Κυριακή, 18 Ιουνίου 2017

Η λύση, η ρήξη και τα... μυστήρια

Το Ποντίκι


του Σταύρου Χριστακόπουλου
Σε εξαιρετικά οριακή φάση βρίσκεται η διαπραγμάτευση της κυβέρ­νησης με τους δανειστές της χώρας για την επίτευξη μιας συμφωνίας πολιτικά διαχειρίσιμης από όλους στα ζητήματα της δεύτερης αξιολόγησης, της ρύθμισης του χρέους και της συμπερίληψης των ελληνικών ομολόγων στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ.
Στην πραγματικότητα, από την πλευρά των δανειστών, και κυρίως της Γερ­μανίας, στο τραπέζι βρίσκεται μόνο η ολοκλήρωση της αξιολόγησης, η οποία θα συνοδευτεί από την εκταμίευση μιας δανειακής δόσης ύψους 7 δισ. ευρώ - ώστε να αποπληρωθούν τον Ιούλιο ομόλογα της ΕΚΤ -, που υπό όρους μπορεί να αυξηθεί (με ανώτατο όριο τα 11 δισ. ευρώ) ώστε να αποπληρωθούν χρέη του Δημοσίου προς την αγορά.
Όμως το κλίμα έχει οξυνθεί τόσο, ώστε ο Αλέξης Τσίπρας, ο οποίος τελικά θα αποφασίσει για την αποδοχή της όποιας πρότασης των δα­νειστών, βρίσκεται μπροστά σε ένα δίλημμα: Ή λύση - η οποία να δίνει διέξοδο στη χώρα προς τις αγορές - ή ρήξη στο Eurogroup και παραπο­μπή του θέματος προς επίλυση στη Σύνοδο Κο­ρυφής των χωρών της ευρωζώνης στις 22 του μηνός, στο περιθώριο της Συνόδου Κορυφής της Ε.Ε.

Τα εμπόδια
Προφανώς μια συμφωνία που θα σηματοδο­τούσε την προοπτική της εξόδου της Ελλάδας στις αγορές θα ήταν ό,τι ακριβώς χρειάζεται αυ­τήν την ώρα η ελληνική κυβέρνηση για να θε­ωρηθεί ότι έλαβε κάποιο κέρδος από την πο­λύμηνη διαπραγμάτευση - πέρα βεβαίως από το κλείσιμο της αξιολόγησης και την καταβολή της δόσης. Μια συμφωνία αυτού του είδους θα αποτελούσε το πραγματικό «αντίμετρο» σε όσα βαριά - για φορολογουμένους και συ­νταξιούχους - μέτρα αναγκάστηκε να λά­βει το προηγούμενο διάστημα.
Ωστόσο τα πράγματα μόνο απλά δεν είναι:
1. Η περίφημη γαλλική πρότα­ση για σύνδεση της ανάπτυ­ξης με την εφαρμογή μέτρων για το χρέος ούτε λεπτομερής είναι ούτε μπορεί, σε αυτήν τουλάχι­στον τη φάση, να γίνει αποδεκτή από τη Γερμανία. Η αντίληψη που επικρατεί στο Βερολίνο είναι ότι δεν μπορεί να παίρνει μέτρα με δημοσιονο­μικό κόστος κάθε φορά που οι... «ανεπρόκοποι Έλληνες» δεν εφαρμόζουν τις μεταρρυθμίσεις και δεν προχωράει η ανάπτυξη. Τελεία.
2. Η ΕΚΤ δεν αποδέχεται τη συμπερίληψη των ελληνικών ομολόγων στην ποσοτική χαλάρωση QΕ) χωρίς σαφή και τιμολογημένα μέτρα που θα καθιστούν το χρέος βιώσιμο. Τέ­τοια μέτρα η Γερμανία δεν επιθυμεί σε αυτήν τη φάση, ενώ επιπλέον έχει επιτύχει την υπο­χώρηση του ΔΝΤ και της Κομισιόν από παρό­μοιες αξιώσεις, τουλάχιστον μέχρι τις επόμενες εκλογές.
Η διατύπωση «εάν χρειαστεί» (λήψη πε­ραιτέρω μέτρων για το ελληνικό χρέος), την οποία η Ελλάδα διεκδικεί να αποσυρθεί, ώστε να καταστεί η δέσμευση ισχυρότερη, θα πα­ραμείνει ως προϋπόθεση, διότι για τη Γερμα­νία θεωρείται το «θεμέλιο» της συμφωνίας του Μαΐου του 2016.
Οι κίνδυνοι
Τι σημαίνουν τα παραπάνω; Ότι η πρόταση για ανακοινωθέν του Εurogroup που θα εμφα­νιστεί στο τραπέζι, κατά πάσα πιθανότητα, θα εγκρίνει μεν το κλείσιμο της αξιολόγησης και την εκταμίευση της δόσης, αλλά δεν θα απο­δέχεται τα υπόλοιπα ελληνικά αιτήματα. Σε αυ­τήν την περίπτωση ο Τσίπρας ή την αποδέχεται - και άρα την υπογράφει ο Τσακαλώτος - ή την απορρίπτει επιδιώκοντας μια Σύνοδο Κορυφής της ευρωζώνης. Στην περίπτωση αυτήν, οι κίν­δυνοι είναι ουκ ολίγοι:
Η απόρριψη της πρότασης συμπαρασύρει την αξιολόγηση και τη δόση.
Το ΔΝΤ, από την επόμενη κιόλας μέρα, θέτει ζήτημα αλλαγής των προβλέψεων για την ελ­ληνική οικονομία ή δημοσιεύει μια δραματικά αρνητική έκθεση βιωσιμότητας του χρέους και θέτει νέα προαπαιτούμενα για τη συμμετοχή του στο πρόγραμμα.
Οι Ευρωπαίοι θεωρούν - σε ένα ακραίο σε­νάριο - ότι η απόρριψη της πρότασής τους από την Ελλάδα σημαίνει και απόρριψη της συμφω­νίας του Μαΐου του 2016 για επιπλέον μέτρα για το χρέος «εάν χρειαστεί». Πόσο πιθανό είναι να συμβεί κάτι τέτοιο; Ουδείς γνωρίζει.
Σε κάθε σενάριο από τα παραπάνω, προφα­νώς, καταστρέφεται κάθε πιθανότητα ομαλής εξέλιξης στην ελληνική οικονομία.
Γιατί ρήξη;
Δεδομένων των κινδύνων, γιατί η ελληνική κυβέρνηση και ο πρωθυπουργός παίρνουν το ρίσκο της απειλής για ρήξη στο Εurogroup και επιδίωξη Συνόδου Κορυφής, η οποία είναι πι­θανό να μη γίνει καν αποδεκτή; Τίποτε δεν είναι ξεκάθαρο αυτήν την ώρα. Μόνο εικασίες δια­τυπώνονται:
1. Ο Τσίπρας επιχειρεί, παρότι δεν θέλει ρήξη, να διατηρήσει ένα κλίμα αγωνίας ώστε να κατευνάσει όσους στο κόμμα του επιθυμούν το χρέος ως πολιτική ανταμοιβή για τα σκληρά μέτρα που ψήφισαν.
2. Η κυβέρνηση πιέζει έως την τελευταία ώρα είτε για υψηλότερη δόση είτε για σαφέστε­ρες διατυπώσεις περί «αναπτυξιακού πακέτου» και αισιόδοξης προοπτικής για την ελληνική οι­κονομία, η οποία θα επιτρέψει την έξοδο στις αγορές ακόμη και χωρίς την ποσοτική χαλάρω­ση.
3. Η κυβέρνηση θεωρεί ότι οι εταίροι και δα­νειστές - ή κάποιοι από αυτούς - την εξαπάτησαν στο θέμα του χρέους και επιχειρεί να διεθνοποιήσει το ζήτημα ώστε αυτό να παρα­μείνει ενεργό στην επόμενη φάση.
4. Η κυβέρνηση πιστεύει ότι η δόση είναι σε κάθε περίπτωση εξασφαλισμένη και ότι δόση και αξιολόγηση μπορούν να διαχωριστούν από το θέμα του χρέ­ους και του QΕ.
5. Ο Τσίπρας θεωρεί - σε ένα ε­ντελώς ακραίο σενάριο - ότι μια πραγματική ρήξη με τους δανει­στές διαμορφώνει το έδαφος για πρόωρη προσφυγή στις κάλπες, είτε τώρα είτε το φθινόπωρο. Στο εν­δεχόμενο αυτό θα πρέπει η Ελλάδα να πληρώσει το χρέος του Ιουλίου στην ΕΚΤ εξ ιδίων πόρων και να συντηρήσει τη δια­μάχη έως τις γερμανικές εκλογές.
Το βέβαιο είναι ότι - όπως έδειξε και η προ­κλητική προσωπική επίθεση του Σόιμπλε στον Τσίπρα την Τρίτη - η Γερμανία προς το παρόν παραμένει αμετακίνητη. Ίσως μάλιστα ο Γερμα­νός ΥΠΟΙΚ να προσεύχεται νυχθημερόν για μια μείζονα σύγκρουση απόψε το βράδυ...


Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ, τεύχος 1973 στις 15-6-2017

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου