Σάββατο, 8 Ιουλίου 2017

Οι πάγιες και δομικές αδυναμίες της δημόσιας διοίκησης

ardin-rixi


Του Βασίλη Στοϊλόπουλου, ομιλία του στην πανελλαδική συνδιάσκεψη του Άρδην τον Νοέμβριο του 2016 στην Αθήνα.
Αποτελεί κοινό τόπο ότι υπάρχει, διαχρονικά, μια παγιωμένη, μερικές φορές μάλιστα και στερεότυπη αρνητική άποψη και απαξιωτικά συμπεράσματα για την ελληνική δημόσια διοίκηση και τους δημόσιους λειτουργούς της, που πλέον μοιάζει με ακατάπαυστη υπενθύμιση «οικείων κακών».
Το γενικό συμπέρασμα είναι ότι πράγματι η δημόσια διοίκηση της χώρας έχει πάγιες και δομικές αδυναμίες, με σημαντικότερη αυτή του διαχρονικού εναγκαλισμού κράτους, κρατικοδίαιτου ιδιωτικού τομέα, και κόμματος.
Γι’ αυτό και η ελληνική δημόσια διοίκηση:

  • Αδυνατεί ν’ αντιμετωπίσει επιτυχώς προκλήσεις και απειλές του νέου παγκοσμιοποιημένου περιβάλλοντος.
  • Δεν παρέχει προστιθέμενη αξία.
  • Ακόμα «εισπράττει, αντί να παρέχει».
  • Θα πρέπει να διανύσει ακόμα μια πολύ μεγάλη απόσταση μέχρι να γίνει αυτό που θέλουμε όλοι: εύρυθμη, αξιοκρατική, διαφανής, παραγωγική.
  • Το ίδιο ισχύει βεβαίως και για τον κάθε δημόσιο λειτουργό, που για τον μέσο πολίτη είναι σχεδόν το συνώνυμο του ευθυνόφοβου, του διεφθαρμένου και κυρίως του ενεργούμενου της εκάστοτε εξουσίας και του κόμματος που την ασκεί.
Όλα αυτά δεν σημαίνουν όμως ότι δεν υπάρχουν και άριστοι υπάλληλοι, που λειτουργούν με αυξημένη αίσθηση καθήκοντος υπέρ του δημοσίου συμφέροντος, ότι δεν συναντούμε θύλακες υποδειγματικής λειτουργίας του κράτους, ούτε ότι όλα αυτά τα χρόνια δεν υπήρξε πρόοδος, καινοτόμες δράσεις και δημιουργικές πρωτοβουλίες – και ας μην ήταν ποτέ θέμα των ΜΜΕ.
Αν όμως όλα αυτά μας έρχονται από το παρελθόν, η εν εξελίξει κρίση της χώρας ανέδειξε με ακόμα πιο δραματικό τρόπο όλα τα δομικά προβλήματα της ελληνικής δημόσιας διοίκησης.
Στη σημερινή, μνημονιακή περίοδο των πολλαπλών κρίσεων, πρέπει να προστεθεί ακόμα κάτι πολύ σημαντικό: Περνάμε όντως μια περίοδο «ασαφούς, καταστροφικής ακινησίας», που με την πάροδο του χρόνου γίνεται πιο εμφανής.
Οι βασικές αιτίες γι’ αυτό είναι:

  • Η διαρκώς ανησυχητική πολιτική κατάσταση στη χώρα, τουλάχιστον την τελευταία εξαετία.
  • Η σύνδεση των απαιτούμενων μεταρρυθμίσεων με τα μνημόνια.
  • Η βαθιά καχυποψία απέναντι στους υπαλλήλους από την κάθε νέα κυβέρνηση, η οποία συνήθως χρειάζεται μήνες για να αρθεί.
  • Οι άγονες αντιπαραθέσεις για τις περίφημες μεταρρυθμίσεις που εξαγγέλλονται, αλλά δεν πραγματοποιούνται, και,
  • Τα διάφορα βιαστικά ημίμετρα, που τελικά γίνονται τροχοπέδη για την έξοδο από μια διαχρονική αντιπαραγωγική κατάσταση.
Δεν πρέπει ακόμα να ξεχνάμε:
  • Τη δραματική μείωση μισθών και το κλίμα που αυτό δημιούργησε, αλλά και,
  • Το γεγονός ότι, από την αρχή της μνημονιακής εποχής, οι εκ συστήματος απαξιωτικές και κατευθυνόμενες απόψεις των μνημονιακών κυβερνήσεων εις βάρος των υπαλλήλων αποτέλεσαν το έναυσμα για να διχαστεί η κοινωνία και να στραφούν όλοι κατ’ αρχάς ενάντια στους δημοσίους υπαλλήλους και το δημόσιο.
  • Σήμερα, ακόμα και στα υψηλά κλιμάκια της δημόσιας υπαλληλίας, η προσωρινότητα και η ανασφάλεια προκαλούν μια πιο συντηρητική αντιμετώπιση των θεμάτων και μια μακρόσυρτη τάση αναμονής.
  • Επίσης, αρκετές κλασικές λειτουργίες του κράτους συχνά αφήνονται στον λεγόμενο «αυτόματο πιλότο».
  • Πολλές προγραμματικές στοχεύσεις είτε πάνε στις καλένδες, λόγω συσσωρευμένης γραφειοκρατίας και πολυνομίας, είτε προχωρούν με ακόμα μικρότερη ταχύτητα.
  • Εάν σε αυτά προστεθούν και οι απανταχού «κομματικοί ημέτεροι» και μετακλητοί σύμβουλοι, (συνολικά, σύμφωνα με το νόμο, περίπου 15.000 άτομα), και οι οποίοι ακόμα και σε αυστηρά τεχνοκρατικά ζητήματα υποκαθιστούν συχνά έμπειρους υπαλλήλους, τότε όλοι αντιλαμβανόμαστε γιατί επέρχεται αυτή η καταστροφική ακινησία.
Προσωπικά, πιστεύω ότι το πρόβλημα της δημόσιας διοίκησης είναι κυρίως συστημικό πρόβλημα, με αρκετούς εμπλεκομένους σε αυτό. Ξεχωρίζουν ο κρατικοδίαιτος ιδιωτικός τομέας και η διείσδυση κομματικών μηχανισμών στη δημόσια διοίκηση. Αυτό οδηγεί συχνά σε φαινόμενα διαπλοκής και παρασιτισμού, αλλά και στην καλλιέργεια ευθυνοφοβίας από την πλευρά των δημόσιων λειτουργών.
Επίσης, πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι δεν υπήρξε ποτέ ένας ειλικρινής διάλογος για μια δημόσια διοίκηση στελεχωμένη με τους πλέον ικανούς, αφού, και στην εποχή των μνημονίων, οι πελατειακές σχέσεις συνεχίζονται.
Το τι μεταρρυθμίσεις και αλλαγές μεγάλης κλίμακας πρέπει να γίνουν στον ελληνικό δημόσιο τομέα και να περιοριστούν οι ανομίες έχει διατυπωθεί πολλές φορές και με σαφήνεια. Εμπειρικά, θα επισημάνω μόνο κάποια από αυτά που έχουν άμεση σχέση με την αναπτυξιακή προοπτική της χώρας:
Αξιολόγηση, από μηδενική βάση, της παραγωγικότητας των υπηρεσιών και των υπαλλήλων, στο πλαίσιο αξιόπιστων και κοινά αποδεκτών επιστημονικών κριτηρίων. Η άρνηση της όποιας αξιολόγησης εκπορεύεται, ως επί το πλείστον, από τους κατά τεκμήριο πιο ανίκανους υπαλλήλους και τους συνδικαλιστές και βασίζεται σε ιδεολογικές αγκυλώσεις και κομματικές πελατειακές σχέσεις.
Απεμπλοκή από τις άνωθεν πολιτικές παρεμβάσεις, ιδιαίτερα όταν αυτές δεν απορρέουν από μια συγκεκριμένη πολιτική επιλογή κάποιου κόμματος, αλλά είναι συνήθως ρουσφετολογικού χαρακτήρα.
Για να πάψει το κράτος να λειτουργεί ως παραγωγός χρέους, δημόσιου και ιδιωτικού, θα πρέπει μεταξύ άλλων:

  • Να γίνει εφαρμογή της αρχής «ο κατάλληλος άνθρωπος στην κατάλληλη θέση», ανεξαρτήτως πολιτικών-κομματικών επιλογών.
  • Ν’ αντιμετωπιστεί -όπου υπάρχει ακόμα- το υπερτροφικό κράτος, αλλά και η υποστελέχωση, ιδιαίτερα σε υπηρεσίες αιχμής, αλλά και σε μικρότερους δήμους, κυρίως σε νησιωτικές-ορεινές περιοχές, γεγονός που έγινε πολύ έντονο τα τελευταία χρόνια.
  • Να εξεταστεί εκ βαθέων το θέμα της αποκέντρωσης αρμοδιοτήτων και η σταδιακή απομάκρυνση ενός σημαντικού τμήματος δημοσίων υπηρεσιών από την πρωτεύουσα.
  • Να περιοριστεί όσο γίνεται η πολυνομία και η κακονομία, που ίσως ν’ αποτελούν και το πιο προβληματικό στοιχείο της ελληνικής δημόσιας διοίκησης.
  • Να περιοριστούν οι ατελεύτητες διοικητικές διαδικασίες και ανούσιες διοικητικές επιβαρύνσεις, οι οποίες συνθέτουν το δαιδαλώδες πρόβλημα της γραφειοκρατίας.
  • Να υπάρξει πρόνοια δημοκρατικής συμμετοχής δημοσίων υπαλλήλων στον σχεδιασμό και όχι μόνο στην υλοποίηση στόχων.
Όμως, για να ελπίζουμε πως θα υπάρξει βελτίωση της αποδοτικότητας, της αποτελεσματικότητας και της οικονομικότητας των δημοσίων υπηρεσιών, χρειάζεται και αλλαγή νοοτροπίας. Όχι μόνο των υπαλλήλων, αναφορικά με την εργασιακή τους ηθική και παραγωγικότητα, αλλά και του πολίτη απέναντι στη δημόσια διοίκηση, που με πολύ εύκολο τρόπο, συχνά και με εμπάθεια, απορρίπτει οριζόντια ακόμα και την ηθική ακεραιότητα των υπαλλήλων. Με άλλα λόγια, δεν πρέπει να καθυβρίζεται και να υποσκάπτεται το κράτος στα θεμέλιά του – γιατί τελικά αυτό μπορεί και να εξυπηρετεί αλλότρια συμφέροντα ή συμφέροντα όλων όσοι δεν θέλουν ένα σύγχρονο κράτος στην υπηρεσία του πολίτη.
Γιατί, όπως και να έχει, το κράτος πρέπει να κατέχει τόση ισχύ ώστε να μπορεί:

  • Να ρυθμίζει και να ελέγχει αποτελεσματικά.
  • Να μεγιστοποιεί το όφελος στην εθνική οικονομία.
  • Να αξιοποιεί πόρους που προέρχονται από τη δημόσια και ιδιωτική παραγωγικότητα.
  • Να επιβάλλει ένα αντικειμενικό σύστημα κυρώσεων για όλους τους παρανομούντες.
  • Να αποτρέπει τη δημιουργία ανισοτήτων τόσο στην παροχή υπηρεσιών όσο και στην παραγωγική διαδικασία.
  • Να εξασφαλίζει την κοινωνική δικαιοσύνη και να παρέχει κοινωνική ασφάλεια.
Διαφορετικά, η ελληνική δημόσια διοίκηση θα συνεχίσει να βλέπει τον κόσμο ανάποδα και να έχει τους πολίτες απέναντί της.
Στο πλαίσιο αυτό, εκτιμώ ότι το κίνημα ΑΡΔΗΝ θα πρέπει να δώσει ιδιαίτερη σημασία στο θέμα δημόσια διοίκηση. Γιατί η πραγματοποίηση των εξαιρετικών του και επεξεργασμένων θέσεων που πρεσβεύει σχετίζονται άμεσα με ένα σύγχρονο δημόσιο, με τα θετικά χαρακτηριστικά που αναφέρθηκαν παραπάνω.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου