα κάτω – επειδή δεν είναι πια σε θέση οι Έλληνες να τοποθετήσουν κάποια χρήματα στην άκρη. Πόσο μάλλον όταν οι μισθοί μειώνονται συνεχώς, με την Ελλάδα να παραμένει παρόλα αυτά μη ανταγωνιστική αφού δεν διενεργούνται επενδύσεις – ενώ οι συντάξεις περιορίζονται χωρίς να λύνεται το πρόβλημα, μεταξύ άλλων επειδή υποχωρούν ακατάπαυστα οι εισφορές στα ασφαλιστικά ταμεία.


Όσον αφορά τώρα το μέλλον μας μετά τις τρεις δανειακές συμβάσεις τον Αύγουστο, όπου (α) είμαστε τόσο έξυπνοι ώστε να μην εισπράξουμε όλα τα χρήματα και (β) να μην ζητήσουμε γραμμή στήριξης για να μην εκτεθούμε πολιτικά ως κυβέρνηση (οπότε να μην κινδυνεύσει ο μύθος της καθαρής εξόδου από τα μνημόνια), εάν προηγηθεί η υπόσχεση μείωσης του χρέους (υποθέτουμε πως αντάλλαγμα θα είναι η παράδοση της ονομασίας της Μακεδονίας), καθώς επίσης εάν το θεωρήσει βιώσιμο το ΔΝΤ, τότε ίσως μπορέσουμε να δανειστούμε με επιτόκιο κάτω του 4% – κατά 3% υψηλότερο δηλαδή από ότι του ESM, το οποίο υπολογιζόμενο στο συνολικό ύψος του χρέους μας θα ισοδυναμούσε με σχεδόν 10 δις € μεγαλύτερη ετήσια επιβάρυνση!

Υπάρχουν όμως ορισμένα επί πλέον εμπόδια, εκτός από το γεωπολιτικό της Τουρκίας, όπως η άνοδος της τιμής του πετρελαίου διεθνώς – η οποία, εάν διατηρηθεί, θα είναι καταστροφική για τον παραγωγικό τομέα που μας έχει απομείνει, επειδή είναι εξαρτημένος από την ενέργεια σε μεγάλο βαθμό. Εκτός αυτού θα μπορούσε να προκαλέσει την επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομίας που θα μείωνε τις εξαγωγές και τα τουριστικά μας έσοδα – ελπίζοντας πως δεν θα προκαλέσει την επόμενη παγκόσμια κρίση, η οποία συμβαίνει νομοτελειακά ανά δέκα χρόνια, με τα γνωστά προβλήματα της παγίδας ρευστότητας.

Ολοκληρώνοντας, ασφαλώς δεν θέλουμε να απογοητεύσουμε κανέναν, αλλά αυτή είναι η ψυχρή πραγματικότητα – την οποία πρέπει κάποτε να αντιμετωπίσουμε κατάματα, χωρίς ουτοπικές προσδοκίες και ελπίδες. Εάν το κάνουμε ή μάλλον όταν το κάνουμε, η Ελλάδα θα τα καταφέρει – αρκεί να μην αργήσουμε υπερβολικά, καταλήγοντας σαν τη στυμμένη λεμονόκουπα στα σκουπίδια της ιστορίας. Οι Γερμανοί πάντως απαιτούν ήδη έναν μηχανισμό ελεγχόμενης χρεοκοπίας και εξόδου από την Ευρωζώνη – έχοντας προφανώς υπ’ όψιν τους κυρίως την Ελλάδα.







Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου