Σελίδες

Πέμπτη 16 Μαΐου 2013

Χρηματοπιστωτική κρίση : Η μετεξέλιξη των κεντρικών τραπεζών σε “bad banks” – 1o μέρος

ΕΛευθερη Λαικη Αντιστασιακη Συσπειρωση



Συνέντευξη με τον Ernst Lohoff και  τον Norbert Trenkle για την χρηματοπιστωτική κρίση  (1 μέρος)

από τον Reinhard Jellen, Μετάφραση από τα γερμανικά από τον Joe Keady, αρχική δημοσίευση στο Telepolis, την 1 Αυγούστου του 2012.

Μαύρα σύννεφα στον ορίζοντα: ενώ στην Ευρώπη οι οικονομίες κινδυνεύουν να καταρρεύσουν όπως τα πούλια του ντόμινο και το τέλος του ευρώ είναι κοντά, τα πολιτικά μέτρα  αντιμετώπισης της κρίσης [1] μοιάζουν όλο και πιο αναποτελεσματικά, παρά τις παράλογες διαστάσεις της (η Γερμανία, για παράδειγμα, έχει σημερα [2] ένα συνολικό χρέος της τάξης των € 644 000 000 000).
Η όποια λύση στο πρόβλημα φαίνεται να μετατρέπεται πρακτικά σε ακόμη μεγαλύτερο πρόβλημα και να επιδεινώνει και να βαθαίνει  ακόμα περισσότερο την χρηματοοικονομική κρίση και την κρίση χρέους. Η κρίση αυτή [3], υπό την προοπτική κατάρρευσης της τελευταίας χρηματοοικονομικής φούσκας, δηλαδή του δημόσιου χρέους, με την απειλή του πληθωρισμού, θα μπορούσε να κάνει τη Μαύρη Παρασκευή του 1929 να μοιάζει  με ευχάριστη βόλτα μια ηλιόλουστη Κυριακή του Πάσχα. Το παρακάτω είναι μια συζήτηση με την Ernst Lohoff και Norbert Trenkle, της ομάδας Krisis που χαρακτηρίζουν, στο βιβλίο τους Die Grosse Entwertung (Η Μεγάλη απαξίωση [4],) την εποχή μας σαν την ιστορική στιγμή όπου η αστική οικονομία συναντά τα όρια της.

-Πόσο  βοηθά ο Μαρξ στη κατανόηση της παρούσας κρίσης [5]  περισσότερο από άλλους θεωρητικούς;
Ernst Lohoff:
Πριν απ’όλα, θα πρέπει να έχετε κατά νου την τρέχουσα συζήτηση σχετικά με την κρίση, η οποία χαρακτηρίζεται από μια περίεργη διαφορά. Από τη μία, η αναφορά ότι πρόκειται για μια κρίση “ιστορικών διαστάσεων”, και κάθε δύο εβδομάδες βλέπουμε να γίνεται μια νέα σύνοδο κορυφής, στο τέλος της οποίας οι βασικοί ηγέτες ανακοινώνουν ότι έσωσαν την παγκόσμια οικονομία λίγο πριν την τελική πτώση της. Από την άλλη πλευρά, όμως οι εξηγήσεις για αυτή τη δραματική εξέλιξη είναι εξαιρετικά περιορισμένες. Η επίσημη συζήτηση για την κρίση κινείται σε επίπεδο ερασιτέχνη υδραυλικού ο οποίος επισκευάζει ένα σωλήνα του νερού εδώ και ‘κει, ενώ ο κάτω όροφος έχει πλημμυρίσει. Αποφασίζονται μια σειρά οικονομικά και τεχνικά μέτρα, αλλά κανείς δεν ξέρει ακριβώς τι θα βγει από αυτό, επειδή λείπει μια ανάλυση με θεωρητικές βάσεις, για την πορεία της σημερινής κρίσης.
Εντωμεταξύ οι πιο γνωστοί εκπρόσωποι των οικονομικών  παραδέχονται ανοιχτά την αποτυχία της επιστήμης τους. Για παράδειγμα, ο καθηγητής του Χάρβαρντ και πρώην επικεφαλής οικονομολόγος του ΔΝΤ, Kenneth Rogoff, δήλωσε πρόσφατα σε γνωστή γερμανική οικονομική εφημερίδα [6], ότι τα πολύ κομψά οικονομικά μοντέλα, που κυριάρχησαν στην ακαδημαϊκή κοινότητα επί δεκαετίες, είναι, στην πράξη, “πολύ, πολύ περιττά. Όταν το μεγάλο σοκ ήρθε, αποδείχθηκαν άχρηστα”.
-Που οφείλεται αυτή  η πλήρης αποτυχία;
Ernst Lohoff:
Πιστεύουμε ότι κατ’ αρχάς αυτό οφείλεται στο πως τίθεται το ερώτημα. Το βασικό ερώτημα στην εποχή μας, εποχή  κρίσης είναι όντως προφανές. Ποιος είναι ο λόγος που μια κοινωνία, με απίστευτη παραγωγική ικανότητα, μια κοινωνία δηλαδή που μπορεί να παράγει απεριόριστο πλούτο,οδηγείται το συμπέρασμα ότι “ζει  πάνω ​​από τις δυνατότητές της”; Την απάντηση στο ερώτημα μας τη δίνει ο Μαρξ – αν τον διαβάσουμε κριτικά και όχι σύμφωνα με την παραδοσιακή ερμηνεία του μαρξισμού και τη λεγόμενη “Αναγέννηση του Μαρξ, που βλέπουμε σήμερα.
 ”Υλικός πλούτος  vs αφηρημένου πλούτου”
“Το Κεφάλαιο” του Μαρξ δεν αρχίζει  με τον ανταγωνισμό μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, αλλά με την “στοιχειώδη μορφή” της καπιταλιστικής κοινωνίας: το εμπόρευμα. Ο Μαρξ δείχνει ότι η βασική αντίφαση που εξηγεί την τάση του καπιταλισμού για τις  κρίσεις γενικά και τη σημερινή κρίση ειδικότερα, βρίσκεται στο ίδιο το εμπόρευμα. Είναι η αντίφαση μεταξύ δύο διαφορετικών μορφών του πλούτου: του υλικού πλούτου, όπως εκφράζεται στην παραγωγή αγαθών, και του αφηρημένου πλούτου, ο οποίος αναπαρίσταται στην κατηγορία της αξίας και πραγματοποιείται με τη μορφή του χρήματος.
Στις συνθήκες του σύγχρονου τρόπου παραγωγής εμπορευμάτων, δηλαδή, στην καπιταλιστική κοινωνία, ο υλικός πλούτος παράγεται πάντα και μόνο στο βαθμό που μπορεί να υπάρχει και ως αξία, στο βαθμό δηλαδή που συμβάλλει στην αξιοποίηση του κεφαλαίου. Η παραγωγή προϊόντων είναι εδώ πάντα και μόνο ένα μέσο για ένα σκοπό, εξω από αυτήν, δηλαδή, αυτοσκοπός για περισσότερα κέρδη μέσω των χρημάτων. Αν ο σκοπός αυτός δεν επιτευχθεί, επειδή διακόπηκε η αξιοποίηση του κεφάλαιου, τότε θα διακοπεί και η παραγωγή υλικού πλούτου: οπότε καταστρέφονται αγαθά για να μη πουλιούνται, αν και μένουν ανικανοποίητες οι ανάγκες  τεράστιων μαζών. Για παράδειγμα, οι άνθρωποι αναγκάζονται να ζουν σε σκηνές, ενώ τα σπίτια τους είναι άδεια, μόνο και μόνο επειδή δεν μπορούν πλέον να πληρώσουν τα δάνειά τους
-Τι χαρακτηρίζει τη σημερινή οικονομική κρίση της αστικής κοινωνίας από άλλες εποχές;
Norbert Trenkle:
Βασικά μπορούμε να πούμε ότι οι κρίσεις στον καπιταλισμό δεν οφείλονται στην έλλειψη προϊόντων, αλλά στο πλεόνασμα προϊόντων και την αφθονία εν μέσω αυτής. Αυτό είναι τρελό, κάτι που η επίσημη πολιτική οικονομία δεν μπορεί να εξηγήσει, επειδή φυσικοποιεί την παραγωγή του αφηρημένου πλούτου. Η παραγωγή εμπορευμάτων εμφανίζεται ως μια σχεδόν φυσική μορφή της ανθρώπινης οικονομικής δραστηριότητας. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να δει την εσωτερική αντίφαση ανάμεσα στην παραγωγή του υλικού πλούτου και την παραγωγή αφηρημένου πλούτου ούτε  τις βασικές αιτίες [7]  της διαδικασίας της κρίσης.
“Διαρθρωτική κρίση στην παραγωγή πραγματικής αξίας”
 -Τι είδους οικονομική κρίση είναι η σημερινή;
Ernst Lohoff:
Ο Μαρξ ξεχωρίζει τις γενικές κρίσεις από τις ειδικές, και γράφει: “Όλες οι αντιφάσεις της αστικής παραγωγής ξεσπούν συλλογικά στις γενικές κρίσεις της παγκόσμιας αγοράς, στις ιδιαίτερες κρίσεις (ιδιαίτερες ανάλογα με το περιεχόμενο και την έκτασή τους) ξεσπούν μόνο, σκόρπιες, μεμονωμένες, μονόπλευρες” [8]. Επομένως, δεν υπάρχει κρίση στην ιστορία του καπιταλισμού που να έχει κερδίσει τον τίτλο της “γενικής κρίσης”, όπως η σημερινή, αυτή δηλαδή που ξέσπασε μετά την κατάρρευση του 2008. Πρόκειται για ένα ολόκληρο σύστημα μεμονωμένες κρίσεις, αλληλένδετες, επικαλυπτόμενες και γεννημένες η μία μέσα στην άλλη.
Υπάρχουν δύο επίπεδα που πρέπει να διαχωριστούν αναλυτικά. Πρώτα απ ‘όλα, υπάρχει μια δομική κρίση παραγωγής πραγματικής αξίας. Αυτό, τουλάχιστον από τη δεκαετία του ’70, αν και “υπόγεια”, και η κρίση αυτή ούτε  ξεπεράστηκε ποτέ, ούτε και μπορούσε να το κάνει,λόγω του ότι η παραγωγικότητα είναι πολύ μεγάλη για να μπορέσει να σταθεί στα πόδια της η διαδικασία αξιοποίησης του κεφαλαίου. Το κεφάλαιο πρέπει να πολλαπλασιάζεται, διαφορετικά παύει να είναι κεφάλαιο, και για να γίνει αυτό ένας όλο και μεγαλύτερος  αριθμός εργαζομένωνθα πρέπει να απασχολείται στην παραγωγή εμπορευμάτων. Την ίδια στιγμή, όμως, ο ανταγωνισμός ενισχύει έναν αδυσώπητο αγώνα για  αύξηση της παραγωγικότητας, η οποία επιβάλεινα αντικατασταθεί η ζωντανή εργασία με φυσικό κεφάλαιο. Αυτή είναι η κύρια εσωτερική αντίφαση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, η οποία τελικά στρέφεται αναγκαστικά εναντίον του. Δηλαδή, αν η παραγωγικότητα είναι τόσο μεγάλη που να περισσεύει μάζα του εργατικού δυναμικού, τότε μπαίνουν υπό αμφισβήτηση τα ίδια τα θεμέλια της αξιοποίησης του κεφαλαίου. Αυτός ακριβώς είναι ο κεντρικός πυρήνας της δομικής κρίσης στην οποία το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα έχει μπει από τα τέλη της άνθησης του δεύτερου μισού  της μεταπολεμικής περιόδου.
-Και ποιος είναι ο άλλος βασικός παράγοντας της κρίσης;
Norbert Trenkle:
Η κρίση που μόλις περιγράψαμε αγνόοήθηκε επί δεκαετίες λόγω τς  φούσκας των χρηματοπιστωτικών αγορών. Μετά την κρίση του 1970, η συσσώρευση του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου ήλθε και πάλι στο προσκήνιο  και η παγκόσμια οικονομία βρέθηκε και πάλι σε τροχιά ανάπτυξης. Η ανάπτυξη αυτή, όμως, δεν πήγαζε πλέον από την παραγωγή πραγματικής αξίας με αξιοποίηση εργατικού δυναμικού, αλλά από την εκρηκτική ανάπτυξη του χρηματιστικού βιομηχανικού κεφαλαίου. Δεδομένου ότι ο χρηματοπιστωτικός τομέας έβαζε στη κυκλοφορία όλο και περισσότερους τίτλους (δάνεια, ίδια κεφάλαια, παράγωγα), με το τέχνασμα αυτό μετέτρεψε μελλοντική αξία, δηλαδή αξία η οποία ακόμη δεν έχει παραχθεί – και αυτό μπορεί  να μη συμβεί ποτέ – σε αφηρημένο πλούτο.
Αυτή όμως η αναπαραγωγή κεφαλαίου μέσω προεξόφλησης της αξίας, η οποία από καιρό έχει πάρει αστρονομικές διαστάσεις, έχει μπει και αυτή σε κρίση. Η σταθερή αύξηση των τίτλων, χωρίς τους οποίους ο καπιταλισμός δεν μπορεί πλέον να επιβιώσει, συνεχίζεται, ή μάλλον επιταχύνεται ακόμη περισσότερο, αλλά μόνο επειδή  η δραστηριότητα αυτή διευθύνεται σήμερα από τα κράτη, και κυρίως από τις κεντρικές τράπεζες. Τα κράτη αυξάνουν το χρέος τους στο μέγιστο και οι κεντρικές τράπεζες χορηγούν υπερβολικά δάνεια σε ιδιωτικές τράπεζες με μηδενικά επιτόκια, ενώ την ίδια στιγμή αγοράζουν κρατικά ομόλογα, τα οποία διαφορετικά δεν θα τα αγόραζε κανενας. Αλλά και εδώ έχουμε οδηγηθεί σιγά σιγά στα όρια, όπως μας δείχνει η κρίση του ευρώ [9].
“Οι κεντρικές τράπεζες αναλαμβάνουν τα ρίσκα”
-Πόσο άλλαξε ο ρόλος των κεντρικών τραπεζών κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης;
Ernst Lohoff:
Με τον όρο “πλασματικό κεφαλαίο” το μυαλό του καθενός πηγαίνει πριν απ’ όλα στην πλασματική μορφή του κεφαλαίου που βρίσκεται στα χέρια οικονομικών παραγόντων του ιδιωτικού τομέα, στις απαιτήσεις των εμπορικών τραπεζών προς τους δανειολήπτες, στις μετοχές και τα κρατικά ομόλογα που βρίσκονται στα χέρια ασφαλιστικών εταιρειών, συνταξιοδοτικών ταμείων ή ιδιωτών επενδυτών. Στο βαθμό, όμως, που οι αξίες έχουν αποσυνδεθεί από το χρυσό, κεντρικό ρόλο στη δημιουργία χρηματικού κεφαλαίου στον πιστωτικό  και βιομηχανικό τομέα παίζει τώρα, ένας άλλος παράγοντας, η κεντρική τράπεζα. Νομισματική πολιτική δεν σημαίνει  τίποτε άλλο από το ότι οι νομισματικές αρχές μπορούν να καθορίζουν την ποσότητα του πλασματικού χρηματικού κεφαλαίου. Αυτό μπορεί να γίνει έμμεσα, για παράδειγμα μέσω της δημιουργίας ελάχιστων αποθεματικών που οι εμπορικές τράπεζες δεν μπορούν να δανείσουν.
Υπάρχει όμως κάτι άλλο, πολύ πιο σημαντικό:  οι ίδιες οι κεντρικές τράπεζες συμμετέχουν στις χρηματοπιστωτικές αγορές ως παίχτες και συσσωρεύουν πλασματικό κεφάλαιο. Η λεγόμενη “δημιουργία χρήματος” συνίσταται στο ότι οι κεντρικές τράπεζες χορηγούν δάνεια σε εμπορικές τράπεζες για να αγοράσουν υποσχέσεις μελλοντικής πληρωμής. Όταν οι κεντρικές  τράπεζες  μειώνουν τα επιτόκια των εν λόγω δανείων, ενισχύουν τη δημιουργία πλασματικού κεφαλαίου. Αντίθετα η αύξηση των επιτοκίων οδηγεί στο αντίθετο αποτέλεσμα. Αυτή η πολιτική επιτοκίων μέχρι σήμερα έχει παίξει κεντρικό ρόλο στην αντιμετώπιση των κρίσεων στην εποχή του πλασματικού κεφαλαίου. Για παράδειγμα, στην κρίση της “νέας οικονομίας” στην αρχή της νέας χιλιετίας, όπου με τις δραστικές περικοπές των επιτοκίων πήρε τα πάνω της η ιδιωτική συσσώρευση πλασματικού κεφαλαίου.
Η φούσκα των ακινήτων, η οποία επιβάρυνε την ήδη εξασθενημένη πραγματική οικονομία, τρεφόταν με φθηνές πιστώσεις.  Η τρέχουσα κρίση, όμως, είναι διαφορετική. Για να μη καταρρεύσει το χρηματοπιστωτικό σύστημα, οι κεντρικές τράπεζες πρέπει να ακολουθήσουν μια πολιτική μηδενικών επιτοκίων, η οποία όμως  παρέχει την πρώτη ύλη για νέες φούσκες, να φορτωθούν όλο και περισσότερους τοξικούς τίτλους ενεργητικού και να χορηγούν δάνεια σε μεγάλη κλίμακα, κάτι που δεν θα έκανε κανένας άλλος. Στην οξεία φάση της κρίσης το φθινόπωρο του 2008, οι κεντρικές τράπεζες περιορίστηκαν να αντικαταστήσουν την καταρρέουσα διατραπεζική αγορά. Συνήθως, οι διεθνείς τράπεζες είναι αυτές που δανείζουν η μία την άλλη,βραχυπρόθεσμα, χρήματα που τη δεδομένη στιγμή δεν χρησιμοποιούν. Μετά την κατάρρευση της Lehman Brothers, όμως, η αμοιβαία δυσπιστία ήταν τόσο μεγάλη, που αυτό το είδος ταμειακών ροών διακόπηκε και οι ιδιωτικές τράπεζες μπορούσαν τώρα να δανείζονται μόνο από τις κεντρικές τράπεζες.
Ακόμη πιο σοβαρό όμως και από τη βραχυπρόθεσμη διάσωση είναι ότι οι κεντρικές τράπεζες αγόρασαν μεγάλο όγκο κρατικών ομολόγων, για να μη καταρρεύσει η αγορά αυτών των τίτλων και αρχίσουν τα κράτη να κηρύσσουν πτώχευση το ένα μετά το άλλο. Ωστόσο, η κρίση του τραπεζικού συστήματος συνεχίζει να σιγοκαίει. Οι κεντρικές τράπεζες ενισχύοντας με μακροπρόθεσμα δάνεια τις εμπορικές τράπεζες  που αντιμετωπίζουν δυσκολίες, ρισκάρουν πολλά, τα οποία φυσικά στη συνέχεια θα πρέπει να τα διαγράψουν, σε περίπτωση πτώχευσης.
Είτε πρόκειται για τη Fed είτε για την ΕΚΤ, όλες οι κεντρικές τράπεζες μετατρέπονται σε bad banks (κακές τράπεζες). Ρίχνουν σαν τρελές χρηματικά κεφάλαια στο τραπεζικό σύστημα και η ποιότητα των αποθεματικών τους επιδεινώνεται ραγδαία, επειδή αυτά αποτελούνται από ένα όλο και πιο υψηλό ποσοστό τοξικών περιουσιακών στοιχείων που δεν μπορούν να πωληθούν. Αν και αυτό, που υπαγορεύτηκε από το καθεστώς έκτακτης ανάγκης των “υποσχέσεων πληρωμής” τα τελευταία τέσσερα χρόνια, δεν άφησε το χρηματοπιστωτικό σύστημα να καταρρεύσει, ωστόσο, η αναγκαία υποτίμηση αναβλήθηκε αλλά, ταυτόχρονα, τη φορτώθηκε το κοινωνικό σύστημα.       
“Το ζήτημα δεν είναι αν θα έχουμε πληθωρισμό αλλά  πότε
-Τι πιθανότητες υπάρχουν να ξεκινήσει μιας διαδικασία πληθωρισμού;
Norbert Trenkle:
Η νομισματική σταθερότητα δέχεται απειλές σε δύο μέτωπα: από τη μία, οι κεντρικές τράπεζες ρίχνουν στο τραπεζικό σύστημα όλο και μεγαλύτερες ποσότητες χρηματικού  κεφάλαιου. Όσο το κεφάλαιο αυτό χρησιμοποιείται από τις τράπεζες και τους πελάτες τους και πάλι σαν κεφάλαιο, για την αγορά τίτλων ή παραγωγικών επενδύσεων, οι συνέπειες για τη νομισματική σταθερότητα δεν είναι σοβαρές. Το πράγματα, όμως, αλλάζουν, όταν εισρέει στην αγορά αγαθών και θεωρείται σαν εξτρά χρήμα έναντι των εμπορευμάτων που ανταλλάσσονται. Όταν αυτό συμβαίνει σε μεγάλο βαθμό, τότε η φούσκα του χρηματοπιστωτικού εποικοδομήματος μετατρέπεται, λόγω  μείωσης της κερδοφορίας του κεφαλαίου, σε υποτίμηση του νομισματικού μέσου, δηλαδή σε πληθωρισμό. Ταυτόχρονα, όπως έχει ήδη αναφερθεί, αυτό θα οδηγήσει αργά ή γρήγορα σε ανοικτή υποτίμηση των συναλλαγματικών αποθεμάτων. Η υπερβολική προσφορά νομίσματος θα βρεθεί τότε  μπροστά σε πιστώσεις χωρίς αξία.
Οπότε, το ερώτημα δεν είναι, αν θα έχουμε πληθωρισμό, αλλά πότε θα ξεκινήσει και πως θα εξελιχτεί. Μέχρι σήμερα, η άνοδος του πληθωρισμού περιορίζεται, τουλάχιστον στη Γερμανία, στα πολύτιμα μέταλλα και στα ακίνητα, που είναι μια εναλλακτική επένδυση στον κόσμο των υλικών αγαθών. Στην καθημερινή ζωή αυτό φαίνεται ήδη, με τη μορφή της αύξησης των ενοικίων Ωστόσο, δεν θα κρατήσει πολύ.
Υπό μία έννοια, αυτό σημαίνει επιστροφή στην κατάσταση της παγκόσμιας οικονομίας πριν τη μεγάλη εκτόξευσης του πλασματικού κεφαλαίου. Η δεκαετία του 1970 στις χώρες του αναπτυγμένου καπιταλισμού, χαρακτηρίστηκε από ένα φαινόμενο που οι οικονομολόγοι ονόμασαν “ στασιμοπληθωρισμό “. Αναιμική ανάπτυξη και πληθωρισμό γύρω στα 10 τοις εκατό. Αλλά οι διαστάσεις της σημερινής κρίσης έχουν ξεφύγει σε σύγκριση με τότε . Η αναιμική  ανάπτυξη είναι πλέον πιθανό να γίνει ύφεση, και ο πληθωρισμός υπερπληθωρισμός. Η αναβολή της κρίσης έχει και αυτή το τίμημα της.
Πηγές
8. http://www.streifzuege.org/2012/alle-zentralbanken-sind-dabei-sich-in-bad-banks-zu-verwandeln#a1.Το απόσπασμα του Μαρξ από το Μέρος Δεύτερο, Θεωρίες για την υπεραξία, Σελ. 622-623, Αθήνα, Σύγχρονη Εποχή, 1982
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου