Σελίδες

Δευτέρα 22 Απριλίου 2013

ΠΑΝΩ ΣΤΑ “ΕΠΤΑ ΠΟΤΑΜΙΑ” των Χαΐνηδων

Το Ραφείο

στον Νεκτάριο
 Ο ιερός αριθμός επτά της αιωνιότητας, ο σεπτός αριθμός του φωτός και της σοφίας, ο θείος εκπρόσωπος του Απόλλωνα και της Αθηνάς, ορμητικός σαν ποταμός, σμίγει με τιςτρεις διαστάσεις της πυκνής αργοδονούμενης ύλης του αισθητού κόσμου του χρόνου, της γέννησης και της φθοράς. Είναι η στιγμή της εαρινής ισημερίας, που σηματοδοτεί την άφιξη της Άνοιξης, της γονιμοποίησης της Μάνας-Φύσης από την αύξηση του φωτισμού του ζωοδότη Ήλιου-Πατέρα.Ένας κύκλος εννέα προηγηθέντων μηνών, πλήρης συσσωρευμένων εμπειριών και βιωμάτων, που διατελούν εν υπνώσει , ανοίγει! Τα πάντα αφυπνίζονται, τα εν δυνάμει μεταλλάσονται σε εν ενεργεία κι ο κύκλος γίνεται γραμμή.Εννέα αριθμοί απεκδύονται τον μανδύα της ποσότητας και με τη λεπτότητα της ποιότητας του πηγαίου νοήματος , εξευγενίζονται σε σπαθιά και υποδέχονται την Άνοιξη της Αναγέννησης και του Πένθους. Συσχετισμοί ποσοτήτων ανάγονται σε σχέσεις ποιοτήτων,άτομα μετουσιώνονται σε Πρόσωπα (πρόσωπο: όψη προς τον Άλλον), κοινωνούν και επικοινωνούν, συν-χωρούν και συν-κινούνται, και εναρμονίζονται, ακολουθώντας τον κορυφαίο του χορού, Αρχιερέα του Ήλιου και υμνητή της άτμητης ιερότητας της Φύσης.
Άνοιξη: Φως που τυφλώνει και χρώματα της μαγείας κι αρώματα της μέθης και της μέθεξης και σιωπή και θρήνος και η ζωή που εκρήγνυται, μα που σου ζητά να πεθάνεις, να πενθήσεις για ν΄αναστηθείς. Κραδασμοί του οξύμωρου ανοίγουν την αυλαία για νά’ρθει στο προσκήνιο το αίνιγμα της χαρμολύπης , στο ανοικτό θέατρο του ελληνικού τοπίου. Κι Εκείνος ο μπροστάρης, που πήρε το χρίσμα από τον Ήλιο , ουράνιο πρότυπο , να δείχνει τα βήματα.
Λαχταράει το Πρόσωπο για συμμετοχή στο μυστηριακό όργιο , ζητάει να γίνει κοινωνός της Λαμπρής Λειτουργίας της Φύσης , να γευτεί για να μάθει , να φάει για ν’αφομοιώσει και να ομοιωθεί με το Κορυφαίο Παράδειγμα, τον μεγάλο Ιερουργό, στην πορεία προς την Ιερή τέχνη του Πένθους. “Κοιτάτε χωριανοί μου τι θα συμβεί …”. Πένθος, η τέχνη του αποχωρισμού , η τέχνη της κατάδυσης στα βάθη του Είναι , εκεί που παίχτηκε το Δράμα , εκεί που χρησμοδοτεί η Θεότητα και σε προτρέπει :
Στάσου , μείνε , σώπα κι αφουγκράσου. Εντόπισε το συγκεχυμένο και μπερδεμένο και λύσ΄το . Διώξε τα βαρίδια και ισορρόπησε. Θυμήσου , μην φοβηθείς , μην προσπεράσεις , μην αγνοήσεις ( το ακριβώς αντίθετο του δυτικού “ Keep walking ” ) , μην απωθήσεις αυτό που σε πλήγωσε και γίνει κρυφό και αόρατο δηλητήριο , φάντασμα και στοιχειώσει. Βίωσε το , κοίτα το κατάματα και κατανόησε. Βούτα στην άβυσσο και φέρ’το στην επιφάνεια της συνείδησης. Ο Ορφέας που κατέβηκε στον Άδη , αντίκρυσε την Ευριδίκη του και ξανανέβηκε λευτερωμένος , η Μεγαλοβδομάδα των Παθών , που ανθίζει και μετουσιώνεται σε ομοιοπαθητική ίαση : αυτό που σε πλήγωσε , αυτό θα σε γιατρέψει. “Φάρμακο το φαρμάκι στον αετό … ”. Απαιτείται μια στάση , ένα πισωγύρισμα , μια γενναία αναδρομή της μνήμης σ’αυτό που θάφτηκε άκλαυτο κι αθρήνητο , για να αναδυθεί στο φως και να καθαρθεί. Για να νικήσεις το θάνατο πρέπει να τον αντικρίσεις.Και απαιτείται μια θαρραλέα θυσία του “εγώ” στο βωμό της Σχέσης με τον Άλλο . Αν δεν πεθάνεις , αν δεν περάσεις στην αντίπερα όχθη , πως θ’ αναστηθείς ; “ Πέρνα περαματάρη τον ποταμό…”
Συγκλονίσου στην έκρηξη της Άνοιξης , συντονίσου με τις συχνότητες των χρωμάτων και των αρωμάτων που οργιάζουν και με τους Άλλους που ομοιοδονούνται. “ Μύρωσε τοχωριό μας…”. Νιώσε την αδιάσπαστη ενότητα της Φύσης και γίνε μέρος της.Κατανόησε τις χρυσές ηλιακές σχέσεις και αναλογίες ενός φράκταλ , που ανοίγει από το απείρως μικρό στο απείρως μεγάλο , από το κυύτταρο στο Σύμπαν σε μια αέναη αλληλουχία κύκλων , που αναπνέουν στον ίδιο παλμό μιας αδιάκοπης ροής.
Θαύμασε και λυτρώσου !
Κάποιοι λένε , ότι “Αλληλουχία” και το δοξαστικό “Αλληλούια” είναι η ίδια λέξη !!
ΕΦΤΑ ΠΟΤΑΜΙΑ
Εφτά ποτάμια σμίξαν και τρεις καημοί,
κι είπανε να μερώσουνε μια στιγμή.
Οι θάλασσες κοπάσαν κι οι στεναγμοί,
εννιά σπαθιά γυμνώσανε στη γραμμή.
Η άνοιξη η μαυλίστρα για να διαβεί,
κοιτάξτε, χωριανοί μου, τι θα συμβεί.
Τα πάθη σαν σαρκώσουμε του Ραβί,
εκείνος ο μπροστάρης, κι εμείς στραβοί.
Ήλιες μου, στρατολάτη, ταξιδευτή,
που μού `δωσες τη χάρη του γητευτή,
ο άνθρωπος γυρεύει για να γευτεί,
απ’ το ζεστό μου αίμα να γιατρευτεί.
Η μεγαλοβδομάδα, κόρη ξανθή,
μύρωσε το χωριό μας, και ροδανθεί,
που τρώει τον θεό του για να χαθεί,
κι ίσως με τον χαμό του ν’ αναστηθεί.
Στης άνοιξης τον κόρφο, τον ζηλευτό,
μυριόχρωμο γιορντάνι, το σερπετό,
φάρμακο το φαρμάκι στον αετό,
για να πετάξει εκείνος ως είν’ γραφτό.
Πέρνα περαματάρη τον ποταμό,
πάρε κι εμέ μαζί σου στον μισεμό,
κι εκεί στον καταρράχτη και στον γκρεμό,
θα μάθω του συμπάντου το λυτρωμό.
* στίχοι-μουσική : ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΑΚΗΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου