Σελίδες

Σάββατο 27 Ιανουαρίου 2018

Η άνιση μάχη στις Θερμοπύλες - Οι ελάχιστοι που αντιμετώπισαν μέχρι τον τελευταίο, τους πολλούς*

Το Ποντίκι


του Βενιζέλου Λεβεντογιάννη
Ο επίλογoς της μάχης των Θερμοπυλών τον Αύγουστο του 480 π.Χ.
Η χορδή του τόξου τεντώθηκε. Ο Πέρσης είχε όλο τον χρόνο να σημαδέψει και να αφήσει με ηρεμία τη σαΐτα του. Βρισκόταν σε απόσταση ασφαλείας και, παρά τον ήρεμο, επαγγελματικό τρόπο του, τα πόδια του έτρεμαν ακόμη από τον φόβο που είχε βιώσει τις δύο προηγούμενες ημέρες. Το βέλος έφυγε, διέγραψε με ασύλληπτη ταχύτητα την απόσταση αφήνοντας το δολοφονικό του σφύριγμα στον αέρα και καρφώθηκε από τα πλάγια στη βάση του λαιμού του μοναδικού ζωντανού πολεμιστή.
 
Τα μάτια του άνδρα είχαν πάρει το χρώμα του αίματος. Κατακόκκινα και δακρυσμένα. Οι φλέβες στον λαιμό του κόντευαν να εκραγούν από την ένταση της στιγμής. Τα μηνίγγια του ήταν έτοιμα να σπάσουν. Η βαθιά πληγή στην κοιλιά του αιμορραγούσε ασταμάτητα. Τον πονούσε αλλά δεν το σκεφτόταν. Στην πλάτη του είχαν καρφωθεί τρία βέλη, και όμως εκείνος συνέχιζε να πολεμά σαν να μην συμβαίνει το παραμικρό. Το αριστερό του χέρι από τον ώμο είχε παραλύσει και δεν το όριζε. Την τελευταία στιγμή είχε καταφέρει να στρίψει το κορμί του και το θανατηφόρο βέλος που κάποιος Πέρσης είχε ρίξει από μακριά, αντί να καρφωθεί στο στέρνο του, τον βρήκε στον ώμο,  σμπαραλιάζοντας τα κόκαλα και σκίζοντας τους μύες και τους τένοντες πέρα για πέρα. 
 
 
Τα πόδια του γλιστρούσαν. Ήταν ξυπόλητος όπως είχε μάθει από τα επτά του χρόνια να πολεμάει. Πατούσε πάνω σε ένα βουνό από λίγους νεκρούς συμπολεμιστές του και αναρίθμητους εχθρούς. Το αίμα έτρεχε από παντού σαν ποτάμι. Αίμα και λάσπη. Εκεί στεκόταν όρθιος. Το μικρό ελαφρύ, σπαρτιάτικο ξίφος στο δεξί του χέρι, του φαινόταν ασήκωτο. Όμως συνέχιζε να το κρατά σφιχτά και να το κουνάει με ταχύτητα, σχηματίζοντας αόρατους κύκλους στον αέρα μπροστά του.
 
Οι Πέρσες γύρω του είχαν απομακρυνθεί σε απόσταση ασφαλείας. Κανείς τους δεν ρίσκαρε να πλησιάσει παρά μόνο όταν και ο τελευταίος δαίμονας από αυτή την απίστευτη ράτσα πολεμιστών έπεφτε νεκρός. Ο άνδρας όμως ήταν όρθιος και τους προκαλούσε. Εκείνοι δεν πλησίαζαν. Σε τρεις ημέρες μαχών, ένας αριθμός συντρόφων τους που δεν χωράει ο ανθρώπινος νους είχε αποχαιρετίσει τα εγκόσμια και είχε πάει να συναντήσει τη θεά Ερεσκιγκάλ στη χώρα των νεκρών, την Ιρκάλα. Όλοι τους σκοτωμένοι από τα μικρά σπαθιά αυτών των περίεργων πλασμάτων. Όλοι τους κείτονταν νεκροί σε αυτό το στενό κομμάτι γης, στη βάση των βουνών. Απέναντι τους έστεκε ακόμη όρθιος ένας από τα πλάσματα αυτά. 
 
Ο Σπαρτιάτης ένιωσε την κοκάλινη μύτη της σαΐτας, καυτή, να τρυπά τον λαιμό του από τα πλάγια. Άνοιξε τα μάτια του και προσπάθησε να εκστομίσει μια βρισιά για τις μητέρες των Μήδων. Δεν μπόρεσε. Τα πάντα στο οπτικό του πεδίο πήραν ένα σκούρο κόκκινο χρώμα. Έπεσε στα γόνατα. Στηρίχθηκε στο ξίφος του για λίγα δευτερόλεπτα, με το κεφάλι του χαμηλωμένο. Το αίμα από τον λαιμό του ανάβλυζε σαν ένας μικρός πίδακας, με τον ρυθμό που χτυπούσε η καρδιά του. 
 
Του φάνηκε πως ανάμεσα στους νεκρούς συντρόφους του είδε το κεφάλι του Βασιλιά του να τον κοιτά. Χαμογέλασε. Πέθαινε. Το ήξερε αλλά δεν τον ένοιαζε. Ήταν σχεδόν χαρούμενος, θα μπορούσε να πει κάποιος.
Άφησε αργά το κορμί του να κυλήσει δίπλα στους νεκρούς συμπολεμιστές του, και έπεσε κοιτάζοντας με γυάλινα μάτια το πρόσωπο του Βασιλιά του. Πριν η καρδιά του σταματήσει να χτυπά χαμογέλασε πάλι. Τα μαλλιά του αγαπημένου του ηγέτη, του περίφημου Λεωνίδα, παρέμεναν χτενισμένα...


Το προηγούμενο βράδυ

Ο τόπος στο μικρό στενό των Θερμοπυλών βρωμούσε αποπνικτικά. Χιλιάδες πτώματα ήταν διάσπαρτα. Κάποια είχαν αρχίσει να τουμπανιάζουν. Κουφάρια ανδρών με περίεργες, πολυτελείς φορεσιές κείτονταν παντού. Άνδρες από τα βάθη της Ασίας, από την Περσία, τη Μηδία, την Αίγυπτο, την Αραβία, την Αιθιοπία, τη Φοινίκη, τη Συρία, την Ασσυρία, τη Φρυγία, την Κιλικία, την Παρθία, τη Βακτριανή και τη Λυδία, σάπιζαν κάτω από τον καυτό ήλιο της Φωκίδας, με ανοιγμένες τις κοιλιές και με κομμένους τους λαιμούς τους. Χυμένα εντόσθια, αίμα, κόπρανα και ούρα. Το χώμα είχε γίνει λάσπη. Νύχτωνε.
 
Στο στενότερο σημείο των Θερμοπυλών, εκεί όπου ο γκρεμός της θάλασσας αφήνει μια μικρή λωρίδα γης και μετά συναντά τα θεόρατα βουνά, πίσω από ένα μικρό ξύλινο τείχος, κάποιοι έμοιαζαν να απολαμβάνουν την καθημερινότητά τους. Χαριεντίζονταν και πείραζαν ο ένας τον άλλον. Στο φως των λίγων πυρσών που μόλις είχαν ανάψει, αλλά και της φωτιάς που μερικοί από αυτούς στέκονταν γύρω της, εύκολα μπορούσε να διακρίνει κάποιος τους κατακόκκινους μανδύες τους.
 
Οι περικεφαλαίες βρίσκονταν ανάμεσα στα πόδια τους. Οι ασπίδες τους ήταν παρατημένες, με την εξωτερική τους πλευρά να αγγίζει το χώμα για να μπορούν να τις σηκώσουν αμέσως εάν χρειαστεί. Το μικρό τους ξίφος παρέμενε συνεχώς ζωσμένο στη μέση τους. Η κούραση τους είχε εξαντλήσει. Ίσως η επόμενη μέρα να τους έβρισκε όλους τους νεκρούς. 
 
 
Εκείνοι όμως συνέχιζαν να πειράζουν ο ένας τον άλλον με χοντροκομμένα αστεία και να γελάνε προκλητικά στα σκοτάδια. Τα γέλια τους έφταναν μέχρι το αντίπαλο στρατόπεδο.
Η σιγουριά που τους έδινε ο τίτλος του «καλύτερου πολεμιστή του κόσμου» και η εκπαίδευση που είχαν από τα γεννοφάσκια τους στο να σκοτώνουν στη μάχη, τους έδινε μια εκνευριστική άνεση απέναντι στον θάνατο. Ήταν οι Σπαρτιάτες.
 
Δίπλα τους, σαν ισότιμοι πλέον, βρίσκονται πολυάριθμοι Θεσπιείς, τυλιγμένοι με τους μαύρους μανδύες τους και το μακρύ τους ξίφος. Ανάμεσα τους, σαν «όμοιοι», κυκλοφορούσαν οι μόθακες, οι είλωτες και οι νεοδαμώδεις. Ξεχώριζαν επειδή φορούσαν την «κυνή», τον σκούφο από σκυλοτόμαρο, και όχι τον μάλλινο πίλο του Σπαρτιάτη πολεμιστή. Μέχρι εκείνο το βράδυ βρισκόντουσαν στη δεύτερη γραμμή της μάχης, σαν βοηθητικοί. Από το ξημέρωμα θα πολεμούσαν δίπλα στους Σπαρτιάτες για να γεμίσουν τις γραμμές τους.
 
Ο ήχος της σάλπιγγας ενός κήρυκα που πλησίαζε έκοψε στη μέση τα χωρατά των πολεμιστών. Μια παράξενη σιωπή απλώθηκε στο στρατόπεδο. 
 
«Μπροστά μου. Είναι μόνο πέντε. Πλησιάζουν. Είναι άοπλοι». Από την κορυφή του ξύλινου τείχους ένας φρουρός ενημέρωσε τον βασιλιά ότι έφθανε μια αντιπροσωπεία του εχθρού. Ανάμεσα στους στρατιώτες, σαν όμοιός τους,  σηκώθηκε αργά, χαμογελώντας από κάποιο αστείο που είχε ακούσει, ο άνθρωπος το όνομα του οποίου έμελλε να χαραχτεί ανεξίτηλο στην παγκόσμια ιστορία του ανθρώπινου γένους. Είχε γίνει ήδη σύμβολο αυταπάρνησης και ηρωισμού. Λεωνίδας ο Α, βασιλέας των Σπαρτιατών, από το ένδοξο γένος των Αγιαδών, που μέσα του τρέχει το αίμα του Ηρακλή. Γιος του βασιλέα Αναξανδρίδα.
 
Οι Σπαρτιάτες και οι σύμμαχοί τους σχημάτισαν κλοιό γύρω από την αντιπροσωπεία των Περσών κάτω από το τείχος. Ο Λεωνίδας πλησίασε αργά. Συνέχιζε να χαμογελάει. Ήταν τραυματισμένος και στα δύο του πόδια αλλά δεν το έδειχνε. Ο Πέρσης πρέσβης παραξενεύτηκε. Αναρωτήθηκε τι άνθρωποι είναι αυτοί που αντικρίζουν το θάνατο και γελάνε και που πολεμούν σαν να είναι πλάσματα του Άδη. «Ή μήπως δεν είναι άνθρωποι», μονολόγησε και ανατρίχιασε. Κορδώθηκε και ίσιωσε τη φανταχτερή του φορεσιά. Τα άλογα των πέντε απεσταλμένων του Ξέρξη, ήταν ανήσυχα. Πατούσαν επάνω σε ένα τεράστιο παχύ μακάβριο χαλί, στρωμένο από πτώματα...
 
 
«Όχι. Πες του όχι», φώναξε ο Σπαρτιάτης πριν καν ο απεσταλμένος ανοίξει το στόμα του. Εκείνος τραύλισε: «Μα δεν σου είπα ακόμη, ω βασιλέα, την προσφορά του άρχοντα μου. Γιατί την απορρίπτεις πριν καν την ακούσεις;». Το πρόσωπο του Λεωνίδα σκοτείνιασε επικίνδυνα. Το χέρι του άγγιξε τη λαβή του ξίφους του. Κοίταξε στα μάτια τον κήρυκα του Πέρση βασιλέα και, με ήρεμη αλλά γεμάτη ένταση φωνή, του απάντησε: «Δεν την απορρίπτω την προσφορά του. Τη γαμώ την προσφορά του. Μαζί και σένα, μαζί κι εκείνον».
Ο απεσταλμένος κράτησε τα γκέμια του αλόγου του και προσπάθησε να φανεί ψύχραιμος: «Ο βασιλιάς μου δεν θέλει τη ζωή σας. Θέλει τα όπλα σας. Είστε οι καλύτεροι πολεμιστές του κόσμου. Μόνο τα όπλα σας ζητάει και μετά... Πλούτη αναρίθμητα σας περιμένουν στο πλευρό του. Και προσωπικά εσένα, ω γενναίε Βασιλέα, σε θέλει δίπλα του να διοικείς».
 
Νεκρική σιγή επικράτησε για μερικά δευτερόλεπτα κάτω από το ξύλινο τείχος. Όλοι κράτησαν τις ανάσες τους και περίμεναν την απάντηση του Λεωνίδα. Μόνο οι Σπαρτιάτες πολεμιστές, αδιάφοροι, συνέχιζαν ψιθυριστά να κάνουν αστεία μεταξύ τους. Την ήξεραν την απάντηση. Δεν είχαν περιέργεια. Ήξεραν την απάντηση που θα έδινε.
 
Τα μάτια του Λεωνίδα στένεψαν. Κοίταξε βαθιά τον απεσταλμένο από χαμηλά. Σκέφτηκε την πατρίδα του. Τη λατρεμένη του Γοργώ, τη σύζυγό του. Σκέφτηκε τον μικρό του γιο. Ήξερε ότι πολύ εύκολα και χωρίς κανείς να προλάβει να αντιδράσει, θα μπορούσε να κόψει τον λαιμό του απεσταλμένου για τα προσβλητικά του λόγια. Δεν το έκανε. Συνέχισε να τον κοιτάζει.
 
Ο Πέρσης κεραυνοβολήθηκε. Έμεινε άγαλμα. Τα αυτιά του δεν πίστευαν την απάντηση που άκουσε από τα χείλη του Σπαρτιάτη. Με δυσκολία συγκράτησε το άλογο του που κατάλαβε την αμηχανία του και ανασηκώθηκε χλιμιντρίζοντας. «Δεν μπορεί, θα άκουσα λάθος», σκέφτηκε, δίχως όμως το πρόσωπό του να φανερώσει έκπληξη, όπως άρμοζε στη θέση του και στην εκπαίδευση του: «Ω, γενναίε Βασιλέα, αυτή την απάντηση θες να μεταφέρω στον Κύριό μου; Μολών λαβέ;». Ο Λεωνίδας, που είχε ήδη γυρίσει την πλάτη του και απομακρυνόταν, σταμάτησε: «Τι δεν κατάλαβες, Πέρση; Ο βασιλιάς σου ζήτησε τα όπλα μας και μόνο αυτά. Πες του λοιπόν ότι εμείς εδώ είμαστε. Ας έρθει να τα πάρει...». 
 
Κάπως έτσι γράφτηκε ο επίλογος της Μάχης των Θερμοπυλών τον Αύγουστο του 480 π.Χ. Μιας μάχης της οποίας το αποτέλεσμα ήταν από την αρχή προδιαγεγραμμένο. Εκεί που οι ελάχιστοι παρέμειναν να αντιμετωπίσουν τους πολλούς. Έμειναν εκεί μέχρι να πέσει και ο τελευταίος τους
 
Η μάχη
Η μάχη διήρκεσε τρεις ημέρες. Ο Ξέρξης είχε μάθει από την πανωλεθρία του πατέρα του λίγα χρόνια πριν, στον Μαραθώνα. Αυτή η ράτσα που κατοικεί εκεί είναι απρόβλεπτη. Τόσο πολύ που μπορεί τη μια να πολεμάνε και να μην καταθέτουν τα όπλα, και την επόμενη στιγμή κάποιοι να τα παραδώσουν με ευκολία.
 
Ο Πέρσης βασιλιάς αντιμετώπισε τον πρώτο επαγγελματικό στρατό στην ιστορία του ανθρώπινου γένους. Τους Σπαρτιάτες. Αντιμετώπισε μόνο 300 από αυτούς, μαζί με κάποιους Θεσπιείς, Θηβαίους και Φωκαείς. Οι απώλειές του ήταν αναρίθμητες. Ακόμη και το επίλεκτο σώμα που έριξε στη μάχη, οι περίφημοι Αθάνατοι, έπαθαν πανωλεθρία από τα μικρά ξίφη των Σπαρτιατών. Ότι ο στρατός του θα τους κατάπινε παρά της απώλειές του ήταν δεδομένο. Η νίκη του επισπεύσθηκε από έναν Εφιάλτη – και ο τόπος αυτός είχε πολλούς.
 
Την πρώτη μέρα, σίγουρος για τη νίκη του, έστειλε τους Μήδους και τους Κισιανούς να τσακίσουν τους Έλληνες μπροστά από το ξύλινο τείχος στα στενά. Η ελληνική φάλαγγα, ο καλύτερος οπλισμός και η ευφυΐα του Λεωνίδα να επιλέξει να γίνει η μάχη στο στενότερο σημείο, έκριναν την πρώτη μέρα της. Σύμφωνα με τον Κτησία, οι Έλληνες είχαν τρεις νεκρούς και οι Πέρσες αναρίθμητους. Ο Ξέρξης κατάλαβε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά αφού τα στενά είχαν γεμίσει με πτώματα στρατιωτών του, σε σημείο να μην μπορεί να δει την έκβαση της μάχης και να αναγκαστεί τρεις φορές να σηκωθεί από τον θρόνο του. Αποφάσισε να τελειώνει μια και καλή με τους Σπαρτιάτες και έδωσε εντολή να μπουν και οι Αθάνατοι, υπό τον Υδάρνη. 
 
Είδε τους 10.000 Αθάνατους να ωθούν τους Σπαρτιάτες μέσα στα στενά και άρχισε, λανθασμένα, να πανηγυρίζει για τη νίκη του. Ο Λεωνίδας, σίγουρος για τους πολεμιστές του, παρέσυρε το επίλεκτο σώμα βαθιά στα στενά και με μια εντολή του, ξαφνικά, οι Σπαρτιάτες σαν ένας άνθρωπος, ώμο με ώμο, ο ένας δίπλα στον άλλο, έκαναν μεταβολή και μακέλεψαν τους επίλεκτους του Πέρση βασιλιά.
 
Η δεύτερη μέρα ξεκίνησε με τον Ξέρξη ευδιάθετο και σίγουρο ότι οι ελάχιστοι υπερασπιστές των στενών θα έχουν κουραστεί και εύκολα θα τους νικήσει. Έριξε το αναρίθμητο πεζικό του και περίμενε. Όσο ο ήλιος ανέβαινε στον ουρανό τόσο η ανησυχία του μεγάλωνε. Οι Σπαρτιάτες όχι μόνο δεν υποχωρούσαν αλλά, σαν να έκαναν πλάκα, τσάκιζαν τον στρατό του. Τότε εμφανίστηκε ο Εφιάλτης, που υποσχέθηκε να οδηγήσει τους Πέρσες πίσω από τους Σπαρτιάτες δια μέσου ενός μονοπατιού στην κορυφογραμμή του όρους Ανόπη.
 
Την τρίτη ημέρα γράφτηκε ο επίλογος. Ο Υδάρνης πέρασε τους Αθάνατους (που είχαν συμπληρώσει τα κενά των νεκρών τους) στα νώτα των Σπαρτιατών. Ο Λεωνίδας έμαθε για την κυκλωτική κίνηση των Περσών και έδιωξε όλους τους υπόλοιπους Έλληνες πίσω στις πόλεις τους. Παρέμειναν μόνον οι Σπαρτιάτες, οι βοηθητικοί τους και οι Θεσπιείς. Έπεσαν όλοι τους και δεν υποχώρησαν για να σωθούν. 
 
Πριν από την τελική μάχη ο Λεωνίδας μίλησε στους συντρόφους του: «Αν αποχωρήσουμε σήμερα, αδέλφια, άσχετα από τα γενναία μας κατορθώματα αυτές τις μέρες, η μάχη εδώ θα είναι μια ήττα. Μια ήττα που θα σημάνει την ήττα όλης της Ελλάδας. Αυτό θέλει και ο Ξέρξης να πιστέψουν οι Έλληνες. Ότι είναι μάταιο να αντισταθούμε στα εκατομμύρια των στρατιωτών του. Αν φύγουμε και σωθούμε σήμερα, μια - μια οι πόλεις θα πέσουν. Με τον τιμημένο θάνατό μας εδώ, όμως, δίνουμε την ελπίδα...».
 
 
Λίγο πριν εμφανιστούν οι Πέρσες από τα νώτα των Σπαρτιατών οι πολεμιστές Σπαρτιάτες, Θεσπιείς και οι βοηθητικοί, αντάλλαξαν μεταξύ τους ξίφη και όπλα (ασπίδες). Ο Διηνέκης – ο Σπαρτιάτης που δυο μέρες πριν ξεκινήσει η μεγάλη μάχη, όταν του είπαν ότι οι Πέρσες είναι τόσοι πολλοί, που άμα ρίξουν τα βέλη τους κρύβουν το ήλιο, είχε απαντήσει: «Ωραία, τότε θα πολεμάμε στη σκιά» – συγκινημένος πήρε το λόγο: «Ξεχάστε τα όλα. Ξεχάστε τις πόλεις σας, ξεχάστε τη χώρα, ξεχάστε ακόμη και τον Βασιλιά. Ξεχάστε κάθε σκοπό για τον οποίο πολεμάτε σήμερα. Ελευθερία, γυναίκες, παιδιά. Σήμερα πολεμήστε μόνο για τον άνδρα που στέκεται δίπλα σας, τον αδελφό σας που σας προστατεύει με την ασπίδα του. Αυτός είστε εσείς και εσείς είστε αυτός...».
Οι Μηδικοί πόλεμοι έληξαν με μια ναυμαχία και μια ακόμη μάχη μετά τις Θερμοπύλες. Στη Σαλαμίνα ο Ξέρξης έχασε τον στόλο του από τους Αθηναίους και έναν χρόνο μετά, στις Πλαταιές, ο περσικός στρατός αντιμετώπισε τους Έλληνες συνασπισμένους. Σαράντα χιλιάδες Έλληνες, εκ των οποίων οι 10.000 – και όχι μόνο 300 – Σπαρτιάτες.
Το αποτέλεσμα ήταν προδιαγεγραμμένο...
 
Παράδοξο
Η τοποθεσία των Θερμοπυλών τα τελευταία χρόνια, βιώνει μια «αναγέννηση». Κοντοκουρεμένοι άνδρες, γεμάτοι ανορθόγραφα τατουάζ στο ένα χέρι και ναζιστικά σύμβολα στο άλλο, προσπαθούν να οικειοποιηθούν το γεγονός και βυσσοδομούν στην ιστορικότητά του. Οι ελάχιστοι αυτοί, ανάβουν πυρσούς και σχηματίζουν... ανθρώπινους μαιάνδρους, σε τελετές που είναι όμοιες με εκείνες των Ναζί.
Η κοσμοθεωρία τους εξάλλου ομοιάζει περισσότερο με του Εφιάλτη, παρά με εκείνη των λίγων που έμειναν και πολέμησαν...



Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ, τεύχος 2003 στις 11-01-2018

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου