Σάββατο, 10 Ιουνίου 2017

Η Αριστερά απέναντι στο Έθνος 1


του Λουκά Αξελού

ΙΣΤΟΡΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΠΟΛΥΣΗΜΙΑ

Έθνος και Αριστερά. Εθνικό και Κοινωνικό Ζήτημα. Πατριωτισμός – Εθνικισμός – Διεθνισμός. Άμπωτις και πλημμυρίδα που διαμορφώνουν σε σταθερή και συνεχώς ανανεούμενη και ανατροφοδοτούμενη βάση ένα από τα σημαντικότερα «παλιρροϊκά φαινόμενα» της ιστορικής περιόδου μετά την Αμερικάνικη, Γαλλική και Ελληνική Επανάσταση.

Προφανές, λοιπόν, ως εκ τούτου είναι ότι ένα τέτοιο κείμενο δεν μπορεί με επάρκεια να ανταποκριθεί στις συνολικές απαιτήσεις του θέματος. Δεν είναι, άλλωστε, στις προθέσεις μου να ασχοληθώ με το πλήθος των παραμέτρων που καλύπτουν το εν λόγω θέμα. Τέλος, αν και αυτονόητο, οφείλω να τονίσω ότι σε έννοιες πυκνές από ιστορικό, εθνικό, κοινωνικό, γλωσσικό και πολιτισμικό περιεχόμενο, όπως λ.χ. το Έθνος είναι θεμιτό, αν όχι αναγκαίο, να επισημάνω ότι χωρούν περισσότερες της μίας διατυπώσεις.
Ενδεικτικά και μόνον, χωρίς πρόθεση περαιτέρω ανάλυσης, θα σταθώ στην πολυσημία που αφετηριακά φορτίζει την ελληνική λέξη έθνος και την σχετική διαφοροποίησή της από την αντίστοιχη λατινική λέξη natio. H λέξη natio στα Λατινικά σημαίνει γέννηση και κατ’ επέκτασιν γένος, φυλή (Nascor σημαίνει γεννώμαι).

Αυτός είναι ο αφετηριακός πυρήνας που υιοθετήθηκε από όλες ουσιαστικά τις λατινογενείς ευρωπαϊκές γλώσσες και γι’ αυτό η λέξη έθνος στα Iταλικά είναι nazione, στα Γαλλικά nation, στα Αγγλικά nation, στα Ισπανικά naciün, στα Καταλανικά naciü, στα Πορτoγαλικά naăoστα Γερμανικά, Σουηδικά, Δανικά nation, ενώ στα Ολλανδικά natie και στα Ρουμανικά natiune.
Βλέπουμε, λοιπόν, ότι στην κυρίαρχη ευρωπαϊκή παράδοση η έννοια του έθνους ως nationazione/nation κ.λπ., ανάγεται στην έννοια της γέννησης, του γένους, της φυλής με ό,τι αυτό στη συνέχεια συνεπάγεται, σε αντίθεση (μερική και όχι πλήρη, φυσικά) με την συνώνυμη στα Ελληνικά λέξη έθνος που εμπερικλείει και μιαν ισχυρή πολιτισμική διάσταση.
Γιατί η ομηρική λέξη έθνος είχε αφετηριακά την σημασία της «ομάδας» και δήλωνε, πιο συγκεκριμένα, ανθρώπους με κοινά ήθη, συνήθειες και γλώσσα, πράγμα που οφειλόταν σε κοινή καταγωγή. (Ετοιμολογικά, άλλωστε, η λέξη έθνος ανάγεται σε μια ρίζα εθ απ’ όπου και παράγονται οι λέξεις έθ-ος/έ-θιμο).
Η τοποθέτηση του Ηροδότου «αὖτις δὲ τὸ Ἑλληνικὸν ἐὸν ὅμαιμον τε καὶ ὁμόγλωσσον καὶ θεῶν ἱδρύματά τε κοινὰ καὶ θυσίαι ἤθεά τε ὁμότροπα» (Ιστορίαι, Η΄ Ουρανία, 144), δίνει σε αφετηριακό επίπεδο την ορθή κατά βάση ανάγνωση της πολυσημίας του ζητήματος. Η άποψη του Ισοκράτη «Ἕλληνας καλεῖσθαι τοὺς τῆς παιδεύσεως τῆς ἡμετέρας ἤ τοὺς τῆς κοινῆς φύσεως μετέχοντας» (Πανηγυρικός, ΙΓ΄ 50), συμπληρώνει και ολοκληρώνει την όλη οπτική, δίνοντας σε πυρηνικό επίπεδο και αφετηριακά μιαν άλλη προσέγγιση στην έννοια του έθνους που απέχει αισθητά από την λατινική-λατινογενή-δυτική τελικά εκδοχή του natio, που αφήνει περιθώρια στην εκτροπή στον φυλετισμό και τα συνεπαγόμενά του.

Αχίλλειος πτέρνα

Η εισαγωγική μου αναφορά, στόχο έχει να επισημάνει το γεγονός ότι η ιστορικότητα και η πολυσημία του φαινομένου δεν προσφέρεται για εύκολες – «καθαρές» προσεγγίσεις. Το 1988 ο Νορμπέρτο Μπόμπιο σε μια συνέντευξή του στο περιοδικό «Τετράδια» είχε εμφαντικά διατυπώσει την άποψη ότι δεν υπάρχει ένας ορισμός του σοσιαλισμού (αλλά και της Αριστεράς θα συμπλήρωνα εγώ) και αρκέστηκε να αναφερθεί στον «δικό του».
Θεωρώντας «φρόνιμη» την τοποθέτηση, θα συμπλήρωνα, λοιπόν, ότι είναι σημαντικό να κατανοήσουμε ότι όπως στις έννοιες του σοσιαλισμού και της Αριστεράς χωρούν περισσότερες της μιας διατυπώσεις, το ίδιο ακριβώς ισχύει και για τον πατριωτισμό, τον εθνισμό, τον εθνικισμό, τον διεθνισμό και το εθνικό ζήτημα.
Όπως, επίσης, είναι αναγκαίο να συνειδητοποιήσουμε ότι το Εθνικό Ζήτημα αποτελεί την αχίλλειο πτέρνα όχι μόνο της εγχώριας Αριστεράς, αλλά και των πλείστων παλαιών και νέων σχημάτων που γεννήθηκαν κάτω από την επίδραση μαρξικών ή αναρχικών θεωριών.
Δεν είναι η πρώτη φορά που επισημαίνω πόσο είναι αληθινή η διαπίστωση ότι σημαντική μερίδα που εκτείνεται από τους οπαδούς του τριτοδιεθνιστικού σοσιαλισμού μέχρι και τη σοσιαλδημοκρατία ή τα αναρχικά και τεταρτοδιεθνιστικά άκρα, αδυνατεί να κατανοήσει την πραγματικότητα: ότι η πατριωτική-εθνική συνείδηση ήταν και είναι κάτι απτό, που ήταν και είναι πολύ πιο σταθερό και ισχυρό από τη μεταβλητή και ρευστή κοινωνική συνείδηση, πάνω στην οποία στηρίχθηκε μανιχαϊστικά η εσχατολογική αντίληψη για τους προλετάριους που δεν έχουν πατρίδα.
Κι ας επιβεβαιώνει η ίδια η ζωή καθημερινά την αγεφύρωτη αντίθεση ανάμεσα στη θεωρία και την ιστορική πραγματικότητα. Πραγματικότητα που πολύ αδρά επικυρώνει το γεγονός ότι οι άνθρωποι, ανεξάρτητα από το σε ποια κοινωνική τάξη ανήκουν, γεννιούνται από συγκεκριμένους και φυλετικά προσδιορισμένους γονείς φορείς μιας ορισμένης γλώσσας, θρησκείας και κουλτούρας. Μεγαλώνουν βιώνοντας την καθημερινότητα σε ένα συγκεκριμένο ιστορικό και γεωγραφικό χώρο, ο οποίος αμετάκλητα τους σφραγίζει θετικά και αρνητικά, με προτερήματα, ελαττώματα και διάφορα «πιστεύω». Και ότι ο χώρος αυτός, που δεν είναι άλλος από την πατρίδα στην οποία ζουν, εργάζονται, ερωτεύονται, παντρεύονται και πεθαίνουν, έχει γι’ αυτούς εκείνο το μοναδικό-ανεπανάληπτο στοιχείο που λειτουργεί, από ένα σημείο και πέρα, και ως στοιχείο συνειδητής επιλογής, δηλαδή στοιχείο αυτοπροσδιορισμού, αυτοδιάθεσης και ελευθερίας.
Και αυτό χωρίς –φυσικά– να γίνεται καμιά υπερ-ιστορική προσέγγιση που θα ήθελε να ταυτίσει το σύγχρονο συγκεντρωτικό κράτος με το έθνος. Και χωρίς –φυσικά– να παραγνωρίζονται τα χρονικά όρια που το φαινόμενο εμφανίζεται ιστορικά, κάνοντας διακριτά τα σημεία διαφοροποίησης από τις ανεπαρκείς αντιλήψεις που ταυτίζουν το έθνος με το γένος ή τη φυλή. Ή που το αντιλαμβάνονται ως αμιγές προϊόν της βιομηχανικής κοινωνίας, όπως εύστοχα επισημαίνει και ο Νίκος Πουλαντζάς.

Πατριωτισμός και εθνικισμός

Ο εθνικισμός δεν ταυτίζεται ούτε χρονικά, ούτε περιεχομενικά με τον πατριωτισμό. Οι ρίζες του πατριωτισμού είναι πολύ βαθιά χαμένες στο χρόνο. Αλλά και στην πιο πρόσφατη περίοδο όπου ο εθνικισμός και ο πατριωτισμός συνυπάρχουν, ο εθνικισμός αποτελεί εν μέρει ξεχωριστή-ειδική κατηγορία πατριωτισμού, που έχει πολλά κοινά αλλά και πολλά αποκλίνοντα στοιχεία με τον πατέρα του. Στοιχεία που καθορίζονται εν πολλοίς από τη σύγχρονη ιστορική, κοινωνική, πολιτική, εκπαιδευτική, οικονομική και πολιτισμική πραγματικότητα των τριών τελευταίων αιώνων.
Αν η βαθιά αγάπη των ανθρώπων για τον τόπο τους, αν η συνείδηση ότι το χώμα που σκεπάζει τα κόκαλα των προγόνων τους και αποτελεί διαχρονικό στίγμα της ύπαρξής τους (Αυτό το χώμα είναι δικό τους και δικό μας), αν η επίγνωση ότι η κοινή ιστορία τους ως παρελθόν και παρόν καθορίζει –σε μεγάλο βαθμό– και το πεπρωμένο τους ως μέλλον, αν η εμμονή τους στα κοινά ήθη και έθιμα, αν η διαπίστωση ότι μόνο η μητρική τους γλώσσα μπορεί να δώσει και να εκφράσει ό,τι πιο άθλιο και μεγαλειώδες περικλείει ο ψυχικός τους κόσμος είναι στοιχεία φανταστικά ή αρνητικά, αν η φράση του πολύγνωμου Οδυσσέα «εἰπέ μοι εἰ ἐτεόν γε φίλην ἐς πατρίδ’ ἱκάνω», δεν είναι εντελώς ίδια με αυτήν που είπε, λέει και θα πει κάθε πρόσφυγας, ξενιτεμένος ή ξεριζωμένος μετανάστης, κάθε Ιρακινός, Παλαιστίνιος, Κούρδος ή Ελληνοκύπριος μόλις ξαναντικρίσει τη γη των πατέρων του, τότε πραγματικά έχουμε να κάνουμε με μια γιγαντιαία υπέρ του πατριωτισμού απάτη, που μας ταλαιπωρεί από τότε που η ανθρωπότητα πέρασε από την προϊστορία στην ιστορία.
Αυτή η ουσιαστική, λοιπόν, ταύτιση των ανθρώπων με τον χώρο στον οποίο ζουν, τον πολιτισμό που από κοινού βιώνουν και συνδιαμορφώνουν, την κοινή παιδεία (…Ἕλληνας καλεῖσθαι τοὺς τῆς παιδεύσεως τῆς ἡμετέρας ἤ τοὺς τῆς κοινῆς φύσεως μετέχοντας), αλλά και η συνείδηση και βούληση να τα διεκδικούν ως πυρηνικά στοιχεία της ανθρώπινης (ατομικής και συλλογικής) ταυτότητάς τους, αποτελεί το πλέον υλικό-υλιστικό στοιχείο της υπάρξεώς τους. Αυτό ακριβώς το στοιχείο προσπάθησαν και προσπαθούν να αναιρέσουν οι οπαδοί του ά-χρονου και ά-τοπου «διεθνισμού», ερχόμενοι σε πλήρη διάσταση με την πραγματικότητα και την επιστήμη.
Επεδίωξαν, με δυο λόγια, να θέσουν κάτω από μια λογική ιδεολογικής προκατασκευής, αυτό που αποτελούσε στοιχείο άρνησης των προκατασκευών, στοιχείο διαφορετικότητας και ελευθερίας. Αυτό που αναγκαστικά, λόγω της αφετηριακά πλουραλιστικής του βάσης και ποικιλομορφίας, αποτέλεσε το σύγχρονο ιστορικό φρένο στα ολοκληρωτικά μοντέλα.

Το ταχυδρομικό λάθος!

Γι’ αυτό και είναι εύστοχη η διαπίστωση του Tom Nairn ότι: «Η θεωρία του εθνικισμού αντιπροσωπεύει τη μεγάλη ιστορική αποτυχία του μαρξισμού». Αυτή τη μεγάλη ιστορική αποτυχία του μαρξισμού εντοπίζει και ο Έρνεστ Γκέλλνερ, όταν με εξαιρετική γλαφυρότητα και βρετανικό χιούμορ γράφει χαρακτηριστικά:
«Ακριβώς όπως οι εξτρεμιστές σιίτες μουσουλμάνοι διατείνονται πως ο Αρχάγγελος Γαβριήλ έκανε λάθος δίνοντας το Μήνυμα στον Μωάμεθ, ενώ αυτό προοριζόταν για τον Αλί, έτσι και οι μαρξιστές αρέσκονται κατά βάσιν να νομίζουν πως το πνεύμα της ιστορίας ή η ανθρώπινη συνείδηση έκανε μια τρομερή γκάφα. Το αφυπνιστικό μήνυμα προοριζόταν για τις τάξεις, λόγω όμως κάποιου τρομερού ταχυδρομικού λάθους δόθηκε στα έθνη. Είναι τώρα αναγκαίο οι στρατευμένοι επαναστάτες να πείσουν το λανθασμένο παραλήπτη να παραδώσει το μήνυμα, μαζί με το ζήλο που αυτό γεννά, στο δικαιούχο παραλήπτη, για τον οποίο προοριζόταν. Η απροθυμία τόσο του δικαιούχου όσο και του σφετεριστή παραλήπτη να εκπληρώσουν αυτή την επιταγή προκαλεί και ερεθίζει πολύ τον ακτιβιστή».
Όμως παρ’ όλο που η πραγματικότητα της Νέας Τάξης έθεσε για άλλη μια φορά επί τάπητος το πρόβλημα της αυτοδιάθεσης των λαών, εντούτοις μερίδες της Αριστεράς, μένοντας αγκυλωμένες στη λογική των παραδοσιακών τους αναλύσεων, ερμήνευσαν τα γεγονότα με βασικό κριτήριο την πολιτική και οικονομικοκοινωνική διάσταση, παραγνωρίζοντας για άλλη μια φορά την εθνική-πολιτισμική.
Είδαν, δηλαδή, πάλι τα ζητήματα από τη μια πλευρά τους. Κι όμως, η έναρξη της οριστικής κρίσης του συστήματος ήταν η επιβεβαίωση της άποψης ότι όχι μόνον ο 19ος αιώνας αλλά και ο 20ός αιώνας ήταν αιώνες κυρίως του εθνισμού και του κρατισμού.
Αιώνας, για να θυμηθούμε τα λόγια του Φρειδερίκου Ένγκελς, που δίνει το δικαίωμα στους Πολωνούς εργάτες να είναι πρώτα εθνικιστές και ύστερα διεθνιστές. Γιατί δεν μπορείς να εκφράσεις ουσιαστική διεθνιστική αλληλεγγύη όταν έχεις χάσει ολοκληρωτικά την εθνική σου ευαισθησία, όταν κωφεύεις ή σιωπάς για τα όσα συμβαίνουν σε χιλιάδες αδέλφια σου στην υπό τουρκική κατοχή Κύπρο ή στην Αλβανία.
Ορθώς, λοιπόν, συμπυκνώνοντας τα παραπάνω ο Μανώλης Γλέζος στο σημαντικότερο έργο του Εθνική Αντίσταση 1940-1945, επισημαίνει ότι:
«Τα έθνη όλα έχουν ιστορία. Κάθε λαός έχει και τη δική του ιστορία, βραχύχρονη ή μακρόχρονη. Όλοι οι λαοί έχουν ιστορία. Αντικειμενικά κανένα έθνος δεν γεννιέται σήμερα. Υπάρχει από πολύ καιρό πριν. Η διαδρομή του στο χρόνο, η ιστορία του, αποτελεί το πιο σημαντικό συστατικό στοιχείο της ύπαρξής του. Έθνη χωρίς μνήμη δεν υπάρχουν. Έθνη χωρίς ιστορία είναι ανύπαρκτα. Αλλά η εθνική ιστορία, η συλλογική μνήμη ενός έθνους, παρά τις αλληλεπιδράσεις, είναι ξεχωριστή για κάθε εθνική ολότητα».

Οι τρεις τάσεις

Αυτά είναι, κατά τη γνώμη μου, τα βασικά στοιχεία βάσει των οποίων μπορεί να γίνει μια αφετηριακή κατ’ αρχήν προσέγγιση του εθνικού φαινομένου. Γιατί από εκεί και πέρα οι δρόμοι είναι πολύπλοκοι, αμφίδρομοι και σκολιοί. Κανένα, ίσως, άλλο φαινόμενο δεν αποτελεί κυριολεκτικά ζωντανή αντίφαση, όσο αυτό. Και σε κανένα άλλο, οι «δυο» πλευρές των πραγμάτων, το «αφενός» και το «αφετέρου», δεν σμίγουν και δεν συγκρούονται με τους πιο διαφορετικούς και ιδιόμορφους όρους.
Πατριωτικός, φιλελεύθερος, δημοκρατικός, σοσιαλιστικός, εθνικοαπελευθερωτικός, ρατσιστικός, φασιστικός, εθνικοσοσιαλιστικός, ο εθνικισμός, αλλά και το εθνικό φαινόμενο στις ευρύτερες του προεκτάσεις, υφίσταται ως ένα δυναμικό σύνολο υπαρκτών εκδοχών που εξαιρετικά δύσκολα μπορούμε να το καταγράψουμε και ακόμα δυσκολότερα να το αποτιμήσουμε στη βαθύτερη λογική και λειτουργία του.
Έκφραση συντηρητική αλλά και ριζοσπαστική, μετριοπαθής, αλλά και εξτρεμιστική, εξουσιαστική αλλά και απελευθερωτική, με πολλές φωτεινές και σκοτεινές πλευρές, αποτελεί ένα από τα στοιχεία-κλειδιά που ερμηνεύουν την ανθρώπινη ιστορία. Από το χρονικό σημείο που οι έννοιες του κοινού τόπου-εστίας και του κοινού βίου-πεπρωμένου, αποτελούν σταθερούς άξονες των ανθρωπίνων κοινωνιών.
Ο Νίκος Πουλαντζάς, αντιλαμβανόμενος την πολυπλοκότητα αλλά και την ανεπάρκεια «ενός ορισμένου παραδοσιακού μαρξισμού», είχε ευθαρσώς δηλώσει: «Πρέπει να συνηθίσουμε σε τούτο το ολοφάνερο γεγονός: δεν υπάρχει μαρξιστική θεωρία του έθνους».
Είναι προφανές ότι ουσιαστικά συμμερίζομαι την άποψη αυτή. Εντούτοις, επειδή ποτέ η πραγματικότητα δεν είναι μαύρο-άσπρο θα επιμείνω ότι η αριστερή παράδοση (σε άπασες τις εκδοχές της) είχε και έχει περισσότερες της μιας προσεγγίσεις-πρακτικές και αναγνώσεις.
Γι’ αυτό και θεωρώντας ρεαλιστική κατά βάση την προσέγγιση του γνωστού για τις αναλύσεις του στο Εθνικό Ζήτημα Αμερικανού καθηγητή πολιτικών επιστημών Κόννορ Γουώκερ θα επαναλάβω ότι ο μαρξισμός μας κληροδότησε όσον αφορά το Εθνικό Ζήτημα τρεις τάσεις:
  • Η πρώτη επικεντρώνεται και απολυτοποιεί την αξία της ταξικής συνείδησης και της ταξικής πάλης, στις οποίες δίνει ένα διεθνή-διεθνικό χαρακτήρα, που αντιτίθεται σε κάθε μορφής εθνικισμό.
  • Η δεύτερη ακολουθεί μια εκλεκτικιστική-επιλεκτική πολιτική στήριξης των εθνικών κινημάτων και της αυτοδιάθεσης.
  • Η τρίτη, που φέρει τα χαρακτηριστικά ενός «εθνικού μαρξισμού», «προσγειώνει» το ζήτημα. Το αναλύει με ιστορικούς και συγκεκριμένους γεωγραφικούς/γεωπολιτικούς όρους, που συνδέονται και συνδυάζονται με τα ιδιαίτερα εθνικά χαρακτηριστικά και δίνουν στο έθνος ένα κύριο σημαίνοντα ρόλο ως ιστορικού υποκειμένου στα κοινωνικά και πολιτικά δρώμενα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου