Σελίδες

Σάββατο 25 Ιανουαρίου 2014

Η εθνική διάσταση της ιστοριογραφίας

ardin-rixi

Προδημοσίευση στην Ελευθεροτυπία
Απόστολος Διαμαντής, «Εθνος και θεσμοί στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Η κανονιστική εκτροπή στην ελληνική ιστοριογραφία», Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 2013.
Στο βιβλίο αυτό εκτίθεται συνοπτικά η πορεία του ελληνικού έθνους στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, ενώ ταυτόχρονα διερευνάται μια μεθοδολογική εκτροπή στο χώρο της τρέχουσας ιστοριογραφίας, η οποία έχει σοβαρές επιπτώσεις στην έρευνα, καθώς έχει μεταφέρει το ερευνητικό πεδίο από τη μελέτη των υπαρκτών παραδόσεων, από τη μελέτη των κοινωνικών σχέσεων, στην πολιτική ιδεολογία.
Η εκτροπή αυτή έχει ως αποτέλεσμα να αντιμετωπίζονται ιστορικές πραγματικότητες, όπως το έθνος, ως ιδέες, ως προϊόντα νοητικά του κράτους, του νομικού κανόνα δηλαδή. Πρόκειται για μια σαφή κανονιστική εκτροπή της ελληνικής ιστοριογραφίας.
Η εθνική ιδιαιτερότητα ως θεμελιώδης ιδέα της νεοτερικής εποχής, ο πολιτισμός της οποίας είναι κατ’ εξοχήν εθνικός, φαίνεται πως δεν είναι πλέον αυτονόητη. Διότι οποιαδήποτε αναφορά στην εθνική ιδιαιτερότητα, οποιαδήποτε έρευνα που εδράζει τη μέθοδό της στην αναγνώριση της ιδιαιτερότητας αυτής δαιμονοποιείται σήμερα ως αναχρονισμός, ενώ η εθνική κοινότητα παρουσιάζεται περίπου ως μύθος, γεγονός που παραγνωρίζει βεβαίως την ουσιωδώς ιστορική σημασία του μύθου ως παράγοντα γνώσης.

Η κανονιστική και αντιμυθολογική αυτή τάση απογειώθηκε πρόσφατα στο χώρο κυρίως της ελληνικής ιστοριογραφίας των νεοτέρων χρόνων. Εδώ τα πράγματα τακτοποιήθηκαν σχηματικά ως εξής: Η εθνική ιστορία αντιμετωπίζεται ως μια κατασκευασμένη ιστορία, ως μύθος που στόχευε στη συγκρότηση της εθνικής συνείδησης κατά το 19ο αιώνα. Επομένως καθήκον των ιστορικών έγινε η ανασκευή της και η κάθαρσή της από τα εθνικά στοιχεία που, υποτίθεται, ιδεολογικοποιούν την ιστορική έρευνα, έτσι όπως πρώτος υποστήριξε, εισάγοντας τον όρο «ιδεολογική χρήση της Ιστορίας», ο Φίλιππος Ηλιού. Φυσικά, ο πραγματικός στόχος ήταν κυρίως πολιτικός: να αποδυναμωθεί η εθνική ακαδημαϊκή ιστοριογραφία, η οποία εδραιώθηκε το 19ο και τον 20ό αιώνα, και να κατακτηθούν κρίσιμες θέσεις στον ερευνητικό και ακαδημαϊκό χώρο από τη νέα, αναθεωρητική ιστοριογραφία, πρωταγωνιστικό ρόλο στην οποία διαδραμάτιζε μια ιδιαίτερη συμμαχία μεταξύ της νεοφιλελεύθερης αγγλοσαξονικής και μιας «νεοαριστερής» ελληνικής πλευράς – φαινόμενο το οποίον εισήχθη στην Ελλάδα, καθώς είναι σήμερα μια παγκόσμια τάση, με επίκεντρο τις έδρες πολιτικής επιστήμης και φιλοσοφίας των μεγάλων αγγλικών και αμερικανικών πανεπιστημίων (Rawls, Dworkin, Waltzer, Hobsbaum κ.ά.).
Ετσι, ένα ιδεολόγημα, πολιτικού τύπου πλέον, ήρθε να πάρει τη θέση του εθνικού «αφηγήματος». Διότι ενώ αυτό το τελευταίο προσπαθούσε να ανακαλύψει υπαρκτές παραδόσεις, προκειμένου να ενισχύσει την εθνική αυτοσυνειδησία, έτσι ώστε ο λαός να βρίσκεται σε επαφή με την παράδοσή του και να εναρμονίζεται η λόγια και η λαϊκή πλευρά του έθνους, το νέο ιδεολόγημα στένεψε δραματικά το πεδίο της ιστορικής έρευνας, εφ’ όσον το περιόρισε στο πλαίσιο που του υπέβαλλε η τρέχουσα πολιτική: στην αμφισβήτηση της εθνικής Ιστορίας, η οποία όπως φαίνεται εμποδίζει την ολοκλήρωση των υπερεθνικών μορφωμάτων. Το αποτέλεσμα είναι η σχεδόν πλήρης υποταγή της Ιστορίας όχι πλέον στην ιδεολογία, αλλά σε κάτι πολύ πιο χειροπιαστό, στην πολιτική.
Η πρόσφατη ελληνική Ιστορία, από τη συγκρότηση του νεοελληνικού κράτους και εντεύθεν, τακτοποιείται στο ιδεοληπτικό αυτό σχήμα με τρόπο απλό: το παρελθόν μας δεν θα μπορούσε να είναι τίποτε άλλο από μια εθνικιστική παραζάλη που μας οδήγησε σε ήττες και συμφορές. Το πνεύμα του τρέχοντος διεθνισμού των αγορών έρχεται έτσι εκ των υστέρων να τακτοποιήσει τις ιστορικές εκκρεμότητες και να φωτίσει το μέλλον, αποδεχόμενο φυσικά από το παρελθόν μόνον ό,τι μπορεί να μπει στο δικό του καλούπι. Τα ιστορικά δεδομένα, τα τεκμήρια, υπάρχουν μόνον εφ’ όσον δικαιολογούν τη νέα ιδεολογία των υπερεθνικών συσσωματώσεων και την απαξίωση του εθνικού κράτους ως αναχρονιστικού. Προφορική παράδοση, μύθοι, λαϊκά έθιμα, λόγια παράδοση, όλα βάλλονται στο πυρ το εξώτερον του αντεθνικισμού. Αλλά έτσι βάλλεται στο ίδιο πυρ και η ίδια η Ιστορία. «Το να έχεις ιστορική αίσθηση…», γράφει ο Χανς- Γκέοργκ Γκάνταμερ, «…σημαίνει ότι υπερνικάς με συνέπεια τη φυσική αφέλεια που μας κάνει να κρίνουμε το παρελθόν σύμφωνα με τα δήθεν προφανή μέτρα του τρέχοντος βίου, στην οπτική των θεσμών μας, των κεκτημένων αξιών και αληθειών μας».
Μια μέθοδος όμως που αγνοεί τα σύμβολα, την τέχνη, τους μύθους και τη λαϊκή ή λόγια παράδοση συνολικά, γίνεται ουσιαστικά αχρονική και δεν είναι τίποτε άλλο από μια αναβίωση ενός ακραίου νεοθετικισμού, ο οποίος, κρυπτόμενος πίσω από την ανάγκη κάθαρσης της ιστορικής έρευνας από τα ιδεολογικά βαρίδια της εθνικής Ιστορίας, απορρίπτει εν τέλει την αξιολογική πλευρά, υιοθετώντας μιαν επιστημονίζουσα αντίληψη της ιστορικής έρευνας, ξένη προς τη φιλοσοφία της Ιστορίας των νεοτέρων χρόνων. Οι τεχνικές της ιστορικής έρευνας αποθεώνονται σε βάρος της αξιολόγησης και της ερμηνείας, ενώ το ιστορικό παρελθόν αντιμετωπίζεται ως δοκιμαστικός σωλήνας επιστημονικών πειραμάτων, τα οποία, κατά το πρότυπο των θετικών επιστημών, είναι τα μόνα που μπορούν να καθαρίσουν το ιστοριογραφικό τοπίο από την ιδεολογία. Κυρίως την εθνική.
Αυτήν ακριβώς την πολιτικολογούσα κανονιστική ιστοριογραφία θα προσπαθήσουμε στο μικρό αυτό δοκίμιο να αντιμετωπίσουμε, πάνω στο αγαπημένο της έδαφος: την εθνική διάσταση. Και, κυρίως, πάνω στο πιο εκλεκτό της τέκνο, το ελληνικό έθνος, το οποίο κατά έναν περίεργο τρόπο κατέστη τα τελευταία χρόνια ο προσφιλής στόχος κάθε νέου ιστορικού που ήθελε να δώσει τα διαπιστευτήριά του στο νέο ιστοριογραφικό καθεστώς.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου