Παρασκευή, 7 Ιουλίου 2017

Οργανωμένο έγκλημα και πολιτική - 10. Στο λυκόφως του 20ου αιώνα

Πόλη του Μεξικού, 22/1/1963: Μέλη της "Operation 40" διασκεδάζουν. Σε πρώτο πλάνο, γελώντας γερμένος
στο τραπέζι, ο πράκτορας της CIA και φερόμενος ως εκτελεστής του Τσε Γκεβάρα Φέλιξ Ροντρίγκεζ.
Κατά τα ύστερα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου όσο και την εποχή που ακολούθησε την οπισθοχώρηση του σοσιαλισμού στην ανατολική Ευρώπη, η εμπλοκή της πολιτικής με το οργανωμένο έγκλημα σημείωσε αρκετές αλλαγές τόσο στην στρατηγική όσο και στις διάφορες τακτικές. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η διαδικασία που ακολούθησαν οι -άψογα συνεργαζόμενες, ομολογουμένως- μυστικές υπηρεσίες των ΗΠΑ και της Γαλλίας, προκειμένου, μετά την ήττα της δεύτερης στην Ινδοκίνα, ο έλεγχος της παγκόσμιας αγοράς ηρωίνης να περάσει ομαλά από το Γαλλικό Δίκτυο στην Πράσινη Συμμορία κατ' αρχή και στο Κουόμιντανγκ εν συνεχεία.


Την ίδια περίοδο, η CIA εγκαινίασε συνεργασία και με τους ισλαμιστές που έλεγχαν την παραγωγή οπίου και ηρωίνης δυτικά του Ινδοκούς, κυρίως στο Αφγανιστάν. Η μυστική υπηρεσία των ΗΠΑ από την μια χρηματοδοτούσε και εξόπλιζε τους ισλαμιστές κατά των σοβιετικών κι από την άλλη τους παρείχε κάθε δυνατή βοήθεια στην παραγωγή και στο εμπόριο των ναρκωτικών που παρήγαγαν. Ο Ντέηβιντ Μέλοτσικ, σύνδεσμος της DEA με το κονγκρέσσο των ΗΠΑ, δεν διστάζει να παραδεχτεί, μιλώντας στην San Francisco Chronicle (16/12/1983): "Μπορείτε να πείτε ότι οι αντάρτες βγάζουν τα λεφτά τους από την πώληση του οπίου. Δεν υπάρχει αμφιβολία σ' αυτό. Οι αντάρτες παραμένουν ζωντανοί χάρη στις πωλήσεις του οπίου". Ο Μέλοτσικ παρατηρεί επίσης ότι πάνω από την μισή ηρωίνη που κυκλοφορεί στις ΗΠΑ προέρχεται "από εκείνη την περιοχή", κάτι που καθιστά την στήριξη στους μουτζαχεντίν "δίκοπο σπαθί" (*). Την χρονιά που ο Μέλοτσικ έκανε αυτές τις δηλώσεις στην καλιφορνέζικη εφημερίδα, οι αφγανοί παρήγαγαν πάνω από 400 τόννους οπίου, το μεγαλύτερο μέρος του οποίου μετατράπηκε σε ηρωίνη σε κάποιο πακιστανικό εργαστήριο.

Παράλληλα με το Αφγανιστάν, η CIA αναπτύσσει δεσμούς με το οργανωμένο έγκλημα και στην Λατινική Αμερική. Οι λατινοαμερικανοί εγκληματίες αποδεικνύονται εξαιρετικοί σύμμαχοι σε μια σειρά από δύσκολες δουλειές, όπως:
- δημιουργία, στελέχωση και δράση παρακρατικών οργανώσεων και συμμοριών με σαφή κοινό αντικομμουνιστικό παρονομαστή, που τρομοκρατούν τον απλό κόσμο,
- διενέργεια ανατρεπτικών επιχειρήσεων ή ακόμη και καθοδήγηση πραξικοπημάτων σε χώρες των οποίων οι κυβερνήσεις δεν είναι αρεστές στην Ουάσιγκτον (Κούβα, Νικαράγουα, Χιλή κλπ),
- προβοκατόρικες ενέργειες κάθε μορφής, οι οποίες να δικαιολογούν την στρατιωτική επέμβαση των ΗΠΑ (Παναμάς, Βολιβία, Γρενάδα κλπ).

Ιστορική έχει μείνει η μπανανόφλουδα που πάτησε η CIA με την "Οργάνωση 40". Υποτίθεται ότι αυτή η οργάνωση θα στελεχωνόταν από κουβανούς εξόριστους και θα είχε ως στόχο της την ανατροπή ή και την δολοφονία τού Φιντέλ Κάστρο. Ήταν τόση η σημασία που δόθηκε στην εν λόγω οργάνωση ώστε στην αρχή είχε πρόεδρο τον Ρίτσαρντ Νίξον, τότε αντιπρόεδρο των ΗΠΑ. Αυτή η οργάνωση είναι που ανέλαβε να φέρει εις πέρας την πλήρως αποτυχημένη επέμβαση στον Κόλπο των Χοίρων. Δυστυχώς για την CIA, ανεξάρτητες έρευνες της αστυνομίας απέδειξαν περί τα τέλη της δεκαετίας του '60 ότι η "Οργάνωση 40" είχε καταντήσει βιτρίνα για την δράση ενός μεγάλου εγκληματικού συνδικάτου εμπορίας ηρωίνης και κοκαΐνης.

Εν πάση περιπτώσει, τόσο εκτός συνόρων όσο και εντός (κυρίως εκεί), η CIA όχι απλώς συνεργάζεται με το οργανωμένο έγκλημα αλλά φροντίζει και για την κάλυψη και για την ασφάλεια των συνεργατών της. Έχουν αποκαλυφθεί δεκάδες περιπτώσεις στις οποίες διακινητές ναρκωτικών συλλαμβάνονται από την αστυνομία αλλά δεν προσάγονται ποτέ σε δίκη λόγω παρέμβασης της CIA. Είναι επόμενο, λοιπόν, ότι η στάση των μυστικών υπηρεσιών απέναντί τους αποθράσυνε τους εγκληματίες, οι οποίοι απέκτησαν την δυνατότητα για πολλά πράγματα που κάποτε θεωρούνταν αδιανόητα γι' αυτούς, όπως ενδεικτικά:
- ίδρυση παρακρατικών οργανώσεων με την ευλογία του κράτους,
- παρέμβαση στην άσκηση πολιτικής, ακόμη και με την συμμετοχή τους σε εκλογικές διαδικασίες,
- ανάληψη εκτέλεσης τρομοκρατικών ενεργειών κατά παραγγελία της εκάστοτε εξουσίας.

Αυτό το τελευταίο έχει ιδιαίτερη σημασία. Κατά την μετασοβιετική εποχή, η κρατική εξουσία και το οργανωμένο έγκλημα επανέφεραν βελτιωμένο το μόττο των μυστικών υπηρεσιών της μεταπολεμικής περιόδου "όπλα για ναρκωτικά και ναρκωτικά για όπλα". Τώρα η συνεργασία γίνεται στην βάση "ναρκωτικά για τρομοκρατία και τρομοκρατία για ναρκωτικά". Με αγαστή σύμπνοια, οι δυο πλευρές κατάφεραν να κατασκευάσουν δυο μείζονες απειλές κατά της ανθρωπότητας, τα ναρκωτικά και την τρομοκρατία, διατηρώντας για τον εαυτό τους το εργολαβικό καθήκον να προστατεύουν την κοινωνία από τις απειλές αυτές. Ένα καθήκον που υπηρετούν με ιδιαίτερη ευχαρίστηση, αφού έτσι ισχυροποιούνται ακόμη περισσότερο.

Πριν ολοκληρώσουμε, οφείλουμε να κάνουμε μια σύντομη μνεία στην περίπτωση του Πάμπλο Εσκομπάρ και των κολομβιανών καρτέλ, μια ιστορία όχι τόσο άγνωστη. Η μεγάλη διαφορά του Εσκομπάρ από τον Λουτσιάνο, τον Γιουεσένγκ, τον Σπιριτό κλπ είναι ότι προσπάθησε να γίνει ο ίδιος πολιτική εξουσία. Με άλλα λόγια, πλήρωσε το ότι υπερέβη τα εσκαμμένα και θέλησε να μπει σε ξένα χωράφια. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι η αμφισβήτηση του Εσκομπάρ ακόμη και από τους "συναδέλφους" του άρχισε ταυτόχρονα με την είσοδό του στην πολιτική. Αν ο δον Πάμπλο μελετούσε προσεκτικά τον βίο και την πολιτεία π.χ. του Γιουεσένγκ, ο οποίος, αν και έγινε ο ισχυρότερος άνθρωπος στην Κίνα, δεν διεκδίκησε ποτέ πολιτικό θώκο, οι επιλογές του και, συνακόλουθα, το φινάλε του, θα ήσαν σίγουρα διαφορετικά.

Εν πάση περιπτώσει, η ιστορία του Εσκομπάρ αφήνει ένα δίδαγμα: πολιτική και έγκλημα μπορεί να συνεργάζονται αλλά διατηρούν τις θέσεις τους χωριστά. Η ισχύς τους έγκειται ακριβώς στο ότι ο ένας είναι σύμμαχος του άλλου. Μπορεί η ένωσή τους να φαίνεται ελκυστική επειδή δείχνει να δημιουργεί κάτι ισχυρό αλλά ταυτόχρονα εξαφανίζει τον μόνο σύμμαχο, κάτι που ανοίγει τον δρόμο σε νέους εχθρούς. Για να λειτουργήσει σωστά το σύστημα, λοιπόν, πρέπει οι δυο ρόλοι να μείνουν διακριτοί. Σαν τις μπαταρίες, που είναι λειτουργικές όσο οι δυο πόλοι τους παραμένουν ανεξάρτητοι και καταστρέφονται όταν τους γεφυρώσεις.


Ο αρχιμαφιόζος Σαμ Τζιανκάνα (αριστερα) συνομιλεί με τον Φρανκ Σινάτρα.


Κάπου εδώ η αφήγησή μας φτάνει στο τέλος της. Φυσικά, υπάρχουν πολλά ακόμη που θα μπορούσαν να ειπωθούν (π.χ. για την συνεργασία των μυστικών υπηρεσιών Βρεττανίας και ΗΠΑ με την Μουσουλμανική Αδελφότητα της Αιγύπτου κατά την δεκαετία του '70, προκειμένου να "νουθετηθεί" ο Ανουάρ Σαντάτ) αλλά δεν γίνεται να αναφερθούμε στα πάντα.

Θα κλείσουμε ανάλαφρα, με μια αναφορά στον γνωστό μας -και αγαπημένο, ως φωνή- Φρανκ Σινάτρα, αποδεδειγμένα μέλος της σιτσιλιάνικης μαφίας, επιστήθιο φίλο τού Τσάρλι "Λάκυ" Λουτσιάνο, κολλητό των αρχιμαφιόζων Σαμ Τζιανκάνα και Τζόζεφ "Ντοκ" Στάτσερ, ανηψιό του γκάνγκστερ Μπέημπ Γκαβαρράντε και συνεργάτη του μαφιόζου Γουίλλυ Μορρέττι, ξαδέρφη του οποίου ήταν η πρώτη του σύζυγος Νάνσυ Μπαρμάτο. Ο φάκελλος που είχε φτιάξει το FBI για τον Φράνκι περιλάμβανε -ούτε λίγο ούτε πολύ- 2.403 σελίδες. Και όμως, ο Φράνκι ποτέ δεν πήγε κατηγορούμενος, λόγω έλλειψης... αδιάσειστων αποδείξεων! Ο ισχυρισμός κάποιων πως καταλυτικό ρόλο στην ασυλία του έπαιξε το γεγονός ότι η CIA χρησιμοποιούσε το ιδιωτικό αεροπλάνο τού Σινάτρα για τις μυστικές αποστολές πρακτόρων, εγγράφων ή δεμάτων της, ελέγχεται ως κακοήθης...


--------------------------------------------




Cogito Ergo Sum

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου