Παρασκευή, 16 Ιουνίου 2017

Αν ο βασικός στόχος του προγράμματος που έχουν επιβάλει οι δανειστές στην Ελλάδα, εξακολουθεί να ισχύει. .. τότε


του Κώστα Μελά

Πολλές φορές , τις περισσότερες θα έλεγα, η συναγωγή συμπερασμάτων για τις μελλοντικές εξελίξεις στηρίζεται στα υπάρχοντα δεδομένα (όσο μπορούμε να τα θεωρούμε ως δεδομένα) , στους στόχους που έχουν τεθεί , στα μέσα και στους τρόπους που έχουμε στη διάθεσή μας για να επιτύχουμε τους στόχους. Με βάση τις απλές αυτές σκέψεις ας δούμε πως μπορούμε να προσεγγίσουμε τις εξελίξεις στο  οικονομικό πρόγραμμα που ακολουθεί η Ελλάδα.

Είναι γνωστό ότι, η Ελλάδα ακολουθεί ένα πρόγραμμα οικονομικής πολιτικής (συνεχούς δημοσιονομικής προσαρμογής με αφόρητη λιτότητα) που τις έχουν επιβάλλει οι δανειστές.

Ο  τελικός στόχος του προγράμματος είναι απλός: να είναι σε θέση η Ελλάδα να αναχρηματοδοτήσει τις υποχρεώσεις της , μόνη της, μετά τη λήξη του προγράμματος (20 Αυγούστου). Επομένως , με κάποιο τρόπο , η Ελλάδα θα πρέπει να έχει βγει στις χρηματοπιστωτικές αγορές , κατ’ αρχάς , δοκιμαστικά, για να τεστάρει το κόστος δανεισμού της και τις δυνατότητές της να εκπληρώσει αυτό το στόχο.

Φαντάζει πολύ δύσκολο έως αδύνατον η Ελλάδα να μπορέσει να αναχρηματοδοτήσει, επί σειρά ετών τις υποχρεώσεις της, χωρίς τη βοήθεια θεσμικών παραγόντων , όπως η ΕΚΤ ή ο ESM.  Αυτό είναι γνωστό σε όλους. Πρωτίστως στους δανειστές.

Επομένως, ορθολογικά σκεπτόμενοι ως προς τον στόχο του προγράμματος, και όχι γενικά και αόριστα «ορθολογικά», χωρίς δηλαδή να δώσουμε  σαφές περιεχόμενο στην έννοια της ορθολογικότητας στην συγκεκριμένη περίπτωση  που αναφερόμαστε, θα πρέπει να διευκολύνουν την Ελλάδα να επιτύχει στο βασικό στόχο του δικού τους προγράμματος.  Αυτό, μεταφραζόμενο σε απλά ελληνικά, σημαίνει ότι : είτε θα βρουν τρόπο να διευκολύνουν την ΕΚΤ να εντάξει τα ελληνικά ομόλογα στην  πολιτική της πιστωτικής χαλάρωσης στις αρχές του 2018, είτε θα βρουν τρόπο να την διευκολύνουν μέσω κάποιας προληπτικής πιστοληπτικής γραμμής ή μέσω κάποιων άλλων ευρωπαϊκών εγγυήσεων.  

Αν δεν συμβεί αυτό, στην ουσία δεν μπορεί να επιτευχθεί ο κύριος στόχος του προγράμματος των δανειστών. Συνεπώς, θα πρέπει κάποιος να αναλάβει , εκ νέου την χρηματοδότηση της Ελλάδος και δεν νομίζω ότι η Γερμανία σκέφτεται αυτή την κατάληξη ως την επιθυμητή λύση από τη στιγμή που αρνείται πεισματικά να δεχθεί μια σωστή αναδιάρθρωση του ελληνικού δημοσίου χρέους.
Τώρα, ακούγονται λανθασμένες απόψεις ως προς το κόστος της αναχρηματοδότησης σε σχέση με το σημερινό κόστος που φέρει το χρέος που πρέπει να αναχρηματοδοτηθεί τουλάχιστον μέχρι το 2022. Το κόστος του χρέους που χρειάζεται να αναχρηματοδοτηθεί,  σύμφωνα με τους υπολογισμούς , κυμαίνεται γύρω στο 4,5-4,7%. Πρόκειται για τα ομόλογα που παρακρατούν η ΕΚΤ και οι ιδιώτες ομολογιούχοι που δεν υπέστησαν το PSI , το ομόλογο που εξέδωσε η κυβέρνηση Σαμαρά –Βενιζέλου καθώς και τα δάνεια του ΔΝΤ. Άρα ο δανεισμός με επιτόκιο κάτω από 5,0% δεν θα επιφέρει ανυπέρβλητο επιβαρυντικό κόστος. 

Όλα τα παραπάνω ισχύουν υπό την αίρεση, ότι ο βασικός στόχος του προγράμματος εξακολουθεί να είναι η αναχρηματοδότηση του ελληνικού χρέους από τις αγορές μετά τη λήξη του προγράμματος.




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου