protagon
του Αντώνη Παπαγιαννίδη
Να ομολογήσω την αμαρτία μου: το άθλιο επεισόδιο με το
αυτοκίνητο του Μιχάλη Λιάπη, που το κυκλοφορούσε με τις πλαστές του πινακίδες
και την απουσία ασφαλιστηρίου κ.λπ. δεν μου προξένησε έκπληξη. Καμία. Μάλιστα,
όταν όλοι μας οι του μηντιακού κυκλώματος (και φυσικά όλοι τους οι του
πολιτικού κυκλώματος) διαγκωνιζόμασταν να χρησιμοποιήσουμε τους υπερθετικούς
της οργισμένης καταδίκης για μια περίπτωση που μόνο την περιφρόνηση άξιζε, δεν
αισθάνθηκα καμία, μια καμία αντίληψη κάθαρσης.
Αντίθετα: όταν πληροφορήθηκα ότι
ο Πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς έδωσε την (καθαρτήρια, κι αυτή) εντολή, να
νομοθετηθεί ex post facto κατάργηση «των προνομίων και ατελειών» των βουλευτών
(ή των συνταξιούχων βουλευτών) οσάκις καταδικάζονται αμετάκλητα για «ατιμωτικά»
αδικήματα, ένιωσα μιαν ακόμη βαθύτερη ναυτία (που δεν βελτιώθηκε όταν
πληροφορήθηκα ότι, όχι, δεν θα αναμένεται η αμετάκλητη καταδίκη, που στη χώρα
της γενικευμένης αρνησιδικίας σημαίνει «του Αγίου Π.» , αλλά θα αφαιρούνται
προνόμια και ατέλειες με την άσκηση της δίωξης, ή με την πρώτη καταδίκη, ή…).
Ναυτία που δεν εναντιωνόμαστε στη βασική αρχή των προνομίων και ατελειών, αλλά
χαιρόμαστε με την άρση τους.
Να ομολογήσω ακόμη ότι, ενώ ανήκα
σ’ εκείνους που αρχήθεν απετόλμησαν – αντιδημοκρατικότατα – να διερωτηθώ πολύ
πριν αρχίσουν οι Χρυσαυγίτες να σφάζουν «δικούς μας», μη-μετανάστες, και προτού
«ανακαλυφθεί» ότι είναι (ωχ!) αυτάρεσκα ναζιστές και (ώπα!) βίαια αντισημίτες,
και προτού συνακόλουθα αρχίσουν να ασκούνται οι διώξεις και οι προφυλακίσεις
για συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση οδηγούμενη από το Fuehrerprinzip, μήπως
θα ‘πρεπε να αναζητηθεί από την πάντα ευρηματική τάξη των νομικών τρόπος να
τεθεί αυτό το πράγμα εκτός νόμου, διόλου δεν συγκινήθηκα με τα τελευταία
αντι-Χρυσαυγικά. Ιδίως με τη διακοπή της κρατικής χρηματοδότησης της Χρυσής
Αυγής, ενώ αυτή παραμένει εν τη Βουλή κόμμα, και με τα διοικητικά μέτρα που
κάθε τόσο ανευρίσκονται προκειμένου να συμπληρώσουν τον κλοιό αποκήρυξης.
Αυτή
η επισώρευση διοικητικού χαρακτήρα μέτρων, χωρίς μια εκ βάθρων κίνηση θεσμικής
ξεθεμελίωσης, δεν (ΔΕΝ) λειτουργεί αποκηρυκτικά: αυτό φοβούμαι, είδε και ο
Μανόλης Γλέζος, με τη στάση του για τη διακοπή της χρηματοδότησης.
Δυο άσχετα μεταξύ τους
παραδείγματα, που στην ουσία ένα αποτελούν: αποκήρυξη του άθλιου – ή του
επικίνδυνου – αντί για εναντίωση στη ρίζα του φαινομένου. Στην πρώτη περίπτωση,
η ρίζα του κακού (πέραν της άκριτης βλακείας, αλλά αυτή είναι πάντα ακαταμάχητη)
βρίσκεται στην τιμαριωτική λογική του πολιτικού μας συστήματος. Που εμείς – οι
ψηφοφόροι – όχι απλώς την ανεχόμαστε, αλλά και την επιβραβεύουμε. Στη δεύτερη,
η ρίζα του πολύ πιο μαύρου κακού (πλην της δειλίας των πολιτικών και των
πολιτών) βρίσκεται στη λατρεία της βίας, της επιβολής.
Ούτε ξαφνιάζομαι, ούτε χαίρομαι.
Δεν το μπορώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου