Σελίδες

Πέμπτη 28 Ιουλίου 2016

Στην κόψη του ξυραφιού οι ιταλικές τράπεζες


Θρυαλλίδα εξελίξεων όχι μόνο για την ιταλική πολιτική ζωή, αλλά και για όλη την Ευρώπη ενδέχεται να αποδειχθούν οι τράπεζες της γειτονικής χώρας. Αφορμή είναι τα Μη Εξυπηρετούμενα Δάνεια που φθάνουν τα 360 δισ. ευρώ και ισοδυναμώντας με το 20% του εθνικού προϊόντος χαρακτηρίζονται ωρολογιακή βόμβα για την οικονομική σταθερότητα.
ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ
Εδώ, η σύγκριση με την Ελλάδαπου θα κάνει ο προσεκτικός αναγνώστης (όπου τα κόκκινα δάνεια φτάνουν τα 109 δισ. ευρώ, σύμφωνα και με τις πρόσφατες δηλώσεις του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας, Γ. Στουρνάρα, ή το 59% του ΑΕΠ) δε βοηθάει στην αποτύπωση του προβλήματος στην Ιταλία στις πραγματικές του διαστάσεις. Κι αυτό γιατί η «διεθνής του χρήματος» που ελέγχει στενά κι εκ των έσω πλέον τα τεκταινόμενα στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα, δεν έχει αποκτήσει την πρόσβαση που θα ήθελε στη γειτονική χώρα. Το ζητούμενα έτσι, εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, είναι ο έλεγχος των εξελίξεων στις ιταλικές τράπεζες, με ό,τι αυτό μπορεί να σημαίνει.
Η διαμάχη που έχει ξεσπάσει μεταξύ της ιταλικής κυβέρνησης και της Γερμανίας συμπυκνώνεται στο δίλλημα bail-inή bail-out. Δηλαδή, στο κατά πόσο η αναγκαία «διάσωση» των ιταλικών τραπεζών θα γίνει με ίδιους πόρους, πληρώνοντας κατά σειρά οι μέτοχοι, οι ομολογιούχοι και τέλος οι καταθέτες, στη βάση του νέου καθεστώτος που ξεκίνησε να ισχύει από την 1η Ιανουαρίου 2016 (και με βάση την οδηγία 2014/59) ή, αν η «διάσωση» θα γίνει με λεφτά του δημόσιου, όπως γινόταν μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2015. Ως προς το παρόν, πιο ορθολογικές λύσεις όπως η ανάπτυξη της οικονομίας που θα βελτίωνε τη θέση των δανειοληπτών και των τραπεζών, είναι εκτός συζήτησης…

Σύγκρουση Ρέντσι – Μέρκελ
Η ιταλική κυβέρνηση ζητάει να μην ισχύσουν τα συμφωνηθέντα και να επιτραπεί να γίνει η ανακεφαλαιοποίηση με δημόσιους πόρους επειδή ένα ποσοστό μεταξύ του ενός τρίτου και του μισού εκείνων των ομολόγων που θα εξανεμιστούν, μετατρεπόμενα σε κεφάλαιο, βρίσκονται στα χέρια 60.000 κατ’ εκτίμηση μικρών και μεσαίων καταθετών. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο κατά τον ιταλό πρωθυπουργό, Ματέο Ρέντσι, θα ισοδυναμούσε με οικονομική καταστροφή δεκάδων χιλιάδων καταθετών που ανήκουν στα φτωχά και μεσαία στρώματα. Ήδη δύο αυτοκτονίες ομολογιούχων λειτούργησαν σαν καμπανάκι κινδύνου για το μέγεθος του πολιτικού σεισμού που θα ταρακουνήσει την Ιταλία στην περίπτωση που οι καταθέσεις απλών ανθρώπων θυσιασθούν στο βωμό της βιωσιμότητας των τραπεζών.
Από την άλλη όμως, δεν αποκλείεται καθόλου ο ιταλός πρωθυπουργός και όλο το πολιτικό σύστημα της γειτονικής χώρας να χρησιμοποιούν τους καταθέτες ως ασπίδα προστασίας των μεγαλομετόχων των τραπεζών. Μέλημά τους δηλαδή να είναι να μη συμβεί ότι έγινε στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα όπου, λόγω των διαδικασιών που επελέγησαν για την ανακεφαλαιοποίησή του, η προοπτική του αφελληνισμού είναι προ των πυλών κι η διοίκηση των τραπεζών θα αποτελείται από ξένους. Πιθανότατα γι’ αυτό το λόγο η Ιταλία έχασε όλες τις προηγούμενες ημερομηνίες – σταθμούς που επικαλέστηκε για παράδειγμα η Ελλάδα, όπως συνέβη το 2015 όταν οι διαδικασίες ανακεφαλαιοποίησης επιταχύνθηκαν, με δραματικές επιπτώσεις, υπό την πίεση της οδηγίας που επέβαλε από 1/1/2016 το bail-in. Η Ιταλία για να διασώσει τον έλεγχο των μεγαλομετόχων επί των τραπεζών απέφυγε όχι μόνο το γενικό ξεπούλημα της Ελλάδας, αλλά ακόμη και την πιο διακριτική «διάσωση» που επέλεξε η Ισπανία το 2012. Η Ρώμη πιθανά έκρινε ότι ο έλεγχος των τραπεζών είναι πολύ σοβαρή υπόθεση για να αφεθεί στη διακριτική ευχέρεια των Γερμανών…
Από την άλλη μεριά η γερμανική κυβέρνηση, επαναλαμβάνοντας δια στόματος της Άνγκελα Μέρκελ στη διάρκεια της τελευταίας συνόδου κορυφής της ΕΕ ότι οι αποφάσεις πρέπει να τηρούνται, επικαλείται όχι μόνο τα όσα ισχύουν αλλά και τα όσα πρέπει να ισχύουν. Η διάσωση των τραπεζών με λεφτά των φορολογουμένων, που ξεκίνησε από το 2008 με το επιχείρημα ότι λόγω του μεγέθους τους δεν επιτρέπεται να αφεθούν να καταρρεύσουν («toobigtofail»), αποκάλυψε την εξάρτηση του πολιτικού συστήματος από την ολιγαρχία του χρήματος, βαθαίνοντας το ρήγμα που χωρίζει και τους δύο (πολιτικούς και τραπεζίτες) από την κοινωνία. Η στάση της Μέρκελ, η πρόκριση δηλαδή της διάσωσης των τραπεζών μέσω ιδίων πόρων, αυτή τη στιγμή φαίνεται η πιο φιλολαϊκή – εξαιρώντας βέβαια το ενδεχόμενο κατάσχεσης καταθέσεων. Ποιος καταθέτης ήξερε ότι οι αποταμιεύσεις του ενδέχεται να μετατραπούν σε κεφάλαιο που θα καλύψει τις μαύρες τρύπες του μετοχικού κεφαλαίου των τραπεζών; Από την άλλη, η διάσωση των τραπεζών με χρήματα των φορολογουμένων και σε βάρος των δαπανών υγείας και παιδείας, φαντάζει πολύ πιο αδικαιολόγητη και άδικη.
Γερμανική επέκταση
Κι έτσι πράγματι θα ήταν (το γερμανικό σχέδιο δηλαδή θα έχριζε ευρύτερης υποστήριξης) αν η Γερμανία κι οι εποπτικές αρχές των τραπεζών στην Ευρώπη δεν είχαν δεύτερες σκέψεις. Δηλαδή, αν το ζητούμενο δεν ήταν, τουλάχιστον δεν περιλάμβανε, και την αλλαγή της ιδιοκτησίας των ιταλικών τραπεζών. Κοινώς, το «κόντυμα» των ιταλικών τραπεζών. Κι είναι κάτι που έχει αρχίσει ήδη να συμβαίνει – όπως κατ’ αντιστοιχία έγινε και με τις ελληνικές τράπεζες όταν στο πλαίσιο της «διάσωσής» τους πούλησαν άρον – άρον τα υποκαταστήματα τους στα Βαλκάνια και σε άλλες χώρες. Πολύ χαρακτηριστικά, στην Ιταλία η UniCredit, που είναι η μεγαλύτερη τράπεζα της χώρας, θα βελτιώσει τον ισολογισμό της πουλώντας το 10% των μετοχών που διαθέτει στην πολωνική τράπεζα Bank Pekao, που είναι η δεύτερη μεγαλύτερη της ανατολικοευρωπαϊκής αυτής χώρας, έναντι 800 εκ. ευρώ που αναμφισβήτητα είναι σταγόνα στον ωκεανό των 10 δισ. ευρώ τα οποία χρειάζεται άμεσα ως κεφαλαιακή ενίσχυση. Η Monte di Paschi, τρίτη σε μέγεθος ιταλική τράπεζα με ιστορία 544 ετών που είναι ταυτισμένη με την κεντροαριστερά, χρειάζεται σύμφωνα με την Morgan Stanley από 2 ως 6 δισ. ευρώ επιπλέον κεφάλαια.
Αξίζει να αναφερθεί ότι στον αντίποδα του γενικού ξεπουλήματος των τραπεζών στις χώρες της ευρωζώνης, που όλοι φανταζόμαστε ότι ως μεγάλο κερδισμένο θα έχουν τις γερμανικές τράπεζες, η κυβέρνηση της Πολωνίας έχει ανακοινώσει πως στα επόμενα 15 χρόνια στοχεύει το 70% των μετοχών των πολωνικών τραπεζών (από 30% σήμερα) να περιέλθουν ξανά σε πολωνικά χέρια. Οι Πολωνοί προφανώς είδαν τα «καλά» της εισβολής του διεθνούς κεφαλαίου, όπως βίαια συντελέστηκε στο πλαίσιο των «θεραπειών σοκ» των αρχών της δεκαετίας του ’90, και τώρα προσπαθούν να διορθώσουν τις παραμορφώσεις που έφερε. Ενώ στην ευρωζώνη, με την απειλή της δημοσιονομικής κρίσης και της έλλειψης κεφαλαιακής επάρκειας των τραπεζών,προωθούνται τώρα αυτές ακριβώς οι «θεραπείες σοκ».
Η τύχη της διελκυστίνδας μεταξύ Ιταλίας και Γερμανίας θα γίνει γνωστή στις 29 Ιουλίου όταν θα γίνουν κι επίσημα γνωστά τα αποτελέσματα από τα νέα «τεστ αντοχής» στα οποία ήδη υποβάλλονται οι ευρωπαϊκές τράπεζες. Η ανακοίνωση που θα ακολουθήσει σχετικά με το ύψος των νέων κεφαλαίων που απαιτούνται για τις ιταλικές τράπεζες θα κρίνει και την τύχη τους. Η λύση πάντως που θα προκριθεί δεν μπορεί παρά να παίρνει υπ’ όψη της και την έκθεση των ευρωπαϊκών τραπεζών στα ιταλικό δημόσιο χρέος, δηλαδή τα κρατικά ομόλογα, που μετά βεβαιότητας θα επηρεαστούν αρνητικά σε περίπτωση μη συναινετικών λύσεων – είναι μια παράμετρος που δείχνει ότι στη πλευρά των χαμένων δεν συμπεριλαμβάνονται μόνο οι Ιταλοί μικροκαταθέτες, τους οποίους επικαλείται ο Ρέντσι, ούτε οι μεγάλες παραδοσιακές οικογένειες που ελέγχουν τον πλούτο στη γειτονική χώρα. Ενδεικτικά, πρόσφατη μελέτη της Standard & Poor’s εκτιμούσε ότι οι τοποθετήσεις σε ιταλικά κρατικά ομόλογα από τράπεζες με έδρα στην ΕΕ ανέρχονται σε 791 δισ. ευρώ. Επειδή λοιπόν τα λεφτά είναι …πολλά κι επειδή η αντίσταση της ιταλικής ελίτ έχει αποδειχθεί πολύ πιο ισχυρή, σε σχέση με την αντίσταση της ελληνικής ελίτ, δεν αποκλείεται να δούμε οι ριζικές λύσεις να μετατίθενται για το προσεχές μέλλον…
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Επίκαιρα στις 15 Ιουλίου 2016


leonidasvatikiotis.wordpress.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου