Κυριακή, 13 Αυγούστου 2017

Οταν ο Σουρής σάρκαζε την πτώχευση και Βενιζέλος εκφωνούσε τον επικήδειό του!

iefimerida


του Διονύση Ελευθεράτου


Οδύνη, αλλά και σαρκασμός. Κωμικοτραγικές ιδέες για την «αντιμετώπιση» των οικονομικών κρίσεων. Η Ελλάδα όδευε προς τις εκάστοτε πτωχεύσεις της με κάμποσο χιούμορ - και με χιούμορ πάσχιζε να επουλώσει ορισμένες από τις κατοπινές πληγές...

Φορολογών τη ζάχαρη, φορολογών τα σύκαΌλη του περισσεύματος μας έκοψες τη γλύκα
Έτσι σατιρίζει το περιοδικό «Άστυ» τους απανωτούς φόρους, με τους οποίους η κυβέρνηση του Χαρίλαου Τρικούπη πασχίζει να αυξήσει τα έσοδα του κράτους. Βρισκόμαστε στα 1885, έτος έκδοσης του εν λόγω σατιρικού περιοδικού, διευθυντής του οποίου είναι ο δημοσιογράφος - γελοιογράφος Θέμος Άννινος.


Την αμείωτη «σπιρτάδα» του περιοδικού εγγυώνται συνεργάτες όπως ο Γιώργος Σουρής, ο Κωστής Παλαμάς, ο Γιώργος Δροσίνης, ο Μιχάλης Μητσάκης και άλλες ταλαντούχες πένες.

Ο χειμώνας του 1887 είναι βαρύς, τα μέσα θέρμανσης λίγα, τα λεφτά που απαιτούνται για την απόκτησή τους ακόμη λιγότερα. Το «Άστυ» συμβουλεύει, με χιούμορ αρκούντως φλεγματικό:

«Μη δίνετε το χέρι σας σε ανθρώπους δακρινομένους δια την ψυχραιμίαν των. Μην περνάτε ούτε εξ αποστάσεως από τον Άρειον Πάγον».



Ολοταχώς προς την τρίτη χρεοκοπία...


Η Ελλάδα είχε πτωχεύσει, ήδη, δυο φορές. Ας τις θυμηθούμε:


Η πρώτη ήταν το 1827. Οι λεγόμενες Μεγάλες Δυνάμεις αρνήθηκαν το δάνειο, με το οποίο ο Ιωάννης Καποδίστριας ήλπιζε ότι θα «αναγεννούσε» την οικονομία.

Ο τότε κυβερνήτης υπολόγιζε ότι η οικονομική ανόρθωση θα επέτρεπε στη χώρα, συν τοις άλλοις, να αρχίσει να εξοφλεί τα περιβόητα «Δάνεια της Ανεξαρτησίας» (1824,1825), το μεγαλύτερο τμήμα των οποίων δαπανήθηκε στην προπληρωμή προμηθειών και τόκων, καθώς και σε παραγγελίες πολεμικού υλικού που δεν έφθασε ποτέ, εδώ...

Από το συνολικό ποσό που διέθεσαν ως δάνειο οι αγγλικές τράπεζες, υπολογίζεται πως μόνο το 20% κατέφθασε στην Ελλάδα. Οι όροι του δανεισμού ήταν βεβαίως επαχθείς. Συμπεριλάμβαναν και υποθηκεύσεις κτημάτων, τα οποία είχαν εγκαταλείψει οι Τούρκοι.

«Δια την συντήρησιν των βαυαρικών στρατών»


Η «καμπάνα» της δεύτερης πτώχευσης ήχησε το 1843. Πώς φθάσαμε εκεί; Λονδίνο και Παρίσι είχαν δανείσει στον Όθωνα 60 εκατομμύρια φράγκα, εκ των οποίων τα 33 διατέθηκαν αμέσως για την αποπληρωμή των «Δανείων της Ανεξαρτησίας».


Πώς αξιοποιήθηκαν τα υπόλοιπα- εξαιρουμένων εκείνων της τρίτης δόσης, που δεν δόθηκε ποτέ; Να τι έγραψε ο Άγγελος Αγγελόπουλος στο «Δημόσιον χρέος της Ελλάδος» (1937, Εκδόσεις Ζαχαρόπουλου):

«Τα 12, 5 εκατομμύρια δια την εξαγοράν από μέρους της Τουρκίας των επαρχιών Αττικής, Ευβοίας και μέρους της Φθιώτιδος και 7,5 εκατομμύρια δια την συντήρησιν των βαυαρικών στρατών».
Η Ελλάδα αγόραζε από την Οθωμανική Αυτοκρατορία με δανεικά κι η διεθνής χρηματοπιστωτική «αυτοκρατορία» την είχαν δεμένη χειροπόδαρα!

Αξίζει πάντως να παρατηρήσει κανείς ότι για τη συντήρηση των στρατευμάτων του Όθωνα (μόνο, άραγε;) δαπανήθηκε το 60% των χρημάτων που χρειάστηκαν για την αγορά 2,5 ...σημερινών νομών! Μπόλικες «προμήθειες» πρέπει να πήραν οι επιτήδειοι...

Στις επόμενες δεκαετίες το ελληνικό κράτος μοιραία κατέφυγε κυρίως στον εσωτερικό δανεισμό. Μέχρι το 1879 - τότε άρχισε πάλι να ... θεριεύει ο εξωτερικός δανεισμός.

Για αποπληρωμή δανείων, μέχρι και το 50% των κρατικών εσόδων


Από τη δεκαετία του 1860 άρχισε στη χώρα να αναπτύσσεται η ναυτιλία, η βιομηχανία, αλλά και ο τραπεζικός τομέας. Οι δυναμικές, ανερχόμενες οικονομικές ελίτ συσπειρώθηκαν γύρω από τον Χαρίλαο Τρικούπη, ο οποίος ανέλαβε την πρωθυπουργία το 1881. Οι παραδοσιακές «κάστες», βρήκαν την πολιτική τους έκφραση στο πρόσωπο του Δηλιγιάννη.


Το 1881 η Ελλάδα προσάρτησε τη Θεσσαλία και την Άρτα. Τα συνακόλουθα ποσά που χρειάστηκε να δοθούν στην Τουρκία, άρχισαν να θερμαίνουν τη «μηχανή» μεγέθυνσης του εξωτερικού χρέους.
Επί Τρικούπη άρχισε υλοποιείται ένα τιτάνιο πρόγραμμα ανάπτυξης υποδομών, που υπερέβαινε τις οικονομικές δυνατότητες της χώρας. Για την αποπληρωμή των δανείων, η κυβέρνηση ξόδευε το 40% - 50% των εσόδων της.

Κάπου εδώ συναντάμε τη σάτιρα, στην οποία επιδίδεται το περιοδικό «Αστυ», ακριβώς στα μέσα της δεκαετίας του 1880, για τη ζάχαρη και τα σύκα...

Να όμως που το κακό- άλλο κακό, αυτό- επεκτείνεται και στη σταφίδα: Κατά την ... καταραμένη αυτή δεκαετία μειώνονται δραματικά οι εξαγωγές της σταφίδας, που είναι το βασικό εξαγώγιμο προϊόν, καθώς ανακάμπτουν σε σημαντικό βαθμό οι γαλλικές εξαγωγές.

Ελλειμματικοί κρατικοί προϋπολογισμοί και αρνητικά ισοζύγια πληρωμών, κάθε χρόνο. Αδυναμία αποπληρωμής των δανείων. Όλα δείχνουν ότι η πτώχευση είναι θέμα χρόνου. Το «δυστυχώς, επτωχεύσαμεν» του Τρικούπη, τον Δεκέμβριο του 1893, βρίσκει το εξωτερικό χρέος της χώρας στα 585,4 εκατομμύρια φράγκα.

«Μαύρη είναι η νύχτα στα βουνά, δεν δίνουμε κουπόνι...»


Είναι η τρίτη πτώχευση του νεοελληνικού κράτους. Αυτή τη φορά, όμως, υπάρχουν αρκετοί άνθρωποι του πνεύματος, έτοιμοι, ικανοί να κάνουν το χειλάκι των συμπατριωτών τους «να σκάσει». Τουλάχιστον όσων συμπατριωτών τους γνωρίζουν ανάγνωση.


Κάπως έτσι, της πτώχευσης το κρίμα το «αναλύει» η ... ρίμα

Τέσσερις ημέρες έπειτα από το «δυστυχώς επτωχεύσαμεν», ο ποιητής Βαγγέλης Κουσουλάκος δημοσιεύει, με το ψευδώνυμο «Πελαργός» στίχους σαν κι αυτούς:
Μαύρη είναι η νύχτα στα βουνάΔεν δίνουμε κουπόνιΤα βρήκαμε πολύ στενάΓιατί δεν έχουμε λιανάΚαι ρίχνουμε κανόνι
Οι έμποροί μας δεν πωλούνΕις την οδόν ΑιόλουΤα μαγαζάκια των σφαλούνΚαι δίχως διόλου να μιλούνΤραβούν κατά διαβόλου
Κάπως έτσι ήταν βεβαίως τα πράγματα -στην Αιόλου- προτού καν επέλθει και επισήμως η κρατική πτώχευση. Ο «Πελαργός», όμως, είχε ραμφίσματα και για την πολιτική εξουσία. Δηλαδή για τον Τρικούπη:

Στα δυο του χέρια τα γυμνάΚρατεί του Κρουπ κανόνιαΓια δανειστάς δεν μεριμνάΤους δίνει πέντε στ' αχαμνάΚαι φεύγουν τα κωθώνια

Οι δανειστές φεύγουν χλωμοίΤο φοβερό του χέρι,δεν κάνει πλέον πληρωμή,Ξέρει να ζήση με τιμήΚαι να τα σκάζη ξέρει...
Βαρειά, βαρειά, βουίζ' η γηΈνα κανόνι πέφτειΠαντού τρομάρα και κραυγήΠαντού φυγή χωρίς ...φαγίΖήτω του πρωτοψεύτη!

Οι σύντροφοί του οι χαζοίΤον βλέπουν χορτασμένοιΚαι τραγωδούν μ' αυτόν μαζί,Πως «όσω τρων το έθνος ζήΚαι σαν δεν τρων πεθαίνει
Το ποίημα του Κουσουλάκου είναι άλλωστε αφιερωμένο, όπως ο ίδιος τονίζει, «εις τον κανονιέρην Χ, Τρικούπην».

«Που μας θαρρούσαν φρόκαλα και πρώτους τενεκέδες....»


Ο Σουρής πάντως επιστρατεύει λιγότερη τραχύτητα, χαλιναγωγημένη διάθεση ευθείας πολιτικής καταγγελίας και περισσότερο «σοφιστικέ» πνεύμα.


Πλάθει ένα «ψήφισμα μέγα εν συστολή, του Περικλέτου και του Φασουλή» - των δυο μόνιμων ηρώων του. Ψήφισμα το οποίο ανιχνεύει τη ... θετική πλευρά του «κανονιού».

Ιδόντες Κραταιότατε, πως η χρεωκοπίαείναι εντελής ανάρρωσις και μόνη θεραπεία,ότι προς τούτην συμφωνεί και του Ρωμηού η φύσις,που δεν ανέχεται δεσμά, μηδέ ζυγών αλύσσεις,μα τα τινάζη καταγής ημέρα μεσημέρικαι μήτε χρεωλύσια και τόκους υποφέρειΙδόντες με την κανονιά πώς τίποτε δεν χάσαμε,απεναντίας μάλιστα πάρα πολύ ησυχάσαμεκαι κάπως φιγουράραμε μ' αυτήν την μπαταρίακαι μέσα στην Ανατολή και μεσ' την Εσπερίακαι σήμερα μιλούν παντού για' μας τους ρεμπεσκέδες,που μας θαρρούσαν φρόκαλα και πρώτους τενεκέδεςΙδόντες πως οι δανεισταί πολύ μας φοβερίζουνκι αδιάκοπα συνέρχονται κι αδιάκοπα μας βρίζουνκαι κάθε φαύλος δανειστής και της Ευρώπης λιάπηςσε κάθε γλώσσα παρδαλή βρισιαίς μας δίνουν τόσαις,καθώς το Ευαγγέλιον, εκείνο της Αγάπης,που στη Δευτέρα Ανάστασιν, σ' επτά το λένε γλώσσαις
«Ο Τρικούπης κολυμπά εις πέλαγος δανείων, χωρίς να βρίσκει πάτο»


Ένα μήνα προτού συμπληρωθεί έτος από το «δυστυχώς, επτωχεύσαμεν», ο ανεπανάληπτος Σουρής σχολιάζει κάτι ακόμη: Την απόφαση να διοργανώσει η χρεοκοπημένη Ελλάδα Ολυμπιακούς Αγώνες, το 1896.


Έτσι, στο τεύχος του θρυλικού, ήδη, «Ρωμηού» της 12ης Νοεμβρίου 1894 ( το εν λόγω σατιρικό έντυπο του Σουρή κυκλοφορεί από τον Απρίλιο του προηγούμενου έτους), ο Φασουλής κι ο Περικλέτος φαντάζονται τον Τρικούπη να συμμετέχει στο αγώνισμα της κολύμβησης...

Αλλ' όμως και κολυμβητών παράποτε σπανίωνκατέρχεται φουσάτο,ο δε Τρικούπης κολυμπά εις πέλαγος δανείωνχωρίς να βρίσκει πάτο


Είναι από τις σπάνιες περιπτώσεις, κατά τις οποίες ένας πρωθυπουργός θα συνυπέγραφε τέτοια σάτιρα! Βλέπετε, εν αντιθέσει προς το Στέμμα ο Τρικούπης ήταν πολέμιος της ιδέας να αναλάβει η χώρα τη διοργάνωση των Αγώνων, σε τέτοιες εποχές.


Στον απόηχο των Αγώνων, το 1897, υπό συνθήκες εθνικιστικής έξαψης, η Ελλάδα εμπλέκεται σε πόλεμο με την Τουρκία- έναν πόλεμο που είναι ανέτοιμη, από πολλές πλευρές, να φέρει σε πέρας επιτυχώς. Η ήττα είναι αναπόφευκτη και έχει αφόρητες συνέπειες και στον οικονομικό τομέα.

Η χώρα καλείται να καταβάλλει στους νικητές, ως πολεμική αποζημίωση, το ποσό των τεσσάρων εκατομμυρίων τουρκικών λιρών. Υποχρεούται επίσης να υποστεί Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο για το γιγάντιο- πάλι- εξωτερικό χρέος. Ο «Έλεγχος» δεν περιορίζεται στη διαχείριση του συνόλου των οικονομικών πόρων του κράτους. Καθορίζει και τη νομισματική του πολιτική.

Οι μετέπειτα πόλεμοι είτε κερδίζονται (1912-13) είτε χάνονται (εκστρατεία στη Μικρά Ασία, καταστροφή του '22), αλλά στο οικονομικό πεδίο υπάρχει ένα σταθερό στοιχείο: Ο εξωτερικός δανεισμός «φουντώνει» και πάλι.

Σε αυτό διαδραματίζει καταλυτικό ρόλο η στρατιωτική ήττα του 1922. Οι ανάγκες περίθαλψης των προσφύγων, σε συνδυασμό με την επιχείρηση ανασυγκρότησης του στρατού απαιτούν κεφάλαια, που δεν υπάρχουν.

«Μήπως να φορολογούσαμε τους άγαμους;»


Ο πληθωρισμός το 1921 ήταν 13%, αλλά το 1923 «τρέχει» με 62%! Το ελληνικό κράτος πασχίζει να σταθεροποιήσει τη δραχμή.


Το 1928 η νεοσυσταθείσα κεντρική Τράπεζα ορίζει την ισοτιμία της δραχμής με βάση το αγγλικό νόμισμα: Μία στερλίνα, 375 δραχμές. Το οικονομικό επιτελείο νιώθει κάποια ανακούφιση, αλλά το μεγαλύτερο τμήμα του πληθυσμού δεν βιώνει ουσιαστική διαφορά, καθώς αντιμετωπίζει οικονομικές δυσκολίες σημαντικές, έως και εφιαλτικές.

Αναδουλειά, ένδεια, αγωνία για το μέλλον κυριαρχούν, σχεδόν παντού.

Πενία τέχνας κατεργάζεται... Αν αυτό ισχύει για την ένδεια των ανθρώπων, των φυσικών προσώπων, γιατί να μην ισχύει και για το κράτος που βλέπει τα ταμεία του να αδειάζουν;

Αντιγράφουμε από το βιβλίο του Γιάννη Καιροφύλα «Η Αθήνα του Μεσοπολέμου» (εκδόσεις Φιλιππότη):

«Οι Αθηναίοι ξυπνάνε ένα πρωινό και διαβάζουν στις εφημερίδες την πληροφορία ότι ετοιμάζεται ένα φορολογικό νομοσχέδιο που αφορά τους άγαμους. Ο υφυπουργός των Οικονομικών στα 1928 σκέπτεται να φορολογήσει τα γεροντοπαλίκαρα, για να ενισχύσει μ' αυτόν τον τρόπο τον κρατικό προϋπολογισμό, αλλά και για να επιλύσει το πρόβλημα της αναπαραγωγής του γένους.. Το θέμα προκαλεί πολλές συζητήσεις. Ακούγονται τα υπέρ και τα κατά. Γίνονται σχόλια, γράφονται άρθρα και φυσικά το θέμα πέφτει στα μολύβια των γελοιογράφων»...
Το ζήτημα κάποια στιγμή «παγώνει», προτού προλάβει να γεννηθεί κανένα σύνθημα, του τύπου «ακρίβεια, ανεργία, πληθωρισμός- και από πάνω δίλημμα: χαράτσι ή γαμπρός;»...

Οι ξένες χορεύτριες και το δίλημμα «καμπαρέ ή ... κουμπουρέ»


Η οικονομική κατάσταση είναι άσχημη, σε όλα τα «πεδία». Την πρώτη εβδομάδα του Οκτωβρίου 1929, μάλιστα, ανακοινώνεται η προσωρινή αναστολή της λειτουργίας του Χρηματιστηρίου Αθηνών.

Είναι χαρακτηριστικό ότι αυτή η ...πρόγευση «κραχ» προηγείται κατά τρεις εβδομάδες του χρηματιστηριακού «κραχ» της Νέας Υόρκης, που θα επηρεάσει ολόκληρο τον πλανήτη.

Διανύουμε το 1931 και οι αξιωματούχοι της κυβέρνησης του Ελευθέριου Βενιζέλου πασχίζουν να βρουν κάποιες λύσεις, έστω και ως «μπαλώματα», για τον περιορισμό της ανεργίας. «Δεν παίρνουν κανένα σοβαρό μέτρο» παρατηρεί ο Γιάννης Καιροφύλας και προσθέτει:

«Άλλοι προτείνουν να κρατηθεί προς ενίσχυση των ανέργων ένα τσιγάρο από κάθε πακέτο. Ο Δήμος προτείνει να συσταθεί ένα εβδομαδιαίο λαχείο κατά το υπόδειγμα της ιταλικής λοταρίας. Μερικοί γελάνε, γιατί ανάμεσα στα μέτρα προστασίας των ανέργων αποφασίστηκε ν' απαγορευθεί να έρχονται στην Ελλάδα ξένες χορεύτριες».

Είναι η ιδιότυπη, αρχέγονη επιβεβαίωση του κανόνα, σύμφωνα με τον οποίο σε περιόδους κρίσης πλήττονται πρώτα οι αλλοδαποί- εν προκειμένω οι αλλοδαπές...

Γράφει μια εφημερίδα:

«Ένεκα τούτου, ένα εκ των καμπαρέ ανέλαβε να καταρτίση προσωπικόν εξ ελληνίδων χορευτριών. Θα επιτύχη όμως ή θα επαναληφθή η ιστορία των παλαιών καφέ σαντάν, όπου η διασκέδασις διεκόπτετο ελληνοπρεπέστατα με τις κουμπούρες των θαμώνων, που ήστραπτον και εβροντούσαν κάθε βράδυ; Αλλά εν τοιαύτη περιπτώσει αυτό πλέον δεν θα είναι καμπαρέ, αλλά ... κουμπουρέ».
Η «φυγή» των 3,6 εκατομμυρίων δολαρίων


Τα χειρότερα όμως καταφθάνουν, με «όχημα» το ωστικό κύμα του αμερικανικού «κραχ». Στις 20 Σεπτεμβρίου 1931 το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης Βενιζέλου πληροφορείται πως η Αγγλία εγκατέλειψε τον «κανόνα του χρυσού», στον οποίο έως τώρα στηρίζεται η στερλίνα.


Το αγγλικό νόμισμα κατρακυλά. Η κυβέρνηση αποδεσμεύει τη δραχμή από αυτό και την «παντρεύει» με το δολάριο, που διατηρεί σταθερή σχέση με το χρυσό. Ένα δολάριο ισούται με 77,05 δρχ.

Τα πάντα όμως μοιάζουν με κινήσεις εγκλωβισμένου σε κινούμενη άμμο: Στο τέλος της εβδομάδας 21- 26 Σεπτεμβρίου, απελπισμένη η κυβέρνηση Βενιζέλου καταμετρά απώλειες συναλλαγματικών διαθεσίμων της τάξης των 3,6 εκατομμυρίων δολαρίων.

Επικαλούμενος «προβλήματα υγείας» παραιτείται ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Αλέξανδρος Διομήδης, Όλοι γνωρίζουν ότι διαφωνούσε με τον Βενιζέλο ως προς το «τι δέον γενέσθαι». Τα ηνία της Τράπεζας αναλαμβάνει ο Εμμανουήλ Τσουδερός.

Κάπως έτσι, μια δεκαετία έπειτα από τη μικρασιατική καταστροφή, καταφθάνει και η ... μακροοικονομική.

Ο «κανών του χρυσού» και η Γερμανία που δεν δίνει αποζημιώσεις


Όλα δείχνουν, πλέον, προδιαγεγραμμένα. Την άνοιξη του 1932 ο Βενιζέλος αναγκάζεται, με σημαντική – κατά πολλούς μοιραία- καθυστέρηση, να εγκαταλείψει το «χρυσό κανόνα» και να υποτιμήσει την δραχμή. Είναι όμως πολύ αργά, ήδη.


Την πρωτομαγιά του 1932 ο Βενιζέλος ανακοινώνει στη Βουλή την πτώχευση της Ελλάδας και την στάση πληρωμών του εξωτερικού χρέους. Σύμφωνα με την προηγηθείσα ανακοίνωση έκθεσης του υπουργού Οικονομικών, Κυριάκου Βαρβαρέσσου, η Ελλάδα χρωστά στο εξωτερικό 2,868,1 εκατομμύρια χρυσά φράγκα.

Από τον Απρίλιο του 1932, έχει καταφθάσει μια ακόμη κακή είδηση- αυτή τη φορά, από τη Λωζάνη: Εκεί πραγματοποιήθηκε διάσκεψη των νικητών και των ηττημένων του Α' Παγκοσμίου Πολέμου. Συμφωνήθηκε να ανασταλεί η πληρωμή των πολεμικών αποζημιώσεων κι έτσι η Ελλάδα έχασε ένα σημαντικό ποσό, που ήλπιζε να εισπράξει από τους Γερμανούς και τους Συμμάχους τους, στον πόλεμο.

Ο ... παραπονιάρης Βενιζέλος αγορεύει στη Βουλή


Παραμένουμε στον Απρίλιο του 1932. Κατά το τελευταίο δεκαήμερο του μήνα στη Βουλή γίνεται μια θυελλώδης συνεδρίαση, κατά τη διάρκεια της οποίας ο Βενιζέλος ... δεν προλαβαίνει να μετρά τα πυρά που στρέφονται εναντίον του.


«Μοιρολάτρη» τον αποκαλεί ο πρόεδρος της Δημοκρατικής Ένωσης, Αλέξανδρος Παπαναστασίου. Τότε ο Βενιζέλος αντιλαμβάνεται ότι του έχει απομείνει μια μόνο «ασπίδα»: Ο αυτοσαρκασμός και μάλιστα ο ... παραπονιάρικος, ώστε να ηρεμήσουν τα πνεύματα και να σχηματιστούν κάποια υπομειδιάματα στα στόματα των βουλευτών.

Τι κάνει ακριβώς; Υποδύεται τον πεθαμένο και φαντάζεται τον Παπαναστασίου να εκφωνεί τον επικήδειο! Έτσι, στη Βουλή ο Βενιζέλος εκφωνεί ο ίδιος τον ... αποχαιρετιστήριο, νεκρώσιμο λόγο προς τον εαυτό του, «αποδίδοντάς τον» στον πολιτικό του αντίπαλο...

«Αγαπητοί φίλοι, ο προκείμενος νεκρός ήτο ένας αληθινός άνδρας, με μεγάλο θάρρος, με αυτοπεποίθησιν και δι' αυτόν και δια τον λαόν, τον οποίον εκλήθη να κυβερνήση. Ίσως έκαμε πολλά σφάλματα, αλλά ποτέ δεν του απέλιπε το θάρρος, ποτέ δεν υπήρξε μοιρολάτρης, διότι δεν περίμενε ποτέ από την μοίραν του να ίδη την χώρα προηγμένην, αλλά έθεσεν εις την υπηρεσίαν αυτής όλον το πυρ το οποίον είχε μέσα του, κάθε δύναμιν, ψυχικήν και σωματικήν. Αυτά όλα θα μου ψάλη τότε ο αγαπητός αρχηγός της Δημοκρατικής Ενώσεως. Και ας προσέξη να μην του τα θυμίση κανείς τότε. Θυμήσου ότι όταν εζούσε τον είπες και μοιρολάτρην...»
«Να πάρουμε τις βέρες; Να απολύσουμε τις γυναίκες από το Δημόσιο;»


Το κλίμα στη Βουλή εκτονώνεται κάπως, αλλά η αντίστροφη μέτρηση για την εποχή Βενιζέλου έχει ήδη αρχίζει. Η κοινωνία «κοχλάζει»: Ένα μεγάλο απεργιακό κύμα πιστοποιεί ότι οι αντοχές του κόσμου έχουν εξαντληθεί.


Ανεξάντλητες, όμως, παραμένουν οι «ιδέες» για την αντιμετώπιση (;) της κρίσης. Δυο εξ όσων διατυπώνονται και ... συζητιούνται, μεταξύ σοβαρού και αστείου: Να κατάσχει το κράτος τις βέρες όλων των νυμφευμένων και να απολυθούν οι γυναίκες δημόσιοι υπάλληλοι!

Σημειώνει ο Καιροφύλας:

«Η αγορά είναι αναστατωμένη. Οι χονδρέμποροι κρύβουν τα τρόφιμα. Οι έμποροι ακριβαίνουν όλα τα είδη, χωρίς να ρωτήσουν κανέναν. Τα πάντα πετάνε στα ύψη. Οι εφημερίδες κάνουν λόγο για κύμα αυτοκτονιών».
Είναι η ουδόλως «πικάντικη» και γαλφυρή πλευρά των πραγμάτων. Και είναι- δυστυχώς – η κυρίαρχη πλευρά...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου