Τετάρτη, 31 Μαΐου 2017

Μεταρρυθμίσεις και τεχνικοί της εξουσίας


Τίποτα δεν μπορεί να γίνει στη χώρα μας αν δεν θεραπευθεί ο μεγάλος ασθενής, το κράτος. Ωστόσο, η μόνη θεραπεία που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια, πλην ελαχίστων περιπτώσεων,  είναι η άκριτη και σπασμωδική υιοθέτηση, υπό την πίεση της Τρόϊκας, κοντόφθαλμων, αποσπασματικών και συχνά ατελέσφορων εμβαλωμματικών λύσεων, που δεν  εντάσσονται σε κανένα σχέδιο ολοκληρωμένης  αντιμετώπισης.

του Γιώργου Σωτηρέλη
Δεν είναι ότι πάσχουμε από έλλειψη προτάσεων. Κάθε άλλο μάλιστα. Οι περισσότερες, όμως, από αυτές προβάλλονται σαν σε πασαρέλα για την ανάδειξη των πιο ελκυστικών και των πιο πιασάρικων.
Η μεγάλη πρόκληση είναι να αναδειχθεί η ειδοποιός διαφορά μεταξύ μιας γνήσια προοδευτικής μεταρρυθμιστικής πολιτικής και μιας φλύαρης και ψευδεπίγραφα ουδέτερης μεταρρυθμιστικής ρητορείας. Έχουμε ζωτική ανάγκη μίας μεταρρύθμισης που θα σηματοδοτήσει την μεγάλη αλλαγή παραδείγματος που έχει ανάγκη η χώρα.
Αυτό όμως απαιτεί, πρώτα και πάνω από όλα, να προσδιορισθούν κάποια σαφή ιδεολογικά και πολιτικά κριτήρια. Ακούμε συχνά ότι τα προβλήματα δεν έχουν χρώμα και άρα και οι μεταρρυθμίσεις δεν πρέπει να έχουν χρώμα.

Κατά την άποψη αυτήν, στο τραπέζι σήμερα υπάρχει μόνο ένα πακέτο μεταρρυθμίσεων. Η πραγματική δε πολιτική διάκριση είναι ανάμεσα σε αυτούς που τις υποστηρίζουν (χαρακτηρίζονται συλλήβδην μεταρρυθμιστές) και σε αυτούς που τις αρνούνται (χαρακτηρίζονται συλλήβδην λαϊκιστές).

Υποβολιμαίο αναμάσημα

Διαφωνώ ριζικά με αυτήν την μονοδρομική και ισοπεδωτική άποψη. Την θεωρώ, στην γενικότητά της, ένα καθυστερημένο και συχνά υποβολιμαίο αναμάσημα των θεωριών περί «τέλους της ιστορίας».
Τα μεγάλα πολιτικά προβλήματα δεν προκύπτουν σαν φυσικά φαινόμενα. Έχουν συγκεκριμένες κοινωνικές αναγωγές και αντανακλούν συγκεκριμένες κοινωνικές αντιθέσεις και ιεραρχήσεις. Κατ’ επέκτασιν και οι μεταρρυθμίσεις που απαιτούνται για την υπέρβασή τους δεν είναι ουδέτερες.
Έχουν συγκεκριμένη ιδεολογική φόρτιση και σαφή κοινωνικοπολιτική στόχευση, που θα εκκινεί από συγκεκριμένο σύστημα αρχών και αξιών. Στο σημείο δε αυτό απαιτούνται κάποιες αποσαφηνίσεις ζωτικής σημασίας:
Είναι αναμφίβολο ότι πράγματι απαιτείται αποφασιστική ρήξη με τον λαϊκισμό, ο οποίος συνθέτει, μαζί με τον πελατειακό κρατισμό και τον συντεχνιασμό, έναν ιδιότυπο και πανταχού παρόντα κοινωνικοπολιτικό καθεστωτισμό. Ωστόσο, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι πίσω από τον αντιλαϊκισμό κρύβονται συχνά οι ολιγαρχικές αντιλήψεις και πρακτικές των «τεχνικών της εξουσίας». Αντιλήψεις που οδηγούν, ταυτόχρονα, στην άρνηση και του ίδιου του λαού, του δημόσιου χώρου και του συνδικαλισμού. Στην άρνηση, δηλαδή, των πλέον σημαντικών αντίβαρων απέναντι στην επαπειλούμενη κυριαρχία των αγορών.
Οι μεταρρυθμίσεις δεν πρέπει να είναι αποκομμένες από τον χώρο του δημοκρατικού σοσιαλισμού, δηλαδή από τον χώρο που συνέδεσε άρρηκτα την κοινωνική ευαισθησία των σοσιαλιστικών ιδεών με τις ιστορικές κατακτήσεις της πολιτικής δημοκρατίας και της ανοιχτής κοινωνίας. Ο χώρος αυτός σε όλη την Ευρώπη αποκαλείται ευρεία Αριστερά και εδώ «Κεντροαριστερά».
Ο χώρος αυτός έχει ως βασικά σημεία αναφοράς τα μεγάλα πολιτικά ρεύματα του πολιτικού φιλελευθερισμού και της σοσιαλδημοκρατίας, όπως μπολιάστηκαν, στη συνέχεια, από την σύντομη άνοιξη του ευρωκομμουνισμού και από το σφρίγος της πολιτικής οικολογίας. Εξακολουθεί δε να αποτελεί τον έναν από τους δύο βασικούς πόλους της πολιτικής ζωής στην Ευρώπη, ως έκφραση της κύριας αντίθεσης που διαπερνά και σήμερα τις σύγχρονες ευρωπαϊκές κοινωνίες, παρά τις προϊούσες ραγδαίες οικονομικές και κοινωνικές αλλαγές.

Αξιακές συγκλίσεις

Σε κάθε εποχή υπάρχουν μεγάλα διακυβεύματα, που ξεπερνούν τα όρια αυτής της αντίθεσης και απαιτούν ευρύτερες αξιακές συναινέσεις και συγκλίσεις. Αυτό άλλωστε συμβολίζουν και οι αυξημένες πλειοψηφίες για την συνταγματική αναθεώρηση. Στην πραγματικότητα, όμως, και σε αυτές τις περιπτώσεις, όπως για παράδειγμα η αντιμετώπιση της Ευρώπης ή της Δημοκρατίας, η όποια σύγκλιση δεν σημαίνει πλήρη ταύτιση και άρα δεν καθιστά άνευ σημασίας τις επί μέρους ιδεολογικές διαφορές.
Η αφετηριακή σύνδεση των προοδευτικών μεταρρυθμίσεων με μια τέτοια δημοκρατική, σοσιαλιστική, πολιτικά φιλελεύθερη και οικολογική Αριστερά, δεν είναι ιδεολογική εμμονή. Είναι η βαθύτατη πεποίθηση ότι αυτή η συγκεκριμένη ευρεία Αριστερά –και όχι η Αριστερά γενικώς και αορίστως– είναι το γνήσιο τέκνο του διαφωτισμού.
Είναι το μόνο πολιτικό ρεύμα που αποσκοπεί σε μια ουσιαστική και ολόπλευρη πραγμάτωση των ιστορικών προταγμάτων του, τα οποία εστιάζονται στον πολιτικό, ατομικό και κοινωνικό αυτοκαθορισμό του ανθρώπου. Κι αυτό, παρά την σημερινή υπαρξιακή κρίση της και την ανάγκη ευρύτατου αναστοχασμού ως προς τις προτεραιότητές της.
Η πολιτική ταυτότητα αυτού του χώρου, όπως τουλάχιστον την αντιλαμβάνομαι εγώ, έρχεται από πολύ μακριά και νομίζω ότι θα πάει και πολύ μακριά, για να θυμηθούμε ένα παλιό σύνθημα. Παρότι άλλαξαν οι καιροί, δεν έχουν εκλείψει οι αιτίες που τον γέννησαν. Κάθε άλλο μάλιστα.
Στην εποχή του αχαλίνωτου καπιταλισμού και του φονταμενταλισμού των αγορών, μια σύγχρονη ευρεία και ανανεωμένη Αριστερά –ή Κεντροαριστερά ή Σοσιαλδημοκρατία για όσους το προτιμούν– με τα συγκεκριμένα πάντως χαρακτηριστικά που προανέφερα, είναι περισσότερο αναγκαία από ποτέ.
Όχι για τη σωτηρία της χώρας, γενικά και αόριστα, αλλά για την γνήσια και δημοκρατικά υπεύθυνη πολιτική εκπροσώπηση. Εκπροσώπηση τόσο των νέων και δυναμικών κοινωνικών στρωμάτων, που μπορούν να αποτελέσουν την εμπροσθοφυλακή μιας μεγάλης φυγής προς τα μπρος, όσο και των παραδοσιακών  κοινωνικών αναφορών αυτού του χώρου.
Εννοώ φυσικά τους ραγδαία πολλαπλασιαζόμενους αδύναμους και κατατρεγμένους αυτής της κοινωνίας. Η βελτίωση της ζωής τους δεν πρέπει ποτέ να πάψει να αποτελεί την πρώτη πολιτική προτεραιότητα, αν η ευρεία Αριστερά δεν θέλει να χάσει την ψυχή της.

Μεταρρυθμίσεις με ταυτότητα

Αφού λοιπόν ο χώρος πρέπει να έχει ταυτότητα και οι θεσμικές μεταρρυθμίσεις πρέπει να έχουν ταυτότητα. Πρέπει να είναι γνήσια και ριζικά προοδευτικές και να συνθέτουν μια συνολική πρόταση αναθέσμισης της χώρας. Αυτό σημαίνει όχι μόνον ανάταξη των θεσμών αλλά και μια νέα θεσμική αρχιτεκτονική, προς όφελος του λαού και του τόπου.
Διότι οι θεσμοί, δεν είναι αυτοσκοπός και δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται υπό το πρίσμα μιας στείρας θεσμολαγνείας. Ούτε, όμως, πρέπει να προσχωρήσουμε στην άποψη μιας άκριτης προσαρμογής στα σημερινά δεδομένα.
Αυτό που διαφοροποιεί την προοδευτική πολιτική από έναν άχρωμο εκμοντερνισμό είναι η προσεκτική διήθηση των διεθνών και ευρωπαϊκών δεδομένων. Είναι η επιλογή εκείνων των λύσεων που αντιστοιχούνται μεν στις νέες εξελίξεις, χωρίς όμως εκπτώσεις στις βασικές δημοκρατικές και κοινωνικές κατακτήσεις του ευρωπαϊκού μοντέλου.
Εν κατακλείδι, το μεγάλο ζητούμενο για τους θεσμούς είναι να σχεδιασθούν και να οργανωθούν κατά τέτοιο τρόπο ώστε να εκπληρώσουν, ταυτόχρονα, έναν διττό κρίσιμο ρόλο:
  • Πρώτον, καθοδηγητικό και παιδαγωγικό ρόλο, διότι είναι γνωστό ότι οι θεσμοί παράγουν ιδεολογία.
  • Δεύτερον, λυτρωτικό ρόλο για τη χώρα, δεδομένης της απελευθερωτικής πολιτικής και κοινωνικής δυναμικής που μπορούν να αναπτύξουν.
Με βάση λοιπόν το παραπάνω γενικό πλαίσιο μπορούμε πλέον να προσδιορίσουμε τα πεδία στα οποία πρέπει να κινηθεί μια γνήσια προοδευτική πολιτική και να ορίσουμε με τίτλους τις αναγκαίες θεσμικές μεταρρυθμίσεις:

Ρήξη με τον καθεστωτισμό

Το πρώτο πεδίο είναι η ρήξη με τον βαθύτατο κρατικοοικονομικό «καθεστωτισμό», που διαπερνά σήμερα όλες τις πτυχές και όλες τις εκδοχές του πολιτικοδιοικητικού μας συστήματος. Η ρήξη αυτή είναι απαραίτητη, προκειμένου ο χώρος αυτός να πείσει για ένα νέο ξεκίνημα. Αρκεί βέβαια να διακριθεί σαφώς από τις ποικίλες «αντισυστημικές» και σε τελευταία ανάλυση αντιδημοκρατικές αντιλήψεις που καλλιεργήθηκαν την περίοδο των «αγανακτισμένων».
Μετά και από την επισήμανση αυτή ας δούμε τα επί μέρους βήματα αυτής της ρήξης:
Το πρώτο βήμα είναι η εξάλειψη των ποικίλων προνομίων των μελών των τριών εξουσιών. Όχι μόνον γιατί δεν έχουν πλέον καμία δικαιολογητική βάση, αλλά και διότι καλλιεργούν και αναπαράγουν καθεστωτικές νοοτροπίες και πρακτικές, που αναγορεύουν τους κατόχους τους σε μια στεγανοποιημένη ελίτ. Ελίτ αποκομμένη από τα προβλήματα και τις αγωνίες των ευρύτερων λαϊκών στρωμάτων.
Μια ειδικότερη πτυχή αυτών των προνομίων είναι αυτά που αφορούν τις ποινικές και πολιτικές ευθύνες του πολιτικού προσωπικού. Και για τις μεν πρώτες είναι πανθομολογούμενο πλέον ότι πρέπει να καταργηθεί η διαφορετική ποινική αντιμετώπιση τόσο των υπουργών όσο και, εν μέρει, των βουλευτών.
Αλλά και για τις πολιτικές ευθύνες υπάρχει σοβαρό πρόβλημα. Στις εξεταστικές επιτροπές της Βουλής κυριαρχούν συχνά λογικές συγκάλυψης και αποσιώπησης, που επιτείνουν την απαξίωση του πολιτικού συστήματος. Ερωτάται λοιπόν: γιατί να μην ανατίθεται το έργο των εξεταστικών επιτροπών σε ανεξάρτητες προσωπικότητες, με απόφαση βέβαια της Βουλής, ώστε να μην υπάρχει υπόνοια για πρυτάνευση μικροκομματικών σκοπιμοτήτων;
Το δεύτερο βήμα είναι η ρήξη με τον καθεστωτισμό. Είναι η καταπολέμηση των υπόγειων αθέμιτων συναλλαγών του πολιτικού προσωπικού με ποικίλα οικονομικά και μιντιακά συμφέροντα, στο πλαίσιο της διαβόητης πλέον διαπλοκής. Η διαπλοκή βέβαια δεν είναι κατασκεύασμα, όπως υποστηρίζουν ορισμένοι, αλλά υπαρκτή και οδυνηρή πραγματικότητα. Τι σημαίνει όμως μια τέτοια ρήξη;
Σημαίνει επιβολή πλήρους διαφάνειας για την χρηματοδότηση και γενικότερα την οικονομική και επικοινωνιακή ενίσχυση κομμάτων και υποψηφίων, τόσο στις  βουλευτικές όσο και στις αυτοδιοικητικές εκλογές. Οι λύσεις υπάρχουν και έχουν ήδη διατυπωθεί από σχετική επιτροπή, στην οποία συμμετείχα μαζί με τον συνάδελφο Νίκο Αλιβιζάτο, ως πρόεδρο. Το μόνο που απομένει είναι να επιδειχθεί ισχυρή πολιτική βούληση και να επιλυθούν κάποια αμφιλεγόμενα ζητήματα, όπως η δυνατότητα χρηματοδότησης των κομμάτων και από εταιρείες, στην οποία είμαι κατηγορηματικά αντίθετος.
Σημαίνει, επίσης, συνολική, πλουραλιστική  και εκ βάθρων αναρρύθμιση του ραδιοτηλεοπτικού τοπίου, με ταυτόχρονη ριζική αναδιοργάνωση του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης. Έτσι θα καταργηθεί επιτέλους το καθεστώς της ανομίας και της συναλλαγής και να τεθούν καθαροί και σαφείς κανόνες προς όλους, τόσο ως προς την παροχή όσο και ως προς την διατήρηση των αδειών. Δυστυχώς, η κυβέρνηση Τσίπρα όχι μόνο σπατάλησε την μεγάλη ευκαιρία.
Τρίτο βήμα ρήξης με τον κρατικοοικονομικά καθεστωτισμό είναι η ανατροπή κατεστημένων νοοτροπιών και  πρακτικών στο εσωτερικό της διοικητικής μηχανής. Νοοτροπίες που εκδηλώνονται όχι μόνον μέσω μιας σκαιάς γραφειοκρατικής αντιμετώπισης αλλά και μέσω αδιαφανών και συχνά παράνομων συναλλαγών πάσης φύσεως.

Επιτελικά υπουργεία

Δυστυχώς, είναι προφανές ότι στην πολιτική ζωή δεν υπάρχει, από καμία πλευρά, σχέδιο για την επιτελική αναδιάρθρωση του κράτους. Αυτή προϋποθέτει τον ριζικό διαχωρισμό των αρμοδιοτήτων σχεδιασμού και ελέγχου από τις εκτελεστικές αρμοδιότητες.
Αυτό είναι το σημείο κλειδί: το να αποτελέσει ο σχεδιασμός και ο έλεγχος το αποκλειστικό αντικείμενο των υπουργείων. Τα υπουργεία πρέπει να είναι πλέον μικρά, ευέλικτα και επιτελικά, με ολιγάριθμο αλλά υψηλών προδιαγραφών προσωπικό, που θα προκύπτει από ανοιχτό διαγωνισμό σε όλον τον δημόσιο τομέα.
Οι εκτελεστικές αρμοδιότητες πρέπει  να μεταφερθούν προς τα κάτω, σε φορείς της αποκεντρωμένης καθ’ ύλην διοίκησης ή και της Αυτοδιοίκησης. Σταδιακά, στο πλαίσιο ενός ευρύτερου μετασχηματισμού του κράτους, πρέπει να υποκαταστήσει πλήρως την αποκεντρωμένη διοίκηση με ταυτόχρονη και πολλαπλή αναβάθμιση του ρόλου της.
Αυτές οι αλλαγές επιβάλλεται να συνδυασθούν με την ριζική αναδιοργάνωση των ΚΕΠ, ώστε να μετατραπούν σε ολοκληρωμένα τοπικά διοικητικά κέντρα, αλλά και με την κατάργηση –σε μεγάλο βαθμό– των προληπτικών ελέγχων ως προς την παροχή των πάσης φύσεως διοικητικών αδειών. Έτσι θα βελτιωθεί ραγδαία η αποτελεσματικότητα του κρατικού μηχανισμού αλλά και θα χτυπηθούν στη ρίζα τους σημαντικές εστίες διαφθοράς και διαπλοκής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου