Κυριακή, 13 Αυγούστου 2017

Πρωτογενή πλεονάσματα και ρευστότητα στην οικονομία


Η απαίτηση για πρωτογενή πλεονάσματα ύψους 3,5% το 2018 σημαίνει ότι η ελληνική οικονομία θα είναι σε θέση να καλύψει το Γενικό Δημοσιονομικό Έλλειμμα (ΓΔΕ), το οποίο μέχρι και το 2022 (λήξη της περιόδου χάριτος πληρωμής τόκων των δανείων από το EFSF και τα διακρατικά δάνεια) κυμαίνεται περίπου στα 6,2 δις ευρώ. Από το 2023 και μετά, τουλάχιστον μέχρι το 2030, το ύψος των τόκων που πρέπει να καταβάλει η Ελλάδα αυξάνει σημαντικά. Αν το ύψος των επιτοκίων ανεβεί, οι τόκοι θα αυξηθούν ακόμα περισσότερο.
του Κώστα Μελά
Με την βασική υπόθεση ότι ο μέσος ρυθμός μεγέθυνσης του ΑΕΠ της χώρας θα είναι τουλάχιστον 1,5%, το σταθερό ύψος  του πρωτογενούς πλεονάσματος ως ποσοστό του ΑΕΠ (3,5%) σημαίνει συνεχή αύξηση του πρωτογενούς πλεονάσματος σε απόλυτους αριθμούς. Σύμφωνα με την υπόθεση που έχουμε κάνει, το 2022 πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% θα αντιστοιχεί περίπου σε 7,0 δις ευρώ. Δηλαδή, μέχρι το 2022  θα υπερκαλύπτει τις απαιτήσεις για πληρωμή των τόκων και θα κατευθύνεται στην αποπληρωμή του δημοσίου χρέους.
Ο συνδυασμός πρωτογενών πλεονασμάτων, μεγέθυνσης του ΑΕΠ και περιόδου χάριτος (μη καταβολή τόκων για τα δάνεια που αναφέραμε παραπάνω) μέχρι τουλάχιστον το 2022 θα μειώσει σημαντικά το λόγο χρέους/ΑΕΠ.  Η έξοδος της Ελλάδος στις αγορές θα μπορέσει να αναχρηματοδοτεί τα ληξιπρόθεσμα χρεολύσια. Υπάρχουν δύο βασικές ενστάσεις σε αυτό το αφήγημα: η πρώτη ιστορικής αξίας και η δεύτερη θεωρητικής  σημασίας. Συγκεκριμένα και κατά σειρά:

Ιστορικά, η Ελλάδα δεν έχει να επιδείξει πρωτογενή πλεονάσματα για μεγάλες χρονικές περιόδους. Την περίοδο 1994-2001 η Ελλάδα κατόρθωσε να επιτύχει πρωτογενή πλεονάσματα ύψους (ετήσιος μέσος όρος) 1,75% του ΑΕΠ. Την περίοδο 1990-2008 το πρωτογενές έλλειμμα (ετήσιος μέσος όρος) κυμάνθηκε περίπου στο 1,0%, ενώ την περίοδο 2002-2008 (περίοδο ένταξης στο ευρώ) το πρωτογενές έλλειμμα κυμάνθηκε περίπου στο 2,0% (δεύτερη κυβέρνηση Σημίτη και οι κυβερνήσεις Καραμανλή). Το έτος 2009 (έτος που σηματοδότησε το ξέσπασμα της κρίσης) το πρωτογενές έλλειμμα άγγιξε το 10,0%. Την περίοδο 2010-2015 (πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής) το πρωτογενές έλλειμμα κυμάνθηκε στο 1,5% (ετήσιος μέσος όρος).
Σύμφωνα με το ΔΝΤ (IMF, Country Report 16/130, May 2016 ) η μελέτη των στοιχείων σε 55 χώρες τα τελευταία 200 έτη δείχνουν ότι καμία δεν κατάφερε να παράγει πρωτογενές πλεόνασμα υψηλότερο από 2,0% μετά από ύφεση στην οικονομία τους, η οποία διάρκεσε περισσότερο από 5 έτη, ενώ συγχρόνως υπήρχε  διψήφιο ποσοστό ανεργίας.
Από τις χώρες που ανήκουν στην Ευρωζώνη, την περίοδο ύπαρξης του ευρώ (δηλαδή του συγκεκριμένου θεσμικού και οικονομικού πλαισίου που διέπει τη λειτουργία του ενιαίου νομίσματος και ό,τι αυτό συνεπάγεται), καμία χώρα δεν διατήρησε για 10 συνεχή έτη πρωτογενή πλεονάσματα υψηλότερα του 3,5%, ενώ συγχρόνως υπήρχε διψήφιο ποσοστό ανεργίας.
Η Ιρλανδία είναι η μόνη χώρα που επέτυχε συνεχή πρωτογενή πλεονάσματα υψηλότερα του 3,5% για περισσότερο από μια δεκαετία, αλλά με υψηλότατους ρυθμούς μεγέθυνσης του ΑΕΠ (1992-96: 6,1% και 1997-2001: 9,1%). Το ποσοστό ανεργίας αντίστοιχα ήταν 13,9% (1992-96) και 6,3% (1997-2001).
Η Ελλάδα αντιθέτως παρουσίασε  συνολική μείωση περίπου 26,0% του ΑΕΠ για εννέα συνεχή έτη (2008-2016), με την εξαίρεση του 2014 (+0,3%) και ποσοστό ανεργίας που άγγιξε και το 27,0%!!!. Και τα δύο ήταν συνέπειες του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής, το οποίο απαιτεί πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% για 10 χρόνια.
Είναι απολύτως παραδεκτό στην οικονομική θεωρία, αλλά συνάγεται και από την κοινή λογική, ότι τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα σε μια οικονομία  που βρίσκεται στη σημερινή  κατάσταση της ελληνικής, δρουν εντελώς προ-κυκλικά και επηρεάζουν αρνητικά την προσπάθεια μεγέθυνσης της. Τούτο συμβαίνει διότι όποιο πλεόνασμα παράγεται, με τους συγκεκριμένους τρόπους (συνεχή μείωση εισοδημάτων, υψηλότατη φορολόγηση εν μέσω υψηλότατης ανεργίας), εξάγεται από το εισοδηματικό κύκλωμα κατευθυνόμενο στην αποπληρωμή του χρέους (τόκοι).
Αυτό στερεί από την οικονομία μια βασική πηγή ρευστότητας, η οποία αν επανεισερχόταν με σωστό και στοχευμένο τρόπο στο ίδιο το κύκλωμα θα αποτελούσε σημαντική ενίσχυση στη διαδικασία της μεγέθυνσης του ΑΕΠ και της μείωσης της ανεργίας.  Τα επιχειρήματα ότι την απαίτηση για  μείωση των πρωτογενών επιδιώκουν οι πολιτικοί για την διαιώνιση των υπαρκτών πελατειακών σχέσεων  τους δεν θίγει  σε καμία περίπτωση την απολύτως σωστή οικονομική άποψη περί μειώσεως των πρωτογενών πλεονασμάτων. Όταν πονάει το κεφάλι μας δεν το κόβουμε. Λαμβάνουμε τουλάχιστον κάποιο παυσίπονο. Παράλληλα θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι στο σημερινό πλαίσιο οι πηγές ρευστότητας της ελληνικής οικονομίας έχουν ουσιαστικά περιοριστεί σε ακραίο σημείο με βασική ευθύνη των δανειστών, αλλά και της ΕΚΤ.
Η μείωση του ύψους των πρωτογενών πλεονασμάτων, ας πούμε στο 2,0%, σημαίνει ότι η Ελλάδα θα πρέπει να δανείζεται για να καλύψει μέρος της πληρωμής τόκων, διότι οι καταβαλλόμενοι τόκοι μέχρι και το 2022 είναι ως προς το ύψος ανελαστικοί (ομόλογα ΕΚΤ, ιδιώτες που δεν μπήκαν στο PSI, ΔΝΤ, Έντοκα του Δημοσίου) και είναι αδύνατον να μειωθούν. Παράλληλα, η μείωση του ύψους των πρωτογενών πλεονασμάτων εκτροχιάζει την κατά τους δανειστές  βιωσιμότητα του χρέους. Επομένως τίθεται στο τραπέζι η συζήτηση για μια πιθανή μεσοπρόθεσμη αναδιάρθρωση του ελληνικού δημοσίου χρέους.

Πηγή stavroslygeros.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου